Η πολιτική του ΝΑΡ και οι ρεφορμιστικές της καταβολές
Π.Σ. 577 και 578 21-07-07 και 04-08-07
Α’και Β’ μερος
Σημείωση σύνταξης
Αυτό που θα ακολουθούσε κανονικά την προηγούμενη αναφορά, θα ‘ ταν η ανάλυση των ιδεολογικών και πολιτικών θέσεων του ΝΑΡ. Αυτή η ανάλυση «μας βγήκε» τόσο εκτεταμένη που πρακτικά είναι αδύνατη η δημοσίευσή της στην εφημερίδα. Επιχειρήσαμε λοιπόν μια όσο γίνεται περιεκτική συνόψισή της, συνυπολογίζοντας ταυτόχρονα το χώρο που μπορεί να διαθέσει η εφημερίδα. Οσον αφορά την συνολική τοποθέτηση επιφυλασσόμαστε στο να την δημοσιεύσουμε σύντομα με διαφορετικό τρόπο.
Σημειωση Β.Σ. Δεν θυμαμαι πως και γιατι μπηκε η προηγουμενη σημειωση αλλα
κυτταζοντας το κειμενο νομιζω -εστω με επιφυλαξη μια και εχουν περασει τοσα
χρονια -οτι ειναι ολοκληρο.
Προλογος
Στις πρόσφατες μεγάλες κινητοποιήσεις της νεολαίας «εμπλέχτηκαν» με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το σύνολο των δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά. Ταυτόχρονα στα πλαίσια του ίδιου κινήματος δοκιμάστηκε η πολιτική αυτών των δυνάμεων, η συνέπεια, το έρμα, η αξιοπιστία τους. Οσο μας αφορά, τοποθετηθήκαμε επανειλημμένα και αναλυτικά στα ζητήματα που τέθηκαν. Αναδείξαμε τις τεράστιες ευθύνες και τον συνειδητά αρνητικό ρόλο που έπαιξαν οι ρεφορμιστές (ΚΚΕ-ΣΥΝ) στην εξέλιξη αυτού του κινήματος. Ταυτόχρονα δεν αφήσαμε στο απυρόβλητο και τις δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς ως προς τις ευθύνες που κι αυτές είχαν, σ’ ένα άλλο εννοείται επίπεδο. Ενα σημαντικό μέρος αυτής της κριτικής αφορούσε -και- το ΝΑΡ και για πολύ συγκεκριμένους λόγους. Για τους ίδιους λόγους θέλουμε να κάνουμε ακόμα πιο συγκεκριμένη αυτή την κριτική.
Το ΝΑΡ είναι μια πολιτική δύναμη με ενεργό παρουσία στο κίνημα, πράγμα που εκφράστηκε και στις πρόσφατες κινητοποιήσεις. Κύρια μέσω των ΕΑΑΚ των οποίων η συμβολή υπήρξε σημαντική στην εξέλιξη αυτού του κινήματος.
Από την άλλη μεριά ωστόσο κινείται στη βάση πολιτικών απόψεων και αντιλήψεων που μπορούν να χαρακτηριστούν από λαθεμένες έως και ρεφορμιστικής υφής. Απόψεις που το οδήγησαν, όχι λίγες φορές, σε πολιτικές θέσεις και πρακτικές με αρνητική επίδραση στην ανάπτυξη του κινήματος. Αυτές οι αντιφάσεις στην φυσιογνωμία και την πολιτική του ΝΑΡ εκφράστηκαν και στις καθοδηγητικές κατευθύνσεις που διαμόρφωναν την πολιτική των ΕΑΑΚ στις πρόσφατες κινητοποιήσεις. (Με την ανάλογη εννοείται ως προς αυτό «συμβολή» και άλλων δυνάμεων που λειτουργούν στα πλαίσια των ΕΑΑΚ). Το φαινόμενο δεν είναι μοναδικό ούτε εκδηλώνεται για πρώτη φορά στα πλαίσια του κινήματος.
Εχουν υπάρξει πολλές περιπτώσεις οργανώσεων που χαρακτηρίζονται από τις ίδιες ή παραπλήσιες αντιφάσεις. Την ριζοσπαστική, μαχητική, κινηματική διάθεση από τη μια, τις λαθεμένες, καιροσκοπικές ή και ρεφορμιστικού χαρακτήρα απόψεις από την άλλη.
Αντιφάσεις που όχι λίγες φορές «λύθηκαν» σε αρνητική κατεύθυνση. Εχουμε άλλωστε πρόσφατα παραδείγματα μετακινήσεων που δεν πέρασαν απλώς «σύριζα» αλλά μέσα από τον και αντιρεφορμιστικό λεγόμενο χώρο.
Το ΝΑΡ κρατιέται ακόμα στην όχθη του αγώνα. Θεωρούμε πως θα ‘ναι σημαντικό κέρδος για το κίνημα να παραμείνει σ’ αυτή την πλευρά λύνοντας τις αντιφάσεις του στη βάση αυτών των απαιτήσεων. Γιατί όπως έχει συμβεί, συμβαίνει και θα συνεχίσει να συμβαίνει παντού και πάντα, αργά ή γρήγορα αυτές οι αντιφάσεις θα λυθούν. Προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση.
Υπάρχει κι ένας ακόμη σοβαρός λόγος -«πέρα» απ’ το ΝΑΡ- που γράφουμε αυτές τις γραμμές. Το πεδίο όπου ευδοκίμησαν τέτοιες και παρόμοιες αντιλήψεις, είναι αυτό που διαμόρφωσε η ήττα, η οπισθοχώρηση του κινήματος. Η κυριάρχηση για δεκαετίες των αστικών και ρεφορμιστικών αντιλήψεων, η συκοφάντηση, η «απώθηση» στο περιθώριο των επαναστατικών, κομμουνιστικών απόψεων. Η κατάρρευση των μετώπων πραγματικής ιδεολογικής αντιπαράθεσης στο σύστημα που άνοιξε διάπλατα το δρόμο στην «εισβολή» και την κυριάρχηση μικροαστικών έως και καθαρά αστικών αντιλήψεων και σε περιοχές αριστερής κατά τα άλλα αναφοράς. Ακόμη και στις μέρες μας το ιδεολογικό «τοπίο» εξακολουθεί να κυριαρχείται από αντιλήψεις που παρά τον «αέρα» νεωτερικότητας, αμφισβήτησης και ριζοσπαστισμού που αποπνέουν, συνεχίζουν να χαρακτηρίζονται από τις μικροαστικές ιδεαλιστικές τους καταβολές. Αντιλήψεις που εξακολουθούν να καθορίζουν πολιτικές απόψεις, προσανατολισμούς και πολιτικές συμπεριφορές ατόμων και συλλογικοτήτων. Με αυτή την έννοια η κριτική που κάνουμε σ’ αυτό το κείμενο στην πολιτική και τις απόψεις του ΝΑΡ αφορά με έναν τρόπο και τις ανάλογες αντιλήψεις και άλλων δυνάμεων.
Το ΝΑΡ και οι προσφατες κινητοποιησεις
Θα θέλαμε να ξεκινήσουμε την αναφορά μας στα ζητήματα που θέλουμε να θέσουμε, κατ’ αρχάς από το πώς στάθηκε το ΝΑΡ απέναντι στο κίνημα της νεολαίας τη χρονιά που μας πέρασε.
Πριν, 24-3-07. γράφει ο Γ. Ελαφρός: «Βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη στιγμή, όσον αφορά την εξέλιξη των φοιτητικών αγώνων. Το κίνημα αυτό είναι ήδη νικηφόρο. Πέτυχε τη ρωγμή στη συνταγματική αναθεώρηση και στο άρθρο 16. Τραυμάτισε βαριά την κυρίαρχη προπαγάνδα για τα ζητήματα της παιδείας. Αμφισβήτησε και δημιούργησε όρους ανατροπής της εργατικής και εκπαιδευτικής πολιτικής της ΕΕ (Μπολόνια, Λισαβόνα). Διαμόρφωσε μια νέα γενιά αγωνιστών, ένα σύγχρονο ρεύμα βαθιάς ριζοσπαστικοποίησης και το φοιτητικό κίνημα της εποχής μας. Τσαλάκωσε τον αντιδραστικό νόμο πλαίσιο, τον οποίο μπορεί να πετάξει στο σκουπιδοντενεκέ».
Διαφωνεί κανείς με τα προηγούμενα; Εμείς πάντως όχι. Αν οι διατυπώσεις, οι τονισμοί μας είναι διαφορετικοί, αυτό μικρή σημασία έχει από άποψη ουσίας.
Ας πάμε όμως παρακάτω. Στο ίδιο Πριν γράφουν οι Δ. Γράψας και Κ. Γούσης: «Η αποφασιστική και συνάμα αποφασισμένη εισβολή του φοιτητικού κινήματος στο προσκήνιο των κοινωνικών αγώνων τους τελευταίους έντεκα μήνες έχει καθορίσει την πολιτική αντιπαράθεση, θέτοντας το ζήτημα της παιδείας ως το νούμερο ένα θέμα συζήτησης στην κοινωνία. Το κίνημα (…) κατέκτησε μια γραμμή ρήξης και ανατροπής της αντιδραστικής πολιτικής, όπως εκφραζόταν στο χώρο της παιδείας (…) Συνεχίζοντας αταλάντευτα (…) ανέδειξε ένα επικίνδυνο περιεχόμενο κόντρα στην κυβέρνηση της ΝΔ, τη σύμπραξη του ΠΑΣΟΚ και τις κατευθύνσεις της ΕΕ(…) Η κατάργηση – ανατροπή του νόμου αποτελεί κεντρικό πολιτικό στοίχημα και θα είναι νίκη για όλον τον κόσμο της δουλειάς και του αγώνα. (…) Αντίθετα, εάν κυριαρχήσει η λογική ενός ‘κινήματος μη εφαρμογής’ αποκλιμακώνεται και αφοπλίζεται πολιτικά το φοιτητικό κίνημα (…)».
Το ίδιο ερώτημα τίθεται κι εδώ. Ποιος διαφωνεί με τα προηγούμενα; Εμείς και πάλι όχι και με τις ίδιες διευκρινήσεις ως προς τις διατυπώσεις. Αλλά ας προχωρήσουμε στο ίδιο πάντα Πριν. Σε κείμενο που μάλλον αποτελεί απόσπασμα από απόφαση της Π.Ε. του ΝΑΡ αναφέρεται. «Κλιμάκωση του πολιτικού περιεχομένου της πάλης αναδεικνύοντας την ανάγκη συνολικής πολιτικής αναμέτρησης με την κυβερνητική επίθεση, την ΕΕ, το ΠΑΣΟΚ, το κεφάλαιο (…) Να αναπτύσσεται μέσα στο κίνημα μια αποτελεσματικότερη γραμμή κοινής αγωνιστικής δράσης και πλατιάς ενότητας που θα έχει ως σημείο αναφοράς τις συνελεύσεις και τις διαδηλώσεις, ως περιεχόμενο το πλαίσιο του Συντονιστικού και θα εξαντλεί κάθε δυνατότητα που δίνει η στάση της ΚΝΕ, της ριζοσπαστικής Αριστεράς και της νεολαίας ΣΥΝ…»
Και πάλι το ίδιο ερώτημα και πάλι η ίδια απάντηση από τη μεριά μας. Βεβαίως αν μας χαρακτήριζε κι εμάς η σπεκουλαδόρικη λογική των υπευθύνων του ΝΑΡ θα μπορούσαμε κι εμείς να πούμε, ιδού η «κατεύθυνση συνεργασίας του ΝΑΡ με ΚΚΕ και ΣΥΝ». Λέμε όμως ευθέως ότι η «εξάντληση κάθε δυνατότητας» που δημιουργούσε η πίεση του κινήματος στη στάση της ΚΝΕ και της νεολαίας του ΣΥΝ είναι μια άποψη στη σωστή κατεύθυνση. Εννοείται κρατώντας σταθερά την κεντρική κατεύθυνση ανατροπής του νόμου, τα ιδεολογικά πολιτικά μέτωπα κ.λπ., κ.λπ.
Αλλά αν δεν διαφωνούμε εμείς με αυτά που αναφέραμε προηγούμενα ποιος είναι αυτός που διαφωνεί;
Ως φαίνεται σοβαρές διαφωνίες σ’ αυτά είχε το …ίδιο το ΝΑΡ! Ας πάμε λοιπόν λίγο πίσω, στο Πριν της 25-02-07 όπου και πάλι ο Γ. Ελαφρός γράφει:
«Κάθε πραγματικό βήμα του κινήματος αξίζει όσο μια ντουζίνα προγράμματα έγραφε ο Μαρξ (…) αλλά και κάθε πραγματικό βήμα του κινήματος φέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη για ανώτερο πρόγραμμα, για ανώτερη πολιτική, για άλλη αριστερά». Πράγματι, μόνο που αυτή η ανάγκη δεν έρχεται για να αυτοαναιρέσει το πρώτο (το πραγματικό βήμα) και να αυτοαναιρεθεί έτσι και η ίδια όπως επιχειρεί στην ουσία ο Γ.Ε. Αλλά ας συνεχίσουμε με τον ίδιο. «Το πεδίο της συνολικής πολιτικής έκρινε και πολύ περισσότερο θα κρίνει τις προοπτικές του κινήματος. (…) Απαιτείται η αυτοτελής, συνολική πολιτική οργάνωση και δράση των πιο πρωτοπόρων αγωνιστών για να διαμορφώνεται ένα εφ’ όλης της ύλης πολιτικό και κοινωνικό κίνημα ανατροπής». Βεβαίως, απαιτούνταν εδώ και χρόνια, απαιτείται σήμερα και θα συνεχίσει να απαιτείται για καιρό ακόμα. Μόνο που το νεολαιίστικο κίνημα είχε τις πολύ συγκεκριμένες άμεσες δικές του απαιτήσεις και οι οποίες δεν γίνεται να υποβαθμίζονται εν αναμονή «συνολικότερων απαντήσεων». «Εχουμε πια εμπειρία», συνεχίζει ο Γ.Ε. και αναφέρεται σε μια σειρά περιπτώσεις, κινήματα κ.λπ. με αρνητική τελικά εξέλιξη ενσωμάτωσης στον ρεφορμισμό «ακόμα και τον ίδιο τον καπιταλισμό». Τον Μάη του ’68, το κίνημα της Γένοβας 2001, την «Κομμουνιστική Επανίδρυση», τις εργατίστικες αναρχικές αντιλήψεις, το γαλλικό όχι στο Ευρωσύνταγμα, τον νόμο για την πρώτη πρόσληψη, τα εξεταστικά του ’98, τη Θεσσαλονίκη του 2003. Εκείνο που «παραλείπει» να αναφέρει είναι πως ήταν το ΝΑΡ που υπερεκτιμούσε αυτές τις εξελίξεις, που είδε στην «Κομμουνιστική Επανίδρυση» το περίπου μοντέλο απάντησης στις σύγχρονες απαιτήσεις του κινήματος, που είδε το γαλλικό όχι στο Ευρωσύνταγμα να αλλάζει τον πολιτικό χάρτη της Ευρώπης κ.λπ., κ.λπ. Αντίθετα αντιμετώπιζε ως «κοντόθωρη» και «σεχταριστική» την δική μας στάση, μιας και δεν «ενθουσιαζόμασταν» τόσο εύκολα. «Γιατί φυσικά δεν παίζουμε μόνοι μας», συνεχίζει ο Γ.Ε. «Το πολιτικό σκηνικό έχει γεμίσει ‘καλοθελητές’ που θέλουν να εκπροσωπήσουν το κίνημα». Καημός κι αυτός! Και μ’ αυτό το «άγχος» συνεχίζει: «Πώς θα μπει πιο άμεσα η πολιτική απειλή της ανατροπής της κυβέρνησης»; (πώς άραγε;) «Το κίνημα έχει ανάγκη μια άλλη Αριστερά, η Αριστερά έχει ανάγκη ένα ακόμα ανώτερο κίνημα. Πρόκειται για αμφίδρομη διαλεκτική σχέση που κάθε βήμα στο ένα πεδίο ανατροφοδοτεί και ανεβάζει τον πήχη στο άλλο. Ομως παρά την άρρηκτη σχέση τους τα πεδία αυτά δεν ταυτίζονται. Η συνολική επαναστατική πολιτική πάλη και οργάνωση έχει ειδικά σήμερα προτεραιότητα και είναι καθήκον αυτοτελές από την ανάπτυξη των αγώνων».
Εδώ είμαστε! Μεσούντος ενός πολιτικού αγώνα αποφασιστικής σημασίας το ΝΑΡ δια του Γ.Ε. θέτει τις ιεραρχήσεις του. Προστάσει την «προτεραιότητα» της «επαναστατικής οργάνωσης» (δηλαδή του ΝΑΡ για να συνεννοούμαστε) σε σχέση με την «ανάπτυξη των αγώνων», δηλαδή της συγκεκριμένης πολιτικής αντιπαράθεσης, μια και η συζήτηση δεν γίνεται γενικά κι αφηρημένα αλλά ενώ η μάχη εξελίσσεται. Από κει και πέρα τα όσα λέει στη συνέχεια «εξηγούν» (δηλαδή πιστοποιούν κατά την άποψή μας) αυτή την αντίληψη, ενώ και η πολιτική του ΝΑΡ (και όχι μόνο του ΝΑΡ) κινήθηκε σ’ αυτή την τροχιά. Ας τα δούμε όμως.
«(…) μιλούμε για μια ανώτερη σύνθεση της νέας δυναμικής με την εμπειρία της εργατικής πάλης της σημερινής αντικαπιταλιστικής τάσης με το ρεύμα της αντικαπιταλιστικής επανάστασης και κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης. Το κάλεσμα δηλαδή δεν είναι απλώς να ενισχυθεί μια άλλη Αριστερά αλλά να την φτιάξουμε μαζί». Ούτε λίγο, ούτε πολύ δηλαδή προτείνεται ο μετασχηματισμός του κινήματος σε -περίπου- κόμμα, ή έστω «αντικαπιταλιστικό πολιτικό πόλο». Πώς θα γίνει αυτό το θαύμα;
«Μπορούμε» αποφαίνεται ο Γ.Ε. «Ναι, υπάρχουν σήμερα οι δυνάμεις που μπορούν να κάνουν ένα πρώτο αποφασιστικό βήμα. Υπάρχει ‘σχέδιο’; Ναι έχουμε πυξίδα (…) Ταυτόχρονα χρειάζεται ένας πυρήνας στρατηγικών απαντήσεων από τη σκοπιά της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης (…) Το κείμενο των 12 σημείων που έχει καταθέσει στη συζήτηση το ΝΑΡ αποτελεί μια βάση για συζήτηση». Η «πυξίδα» που λέγαμε! Ετσι «ανοιχτά» και «δημοκρατικά» θα φτάσουμε στον «πόλο», σε μια «άλλη Αριστερά» κ.λπ. «Μια τέτοια Αριστερά δηλώνει το «παρών» σε όλες τις μάχες και τις εκλογές». (Το ζουμί!) «Το ΝΑΡ και το ΜΕΡΑ φιλοδοξούν να παρέμβει στις εκλογές μια ευρύτερη ενωτική συσπείρωση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς (…) Οποιαδήποτε εκλογική παρέμβαση πρέπει (…) να αξιοποιεί και να αναβαθμίζει τις σημαντικές κατακτήσεις του ΜΕΡΑ (…) Είναι σημαντικό να ανοίξει η συζήτηση για την Αριστερά που χρειαζόμαστε τώρα, μέσα στους ‘δρόμους που καίνε’. Η πολιτική καμπάνια του ΝΑΡ είναι μια ευκαιρία». Τρέξατε, προλάβατε!
Μέσα στους «δρόμους που -πράγματι- καίγανε» λοιπόν αυτό για το οποίο «καιγόταν» η ηγεσία του ΝΑΡ, ήταν το τι θα εισπράξει από αυτή την υπόθεση, το ζήτημα του «πόλου» και πάνω απ’ όλα οι εκλογές που -ίσως- γίνονταν. Αντιλήφθηκε άραγε τι συνέβαινε; Ποια πολιτικά ζητήματα είχαν τεθεί και τη σημασία τους; Ποια κρίσιμη αντιπαράθεση αναδείχνονταν μέσα απ’ όλα αυτά και τι απαιτούσε; Αυτό πάντως που είναι βέβαιο είναι πως ιεράρχησε σε πρώτο πλάνο τις δικές της μικροκομματικές επιδιώξεις σε σχέση και σε βάρος των αναγκών του κινήματος. Και εδώ να ξεκαθαρίσουμε για πολλοστή φορά ένα ζήτημα. Η καθοδήγηση του ΝΑΡ (και όχι μόνο του ΝΑΡ) οχυρώνεται πίσω από τη δράση των μελών των ΕΑΑΚ. Αλλά κανείς -τουλάχιστον όχι εμείς- δεν αμφισβήτησε ποτέ την πράγματι σημαντική συμβολή των αγωνιστών των ΕΑΑΚ σ’ αυτό το κίνημα.
Το πολιτικό ζήτημα που θέταμε και θέτουμε είναι της καθοδηγητικής γραμμής που διαπερνούσε αυτή τη δράση και σ’ αυτό είναι που καλείται να τοποθετηθεί η ηγεσία του ΝΑΡ αναλαμβάνοντας όπως είναι φυσικό και την αντίστοιχη ευθύνη.
Αυτο που ”εκαιγε”την ηγεσια του ΝΑΡ δεν ηταν η φωτια των δρομων
Τις εκτιμήσεις μας για την πορεία αυτού του κινήματος τις έχουμε εκθέσει επανειλημμένα και αναλυτικά με συνεχή αρθογραφία στην ΠΣ αλλά και με συνολικές τοποθετήσεις-εκτιμήσεις έως και τελευταία. Θα ’ταν συνεπώς εκ του περισσού να τις επαναλάβουμε εδώ. Θα σταθούμε μόνο πολύ σύντομα και σχεδόν επιγραμματικά σε ορισμένα μόνο βασικά σημεία.
Στην πορεία αυτού του κινήματος μπορούμε να διακρίνουμε τρεις φάσεις όπου τέθηκαν διαδοχικά τρία πολιτικά ζητήματα και αντίστοιχες αντιπαραθέσεις. Οχι «ανεξάρτητα» το ένα από το άλλο αλλά σε πλήρη συνάρτηση μεταξύ τους και σε πορεία κλιμάκωσης. Στην πρώτη φάση ενάντια στον νόμο-πλαίσιο για την παιδεία. Στην δεύτερη ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16. Στην τρίτη όπου αναδείχτηκε μια καθοριστικής σημασίας αντιπαράθεση ταξικού-πολιτικού χαρακτήρα με ένα κρίσιμο διακύβευμα. Την διαμόρφωση όρων ανάσχεσης ή κλιμάκωσης της επίθεσης του συστήματος όχι απλά και μόνο ενάντια στη νεολαία αλλά ενάντια συνολικά τις εργαζόμενες λαϊκές μάζες.
Σ’ αυτή την τελευταία εμπεριέχονται και συμπυκνώνονται όλα τα δεδομένα που αναδείχτηκαν σ’ αυτόν τον έξοχο αγώνα της σπουδάζουσας νεολαίας. Ακριβώς γι’ αυτό, η στάση της κάθε δύναμης απέναντι σ’ αυτή την αντιπαράθεση μάς δίνει και το καθοριστικό κριτήριο αξιολόγησης της πολιτικής της, του ρόλου της στο κίνημα, της υπόστασής της.
Ακριβώς σ’ αυτή τη βάση κρίναμε σαν επαίσχυντη την πολιτική των ΚΚΕ και ΣΥΝ, όχι μόνο επειδή ξεπουλήσανε τον αγώνα της νεολαίας αλλά πάνω απ’ όλα επειδή με τη στάση τους ανάψανε πράσινο φως στην κυβέρνηση και το σύστημα για την επίθεση που προγραμματίζει να εξαπολύσει ενάντια συνολικά στην νεολαία και τον εργαζόμενο λαό.
Αλλά εδώ το θέμα μας είναι η πολιτική του ΝΑΡ. Στην πρώτη φάση και σε συγχορδία με τους ρεφορμιστές υποβάθμισε τη σημασία της πάλης για την ανατροπή του νόμου-πλαισίου μιλώντας για «περιορισμένο πολιτικό στόχο» και άλλες αστειότητες. Ταυτόχρονα και παρά τις εναγώνιες προσπάθειες να «διαχωριστεί» τεχνητά με τους ρεφορμιστές ανέπτυσσε παράλληλες λογικές σε σχέση με προγράμματα «άλλης παιδείας» και άλλα ηχηρά ανόητα.
Στη δεύτερη φάση και στο όνομα υποτίθεται της πάλης ενάντια «συνολικά» στην αναθεώρηση του Συντάγματος υπονόμευε την οργάνωση πολιτικού μετώπου πάλης ενάντια στον «αδύνατο κρίκο» του ζητήματος, την αναθεώρηση του άρθρου 16. Στην πραγματικότητα περιοριζόταν σε μια ιδεολογική παρέμβαση και με πρόσχημα την «αναβάθμιση» του στόχου προωθούσε τον κανένα πολιτικό στόχο.
Σε σχέση με το τρίτο, το βάρος και η σημασία της πολιτικής αντιπαράθεσης που είχε αναδειχτεί και είχε τεθεί σαν ζήτημα ημερήσιας διάταξης βρισκόταν ήδη πέρα από τα όρια της πολιτικής του ΝΑΡ. Ο τρόπος που είχε αντιληφθεί το όλο θέμα και ο τρόπος που είχε κινηθεί το είχαν ήδη οδηγήσει σε διαφορετική τροχιά και κατεύθυνση. Ηταν αντικειμενικά δύσκολο και υποκειμενικά (με βάση τις αντιλήψεις και ιεραρχήσεις του) αδύνατο να αναστρέψει τον προσανατολισμό της πολιτικής του. Ετσι και κάποιες σωστές επισημάνσεις (στις οποίες αναφερθήκαμε) λιγότερο εκφράζαν μια διάθεση πραγματικής αντιμετώπισης του προβλήματος και περισσότερο «κάλυψης» της άποψης που είχε αρχίσει να γίνεται κυρίαρχη. «Να τελειώνουμε». Από κει και πέρα η συνέχιση μιας κάποιας «μαχητικής» ρητορικής ήταν έτσι κι αλλιώς «χρειαζούμενη» τόσο απέναντι στην πίεση της νΚΑ όσο και κυρίως σε σχέση με τα παιχνίδια επιρροής στα πλαίσια των ΕΑΑΚ και απέναντι σε ΑΡΑΝ-ΑΡΑΣ κ.λπ.
Αυτή ακριβώς η τάση εμφανίζεται και στις στήλες του Πριν, όπου από το φύλλο της 01-04-07 το ζήτημα του φοιτητικού κινήματος περνάει στις «μέσα» σελίδες. Αλλά και εκεί αυτό που πλέον κυριαρχεί είναι η αρθογραφία για την αναγκαιότητα της «άλλης» Αριστεράς, τον αντικαπιταλιστικό πόλο, τις εκλογές. Περιορίζονται και σταδιακά εκτοπίζονται οι αναφορές στο κίνημα και σ’ έναν αγώνα που ακόμη συνεχιζόταν.
Ισως την πιο χαρακτηριστική εικόνα της «κατάστασης» στην οποία βρέθηκε η ηγεσία του ΝΑΡ την βρίσκουμε σε άρθρο του Κώστα Μάρκου στο ίδιο φύλο του Πριν (01-04-07). Διαβάζουμε λοιπόν:
«Η πρώτη διαδήλωση μετά το Πάσχα αποκτά κρίσιμο χαρακτήρα: Δεν μπορεί να είναι απλή επανάληψη των δύο προπασχαλινών διαδηλώσεων, μαζικών δε, αλλά -ας μας επιτραπεί- κάπως ρουτινιάρικων. Απαιτείται μια επιθετική πρωτοβουλία των φοιτητικών συλλόγων, μαζί με τη συνέχιση των καταλήψεων διαρκείας. Το φοιτητικό κίνημα, δικαιούται και πρέπει να απαιτήσει από την αστυνομία, δικαιούται και μπορεί να επιβάλει δημοκρατικά με αποφάσεις των συλλόγων, το άνοιγμα του αστυνομικού φραγμού στα «Λουλουδάδικα» για να περάσουν μέσα στη Βουλή οι εκατοντάδες εκπρόσωποι των συλλόγων, της ΠΟΣΔΕΠ, των ΔΟΕ και ΟΛΜΕ, των εργατικών συνδικάτων, όπου μπροστά σε όλους τους βουλευτές, τα κόμματα, την υπουργό Παιδείας και τον ίδιο τον πρωθυπουργό θα αναπτύξουν τις αποφάσεις τους και τις απόψεις τους για την παιδεία απαιτώντας την κατάργηση του νόμου. Στη ευθύνη της κυβέρνησης θα είναι ο ειρηνικός ή μη τρόπος αντιμετώπισης μιας τέτοιας δημοκρατικά εκφρασμένης απόφασης και στην ευθύνη των φοιτητικών συλλόγων και σε κανέναν άλλον «νταβατζή», η επιλογή της απάντησης στη μια ή την άλλη περίπτωση».
Εδώ μπορεί να «αναγνώσει» κανείς τα πάντα. Την ιδεολογική σύγχυση, τις αντιφάσεις και ανακολουθίες της πολιτικής του ΝΑΡ, τις αυταπάτες για τον χαρακτήρα του συστήματος, τον καιροσκοπισμό, την μικροαστική αδημονία και ανευθυνότητα.
Αλήθεια, πίστευε η ηγεσία του ΝΑΡ ότι η αστυνομία, δηλαδή η κυβέρνηση, θα αποδεχόταν αυτή την «δημοκρατικά εκφρασμένη απόφαση των φοιτητικών συλλόγων» και θα τους άνοιγε το δρόμο; Ετσι ώστε να περάσουν στη Βουλή όλες αυτές οι «εκατοντάδες εκπρόσωποι» και μέσα στην καλή χαρά να «εκθέσουν στους βουλευτές, την υπουργό παιδείας και τον ίδιο τον πρωθυπουργό» τις απόψεις τους; Οχι, δεν το πίστευε. Το πρότεινε όμως!
Αλλά ας το υποθέσουμε. Νόμιζε λοιπόν η καθοδήγηση του ΝΑΡ ότι η κυβέρνηση, ο πρωθυπουργός κ.λπ. δεν γνώριζαν αυτές τις απόψεις και έπρεπε να τις «ακούσουν» για να τις μάθουν; Οχι δεν το νόμιζε. Το πρότεινε ωστόσο! Πίστευε η καθοδήγηση του ΝΑΡ ότι οι «νταβατζήδες» στους οποίους αναφερόταν θα έπαιρναν στα σοβαρά τις παραινέσεις της; Αντιλαμβανόταν άραγε ότι «νομιμοποιούσε» εκ των προτέρων μια πιθανή προβοκάτσια; Πίστευε αλήθεια ότι ένας τέτοιος -τυχοδιωκτισμός στην ουσία του- θα μπορούσε να αντισταθμίσει όλα αυτά που θα ‘πρεπε να ‘χουν γίνει και δεν έγιναν; (και με δική του ευθύνη). Δεν είναι ξένο προς την λογική και τον τρόπο που αντιμετωπίζει τα πολιτικά ζητήματα κάτι τέτοιο.
Ωστόσο το κύριο που εκφραζόταν πλέον με όλα αυτά ήταν η κατάσταση σύγχυσης στην οποία βρέθηκε η καθοδήγηση του ΝΑΡ. Στην δοσμένη φάση και καθώς μάλιστα είχε ήδη προσανατολιστεί στο «κλείσιμο» της ιστορίας, δεν εξέφραζαν παρά μια θλιβερή καιροσκοπική διάθεση να αποσυρθεί με ένα ρητορικό ταρατατζούμ.
Συνοψίζοντας έχουμε την άποψη ότι η σύγχυση που εμφάνισε η καθοδήγηση του ΝΑΡ συνδέεται κατ’ αρχάς με το ότι δεν αντιλήφθηκε και οπωσδήποτε δεν αντιμετώπισε τα πολιτικά ζητήματα που αναδείχτηκαν στις πραγματικές διαστάσεις και τη σημασία τους. Και δεν μπόρεσε να τα αντιληφθεί επειδή, αιχμάλωτη των ιδεοληψιών και ιεραρχήσεών της, ήταν εξαρχής προσανατολισμένη αλλού.
Ετσι απέναντι στο κίνημα δεν λειτούργησε στη βάση της αντίληψης που θέλει την ανάπτυξη του κινήματος και του υποκειμενικού παράγοντα διαλεκτικά συνδεμένες μεταξύ τους, αλλά προτάσσοντας τις μικροκομματικές της επιδιώξεις. Στην πραγματικότητα η λογική της, σ’ αυτό το επίπεδο, εμφάνιζε σοβαρές αναλογίες με αυτήν του ΚΚΕ (οργανωθείτε στο κόμμα και βλέπουμε για το κίνημα) αλλά και του ΣΥΝ που επιδιώκει πλέον και κάποια «κινηματική στήριξη» των ρεφορμιστικών του επιδιώξεων. Ετσι, υποβαθμίζοντας την πολιτική διάσταση των ζητημάτων έκανε μια κατά βάσιν ιδεολογικού χαρακτήρα παρέμβαση και με συγκεκριμένους στόχους: το κέρδισμα κόσμου στις γραμμές του, την αύξηση της επιρροής του.
Την προπαγάνδιση, προβολή και διαμόρφωση όρων για τον αντικαπιταλιστικό πόλο. (Το «σχέδιο»).
Το «μάζεμα» των αποτελεσμάτων της παρέμβασής του και με αναφορά τον -τελικό- στόχο των εκλογών (η «πυξίδα»).
Αυτά διέτρεχαν την καθοδηγητική της παρέμβαση από την αρχή μέχρι το τέλος και με αρνητικές επιπτώσεις στην εξέλιξη του κινήματος. Εχουμε αναφερθεί αναλυτικά σ’ όλα αυτά και δεν θα τα επαναλάβουμε.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον αφορά το τι είναι αυτό που οδηγεί μια οργάνωση που θέλει να αναφέρεται στην επανάσταση και τον κομμουνισμό και «μέσα σε δρόμους που καίνε» (δική τους η έκφραση) να επικεντρώνει την παρέμβασή της στις εκλογές (που καν δεν είχαν προκηρυχθεί).
Εχουμε την άποψη πως η αφετηρία όλων αυτών βρίσκεται στις ιδεολογικές πολιτικές αντιλήψεις, απόψεις και λογικές που κυριαρχούν στο καθοδηγητικό σώμα του ΝΑΡ.
Αναζητωντας ταυτοτητα
Οπως είναι γνωστό το ΝΑΡ προέρχεται από διάσπαση στα πλαίσια του ΚΚΕ μετά την περίοδο της «οικουμενικής κυβέρνησης» και της κατάρρευσης του ’89-’91. Μια διάσπαση που έγινε από τ’ αριστερά και την οποία αντιμετωπίσαμε τότε (και τώρα) σαν θετική εξέλιξη για το κίνημα. Το πρώτο πρόβλημα που -αντικειμενικά- αντιμετώπισε ήταν ένα πρόβλημα ταυτότητας, ιδεολογικού στίγματος και προσανατολισμού.
Οι αναζητήσεις και οι θέσεις που διαμορφώνει συνοψίζονται κατά βάσιν στις θέσεις του 1ου Συνεδρίου. Σ’ αυτό επιχειρεί την διατύπωση μιας νέας, όπως την χαρακτηρίζει, στρατηγικής για το κίνημα. Την στηρίζει αφενός σε μια κριτική αντιμετώπιση της πορείας του κινήματος και αφετέρου στην ανάλυση της παγκόσμιας κατάστασης.
Αυτή η αποτίμηση του κινήματος χαρακτηρίζεται από μια στάση συνολικής απόρριψης της περιόδου της σοσιαλιστικής οικοδόμησης αλλά και της πάλης του κομμουνιστικού κινήματος τον περασμένο αιώνα. Με ανάλογη οπτική αντιμετωπίζει και την ίδια την Οκτωβριανή Επανάσταση την οποία υποβαθμίζει έως και αμαυρώνει. Μεταφέρουμε εδώ ένα και μόνο αλλά χαρακτηριστικό απόσπασμα:
«Η επανάσταση δεν είναι ένα είδος αστραπής που εξαπολύει μια αποφασισμένη πρωτοπορία ισοπεδώνοντας την πάλη την τάξεων και τις διαφορετικές πλευρές και τα αναγκαία άλματα μέσα στον επαναστατικό αγώνα». Παρά τις φραστικές διαφορές η άποψη που διατυπώνεται εδώ είναι πανομοιότυπη με ανάλογες εκτιμήσεις αστών και ρεφορμιστών για το «πραξικόπημα του Λένιν που ανέκοψε την δημοκρατική ανέλιξη που εγκαινίασε η επανάσταση του Φλεβάρη του 1917 στη Ρωσία». Ταυτόχρονα η σκοπιμότητα μιας τέτοιας άποψης έγκειται στο ότι αποτελεί στήριγμα για την πολιτική γραμμή (την «στρατηγική») που διαμορφώνει το ΝΑΡ.
Η καπιταλιστικη ”ολοκληρωση”και η ”προδοσια”της αστικης ταξης
Το δεύτερο σημείο στήριξης είναι η ανάλυση της παγκόσμιας κατάστασης. Με βάση αυτήν το ΝΑΡ καταλήγει στην εκτίμηση ότι η ανθρωπότητα εισέρχεται στην περίοδο του «ολοκληρωτικού καπιταλισμού». Κατά την εκτίμηση αυτή ο καπιταλισμός «ολοκληρώνεται» τόσο όσον αφορά το διεθνικό πεδίο, όσο και σε σχέση με την «εσωτερική» του δομή και λειτουργία.
Ως προς τη διεθνική διάσταση του ζητήματος υποστηρίζεται ότι ο καπιταλισμός, με βάση την τάση διεθνοποίησης της δράσης του κεφαλαίου και με φορείς τα πολυεθνικά πολυκλαδικά μονοπώλια, «καταργεί» τα σύνορα (και τα κράτη) ενοποιεί την παγκόσμια οικονομία, προωθεί την -και γνωστή ως- παγκοσμιοποίηση, πραγματοποιεί την διεθνή πλευρά του «ολοκληρωτικού καπιταλισμού». Και πάλι ένα και μόνο χαρακτηριστικό απόσπασμα. «Οι ακαταμάχητες δυνάμεις της ολοκλήρωσης και παγκοσμιοποίησης των οικονομιών (…) εκφράζουν την κοινωνική τάση-αναγκαιότητα για κατάργηση των συνόρων και παγκόσμια συνεργασία».
Οσον αφορά δε την ιμπεριαλιστική διάσταση του ιμπεριαλιστικού συστήματος, αυτή κηρύσσεται εν …ανυπαρξία. Μάλιστα, κατά την εκτίμησή μας, η άποψη του ΝΑΡ ήταν πως το ιμπεριαλιστικό στάδιο δεν υπήρξε καν σαν τέτοιο. Αυτό που εξέφραζε αυτό το στάδιο ήταν μάλλον μια μεταβατική περίοδος που χαρακτήριζε το πέρασμα του καπιταλισμού από το εθνικό στο υπερεθνικό πεδίο. Σ’ αυτή τη βάση υποβαθμίζονται και οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και η βασική αντίθεση (κεφαλαίου-εργασίας) αναδείχνεται όχι μόνο σαν η κύρια σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά σχεδόν η μοναδική περιθωριοποιώντας έως εξαφανίσεως όλες τις άλλες αντιθέσεις.
Μια τέτοια θεώρηση ωστόσο έβαζε ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα για μια οργάνωση που θέλει να αναφέρεται στον κομμουνισμό και τον ρόλο της εργατικής τάξης. Αυτή η διαδικασία «παγκοσμιοποίησης» του καπιταλισμού έχει εξ αντικειμένου σαν φορέα της την …αστική τάξη. (Με τα πολυκλαδικά της μονοπώλια κ.λπ.).
Αλλά αν η αστική τάξη έχει μπροστά της έναν τέτοιο ιστορικό ρόλο, τότε απλούστατα δεν έχει η εργατική τάξη. Εδώ αναδείχνονταν δύο εκδοχές για το ΝΑΡ. Είτε να επιμείνει στην άποψη με ό,τι σήμαινε πολιτικά αυτό, είτε να την απορρίψει. Οι ιθύνοντες του ΝΑΡ ανακάλυψαν και μια τρίτη. Την «προδοσία» της αστικής τάξης ως προς αυτόν τον ιστορικό της ρόλο. Ας παραθέσουμε ξανά ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα όπου «η κοινωνική τάση-αναγκαιότητα για κατάργηση των συνόρων και παγκόσμια συνεργασία προσκρούει στην ύπαρξη ανταγωνιζόμενων μέχρι θανάτου εθνικών κρατών, περιφερειακών ολοκληρώσεων και ιμπεριαλιστικών κέντρων (…) σήμερα φαίνεται καθαρά ότι ο καπιταλισμός παρ’ όλη την πολυθρύλητη διεθνοποίηση είναι ένα σύστημα που εμποδίζει, που αντιστρατεύεται την παγκοσμιοποίηση (…)». Και εφόσον λοιπόν ο καπιταλισμός αντιστρατεύεται την παγκοσμιοποίηση και η αστική τάξη αρνείται, αδυνατεί να εκπληρώσει τον ιστορικό της ρόλο, τότε ο ρόλος αυτός μπορεί να αναληφθεί από μια άλλη κοινωνική δύναμη. Την («νέα») εργατική τάξη. Αλλά θα ξανάρθουμε σ’ αυτό αφού δούμε και την άλλη διάσταση του ζητήματος.
Η καταργηση του καπιταλισμου απο τον…καπιταλισμο
Οπως οι επεκτατικές τάσεις του κεφαλαίου ολοκληρώνουν τον καπιταλισμό εκτατικά και σε παγκόσμια κλίμακα, με αντίστοιχο τρόπο η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων τον ολοκληρώνει ως προς την εσωτερική δομή και λειτουργία του. Μια τέτοια εξέλιξη έχει καταλυτικές συνέπειες:
Στην κοινωνική διάρθρωση και διάταξη δυνάμεων όπου περιθωριοποιούνται, συρρικνώνονται τα ενδιάμεσα κοινωνικά στρατεύματα και κατηγορίες αφήνοντας χώρο μόνο για δύο βασικά τάξεις. Την αστική και την εργατική. Αντίστοιχη η επίδραση στο πεδίο των κοινωνικών ταξικών αντιθέσεων όπου (όπως και σε διεθνή κλίμακα) δεσπόζει η βασική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας και παύουν να ‘χουν κάποια ιδιαίτερη σημασία όλες οι άλλες αντιθέσεις. Εχουμε έτσι αντιμέτωπες την αστική με μια εργατική τάξη που περιλαμβάνει την πλειοψηφία του κοινωνικού σώματος. Ακόμη περισσότερο. Αυτή η -νέα πλέον- εργατική τάξη μετασχηματίζεται και η ίδια στα πλαίσια της «πυρηνικής σύντηξης» επιστήμης και παραγωγής. Είναι η εργατική τάξη των σύγχρονων συνδυασμών χειρωνακτικής-διανοητικής εργασίας. Ή αλλιώς στα πλαίσια αυτής της «σύντηξης» επιλύεται (εντός του καπιταλισμού) η αντίθεση διανοητικής-χειρωνακτικής εργασίας. Δεν είναι η μόνη ανατροπή που συντελείται. «Είναι χαρακτηριστικό ότι το άϋλο προϊόν της επιστήμης και της γνώσης που καθοδηγεί την παραγωγή, το ‘πρόγραμμα παραγωγής’ εμφανίζει άμεσα και έντονα στοιχεία κρίσης του εμπορευματικού χαρακτήρα και της υποταγής του στον νόμο της αξίας».
Πρόκειται σίγουρα -αν δεχτούμε μια τέτοια εκτίμηση- για συγκλονιστική ανατροπή. Η επιστήμη όχι μόνο αποκτάει καθοδηγητικό ρόλο στο «πρόγραμμα παραγωγής» αλλά και υπονομεύει τον εμπορευματικό χαρακτήρα της παραγωγής. Ή όπως διατυπώνεται αλλού «απαιτεί σαν τάση να παράγονται όχι ανταλλακτικές αξίες αλλά αξίες χρήσης» θέτοντας υπό αίρεση τον ίδιο τον νόμο της αξίας δηλαδή ένα θεμελιώδες στοιχείο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αλλά γενικότερα έχουμε τάσεις ανατροπής ή και ανατροπές των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων εντός του καπιταλισμού πάντα. «Ό,τι στον κομμουνισμό είναι αναγκαίο εμφανίζεται ήδη σαν τάση διαστρεβλωμένη ή εξαμβλωματικά μεταλλαγμένη στην ώριμη καπιταλιστική κοινωνία». Ακόμη περισσότερο. «Μ’ αυτόν τον τρόπο μέσα στα σπλάχνα της σημερινής κοινωνίας γεννιούνται εμβρυακές μορφές κοινωνικών σχέσεων-τάσεων που τείνουν να σπάσουν το καπιταλιστικό περίβλημα».
Η στρατηγικη της ”δυαδικης εξουσιας”
Τώρα πλέον τα ‘χουμε όλα (ή σχεδόν). Η ίδια η εξέλιξη του καπιταλισμού οδηγεί -«ακαταμάχητα»- στην παγκοσμιοποίηση. Ανάλογες εξελίξεις στην εσωτερική δομή και λειτουργία του, διαμορφώνουν τελικά το σχήμα ενός «ολοκληρωτικού καπιταλισμού». Στα πλαίσιά του εξαλείφονται σχεδόν ολότελα οι ενδιάμεσες παράπλευρες αντιθέσεις για να προβάλλει κυρίαρχη και σχεδόν μοναδική η βασική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας. Ταυτόχρονα η αστική τάξη με βάση τα χαρακτηριστικά της αδυνατεί-αρνείται να εκπληρώσει τον ιστορικό της ρόλο.
Με αυτούς τους όρους η εργατική τάξη έχει μπροστά της το ιστορικό καθήκον αλλά και την δυνατότητα να δώσει απαντήσεις και στα δύο θεμελιώδη ζητήματα. Και την λύση της βασικής αντίθεσης εργασίας-κεφαλαίου και της προώθησης-ολοκλήρωσης του προτσές της παγκοσμιοποίησης. Ταυτόχρονα οι ίδιες οι εξελίξεις στα πλαίσια αυτού του «ολοκληρωτικού καπιταλισμού» δημιουργούν πρόσθετες δυνατότητες και πλεονεκτήματα.
Η ανάδειξη σαν δεσπόζουσα-μοναδική της αντίθεσης εργασίας-κεφαλαίου δίνει άμεση και ξεκάθαρη απάντηση στο ζήτημα του χαρακτήρα της αλλαγής (Σοσιαλιστικός-κομμουνιστικός).
Η περιθωριοποίηση-συρρίκνωση των ενδιάμεσων κοινωνικών δυνάμεων και κατηγοριών απαντάει (καταργεί) το «παλιό» πρόβλημα των συμμαχιών δημιουργώντας τους όρους μιας ενιαίας και πλειοψηφικής εργατικής τάξης.
Με την επίλυση -ή σχεδόν- της αντίθεσης διανοητικής-χειρωνακτικής εργασίας έχουμε πλέον μια εργατική τάξη όχι μόνο πλειοψηφική αλλά και άμεσα ικανή να προχωρήσει με γοργά βήματα στον κομουνισμό χωρίς ενδιάμεσα στάδια και άλλους τέτοιους περισπασμούς.
Στην ίδια κατεύθυνση συνηγορεί και η «εκρηκτική ανάπτυξη» των παραγωγικών δυνάμεων που διαμορφώνει τους αναγκαίους υλικούς όρους αλλά και κάτι πολύ πιο σημαντικό.
Η ανάδειξη της επιστήμης σε «οδηγό» της παραγωγικής διαδικασίας υπονομεύει βασικά στοιχεία και κατηγορίες του καπιταλιστικού τρόπου λειτουργίας.
Οδηγεί στην μετάλλαξη του πυρήνα των παραγωγικών-κοινωνικών σχέσεων δημιουργώντας εμβρυακές μορφές σχέσεων του (κομμουνιστικού) μέλλοντος.
Ο καπιταλισμός μετατρέπεται έτσι σ’ ένα κέλυφος που δεν μένει παρά να διαρραγεί, να «ξεφλουδιστεί» για να ξεπροβάλλουν οι νέες σχέσεις σ’ όλη τους τη δόξα.
«Δυο σε ενα»
Ολα καλά λοιπόν και τακτοποιημένα στη σειρά τους μόνο που από το σχήμα έλλειπε ένα κρίσιμο στοιχείο. Η …Επανάσταση. Οπως το σχήμα ανάλυσης της σύγχρονης πραγματικότητας «άφηνε» την εργατική τάξη χωρίς τον ιστορικό της ρόλο έτσι και η στρατηγική που διαμορφώνουν σ’ αυτή τη βάση έκανε «αχρείαστη» την επανάσταση. Οι ιθύνοντες του ΝΑΡ «έλυσαν» και αυτό το πρόβλημα με ανάλογο τρόπο. Διατύπωσαν την άποψη (στρατηγική) του «ενιαίου επαναστατικού προτσές» από σήμερα μέχρι τον κομμουνισμό, παρεμβάλλοντας στην στρατηγική της «δυαδικής εξουσίας» τον στόχο (όρο) της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής ανατροπής.
Το μόνο που κάναν ήταν να μεγαλώσουν την σύγχυση και τις αντιφάσεις τους. Ας εξηγηθούμε.
«Ενιαία» δεν γίνεται μια στρατηγική επειδή έτσι θα την δηλώσεις. Στρατηγική σημαίνει συγκεκριμένη στόχευση που προσδιορίζει τον άξονα γύρω από τον οποίο κινούνται οι τακτικές κινήσεις. Και το πιο βέβαιο είναι ότι κανείς στον κόσμο δεν μπορεί να κινείται στη βάση δύο στρατηγικών.
Και το επίσης βέβαιο είναι ότι εδώ έχουμε δυο στρατηγικές. Αυτήν του «παρατεταμένου ρεπερτορίου», μια στην ουσία ρεφορμιστική κατεύθυνση και αυτήν της «αντικαπιταλιστικής επανάστασης». Αυτήν που θα μπορούσε να παραλληλιστεί με την λενινιστική κατεύθυνση αν δεν επιστρατευόταν για να δώσει επαναστατικό επίχρισμα στην πρώτη. Αυτές λοιπόν οι δυο στρατηγικές όχι μόνο δεν μπορούν να «συγχωνευτούν» μα μήτε καν να συνυπάρξουν, καθώς η κάθε μια έχει τις δικές της απαιτήσεις και υπαγορεύει αντίστοιχα διαφορετικές πολιτικές.
Υποχρεωτικά η μια θα εκτοπίσει, περιθωριοποιήσει, «εξαφανίσει» πολιτικά και πρακτικά την άλλη.
Αυτό άλλωστε αποτυπώνεται με αντιφατικό αλλά διακριτό τρόπο και στις ειδικότερες εκφράσεις της πολιτικής του ΝΑΡ.
«Αντιστροφοι» ρεφορμισμοι
Με βάση όλες αυτές τις αντιλήψεις το ΝΑΡ διατύπωσε την τακτική της «αντίστροφης ιεράρχησης» καθώς και την άποψη πως πρέπει να τίθενται οι προωθημένοι στόχοι όχι απλά σε βάση ζύμωσης και προπαγάνδας αλλά σαν άμεσα διεκδικήσιμοι – πραγματοποιήσιμοι. Ολα αυτά στη βάση της άποψης για νέου τύπου «σύνδεση» της στρατηγικής με την τακτική, ή της μεταφοράς της στρατηγικής στο πεδίο της τακτικής. Ας το διατυπώσουμε μ’ ένα παράδειγμα που παραθέτει το ίδιο το ΝΑΡ στις θέσεις του.
Στο πρόγραμμα της «επαναστατικής εργατικής πολιτικής» τα ζητήματα (οι στόχοι) τίθενται ως εξής. α) «Επανάσταση μέχρι το τέλος». β) «Ανατροπή της κυρίαρχης πολιτικής σε κάθε ζήτημα». γ) «Αντίσταση και επιβίωση με τον επαναστατικό αγώνα…» Δηλαδή με μια σειρά αντίστροφη σε σχέση με αυτήν που θα τα έθετε μια παραδοσιακή, ας πούμε, αριστερή αντίληψη τακτικής. Φαίνεται α-νόητο αλλά δεν είναι απλά και μόνον έτσι. Πολιτικά χρησιμεύει σαν «επαναστατική» επικάλυψη μιας ρεφορμιστικής αντίληψης και αντίστοιχων στόχων. Το ίδιο ακριβώς νόημα έχει και η υποτιθέμενη προώθηση «στρατηγικών» στόχων στο τακτικό πεδίο. Η θεωρητική βάση όλων αυτών είναι η άποψη ότι εντός του καπιταλισμού διαμορφώνονται σχέσεις που διατηρούν μεν το αστικό τους «περίβλημα» αλλά στον «πυρήνα» τους αναπτύσσουν -σε πρωτόλεια στρεβλή μορφή κ.λπ.- έως και κομμουνιστικά χαρακτηριστικά. Η τακτική λοιπόν που προωθείται υπακούει στην αναγκαιότητα και κυρίως στη δυνατότητα «ξεφλουδίσματος» αυτού του αστικού περιβλήματος ώστε να προβάλλουν οι νέες σχέσεις.
Στην ουσία μια ρεφορμιστική λογική με επαναστατική ορολογία. Αυτό που για την ώρα «σώζει» τους υπεύθυνους του ΝΑΡ, είναι ότι στην εποχή μας οι συσχετισμοί είναι τέτοιοι που δεν επιτρέπουν την ολόπλευρη προώθησή της που θα έκανε ολοφάνερη την ουσία της. Ετσι στην πράξη καταλήγουν να κάνουν αυτό που υποτίθεται απορρίπτουν. Ιδεολογική ζύμωση και προπαγάνδα.
Εδώ, και για να συμπληρωθεί η εικόνα θα μπορούσαμε να παραθέσουμε και συγκεκριμένες εκφράσεις αυτής της πολιτικής. Θα προτιμήσουμε ωστόσο να «περάσουμε» πρώτα από τις θέσεις του 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ πριν αναφερθούμε και σ’ αυτή την πλευρά.
Απο το πρωτο στο δευτερο Συνεδριο
Αλλάζει κάτι στις απόψεις του ΝΑΡ στο 2ο Συνέδριο; Αλλάζει και δεν αλλάζει. Το 1ο Συνέδριο «κληροδότησε» στο 2ο ένα σχήμα θεώρησης που εμπεριείχε σειρά αντιφάσεων, και που η δοκιμασία του στην πραγματική ζωή τις ανέδειξε, τις πολλαπλασίασε και τις όξυνε περισσότερο. Οι υπεύθυνοι του ΝΑΡ διατηρώντας το ίδιο σχήμα προσπαθούν να του προσδώσουν περιεχόμενο, με προσθήκες, αφαιρέσεις, τροποποιήσεις και «κρύβοντας τα σκουπίδια κάτω από το χαλί». Μάταια πράγματα. Που γίνονται χειρότερα με την εμμονή, το «άγχος» να εμφανίζονται ως σύγχρονοι, πλήρεις, επαρκείς και συνεπώς «ελκυστικοί». Μόνο που μια επαναστατική οργάνωση δεν είναι διαφημιστική εταιρία ούτε η επανάσταση προϊόν για να μπορεί να πλασαριστεί στην αγορά με όρους μάρκετινγκ. Ας περάσουμε όμως στα συγκεκριμένα.
Η ”θεση”
Ισχύει ή όχι πλέον η θέση για πέρασμα στην περίοδο του «ολοκληρωτικού καπιταλισμού»; Στις αποφάσεις διακηρύσσεται πως ισχύει. Ωστόσο η αντίστοιχη τοποθέτηση είναι ένα μνημείο ασάφειας. Ταυτόχρονα μια έκφραση αμηχανίας των ιθυνόντων του ΝΑΡ απέναντι στο πρόβλημα, που τελικά καταφεύγουν στο βάρος και την «μαγεία» των λέξεων όπως διαλεκτική-ποιοτικός μετασχηματισμός-τομή κ.ά. ευελπιστώντας ότι αυτό θα αναπληρώσει την ανυπαρξία συγκεκριμένου περιεχομένου των αναφορών τους. Εχει συνεπώς μεγαλύτερη σημασία να δούμε την άποψή τους όπως εκφράζεται σε πιο συγκεκριμένα ζητήματα.
Η ”αρνηση”
Ως προς την διεθνή πλευρά του ζητήματος. Σ’ αυτό το πεδίο έχουμε την «αθρόα» εισαγωγή εννοιών (πολύ πιο έντονα και πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στο 1ο Συνέδριο) όπως:
Ιμπεριαλισμός. Ανισόμετρη ανάπτυξη. Μοίρασμα σφαιρών επιρροής. Συγκέντρωση συγκεντροποίηση. Διαπάλη για οικονομικό πολιτικό ξαναμοίρασμα του κόσμου. Για εδαφικό ξαναμοίρασμα του κόσμου, που οδηγεί σε επαναχάραξη συνόρων. Για μακροπρόθεσμη τάση όξυνσης των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών. Σε ένταση των ανταγωνισμών στα πλαίσια των αστικών τάξεων καπιταλιστικών χωρών γύρω από την διαμόρφωση «εθνικής στρατηγικής». Στο γεγονός ότι η επιθετική στρατηγική των ΗΠΑ άλλαξε το ένδυμα «υπεράσπισης παγκόσμιων αξιών» με την προβολή ζωτικών αμερικανικών συμφερόντων και τον πατριωτισμό των Αμερικανών.
Διατυπώσεις όπως: «Ο νόμος της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης εντείνεται (…) και αναδεικνύεται σε καίριο παράγοντα πρόσθετης εκμετάλλευσης (…) Ετσι παρά τις απόψεις περί «παγκοσμιοποίησης» και αδιατάρακτης κυριαρχίας της αγοράς ο πλανήτης σπαράσσεται από ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και πολέμους». Βεβαίως σ’ αυτές τις διαπιστώσεις προστίθενται και διατυπώσεις πως αυτά τα φαινόμενα «εκδηλώνονται με νέες μορφές», πως αναπτύσσονται «σε νέα ποιοτική βάση» κ.λπ., κ.λπ. Δεν μπορούν ωστόσο να αναιρέσουν το προφανές. Πως ανήκουν σε άλλο σχήμα θεώρησης του κόσμου από αυτό του «ολοκληρωτικού καπιταλισμού». Πως ανήκουν σ’ αυτό το «παρωχημένο» σχήμα της «μουμιοποιημένης» (κατά ΝΑΡ) θεωρίας του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό.
Ανάλογο ζήτημα αναδεικνύεται και με τις τοποθετήσεις τους για την ΕΕ. Αναφέρονται στις οικονομικές, στρατιωτικές και γεωστρατηγικές επεκτάσεις της ΕΕ μέσω της διεύρυνσης. Σωστά! Επίσης σωστά αναφέρονται πως αυτό δυσκολεύει την βαθύτερη ενοποίηση και οξύνει τις ενδοαστικές αντιθέσεις. Και καταλήγει: «Οι τάσεις για ευρύτερες υπερεθνικές μορφές οργάνωσης και κυριαρχίας του κεφαλαίου δεν μπορούν να ολοκληρωθούν διαμορφώνοντας κάποιον τύπο υπερεθνικού κράτους».
Σωστά μεν αλλά αντιφατικά σε σχέση με την συνολική θεώρηση και άλλες τοποθετήσεις του ΝΑΡ. Ενα πρόβλημα που εμφανίζεται ολοκάθαρα στην απόπειρα απάντησης στο ζήτημα της «παγκοσμιοποίησης». Διαβάζουμε λοιπόν: «Η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση δεν είναι ένας ‘μύθος’ ένα ‘ιδεολόγημα’. Πρόκειται για την με μαρξιστική επιστημονική ορολογία καπιταλιστική διεθνοποίηση που συνδέεται με βασικές πλευρές της νέας κατάστασης στο διεθνές σύστημα του κεφαλαίου (…) Εξίσου βασική μ’ αυτή την τάση είναι και η συγκρότηση του κεφαλαίου σε εθνική βάση και ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός. Ο όρος ‘παγκοσμιοποίηση’ επομένως είναι θεωρητικά και πολιτικά προβληματικός. Ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζει τον καπιταλισμό σε παγκόσμιο επίπεδο ως ενιαία οντότητα (κάτι που δεν θα ισχύσει ποτέ) όταν υποδηλώνει μια κατάσταση ή -έστω- μια τάση που μπορεί να ολοκληρωθεί σε παγκόσμιο επίπεδο στα πλαίσια του καπιταλισμού έχοντας ως χαρακτηριστικά την αδιατάραχτη πλανητική κυριαρχία του πολυεθνικού κεφαλαίου, την ύπαρξη μιας παγκόσμιας αγοράς ή παγκόσμιων κρατικών μορφωμάτων, την ιμπεριαλιστική υπέρβαση του έθνους-κράτους και τέλος όταν παραπέμπει σε έναν αγώνα που θεωρεί ως πρωταρχικό πεδίο του το υπερεθνικό και όχι το εθνικό». Παραθέσαμε (σχεδόν) ολόκληρο το απόσπασμα γιατί είναι χαρακτηριστικό της σύγχυσης των ιθυνόντων του ΝΑΡ στην προσπάθειά τους να συγκεράσουν αντιφατικές θεωρήσεις.
Τελικά ο όρος «παγκοσμιοποίηση» ανταποκρίνεται σε μαρξιστικά-επιστημονικά κριτήρια ή είναι προβληματικός; Αλλά ας το προσπεράσουμε αυτό. Η απόρριψη δυνατότητας ολοκλήρωσης διατυπώνεται με τον πιο απόλυτο τρόπο («κάτι που δεν θα γίνει ποτέ», λέει το ΝΑΡ) φτάνει μάλιστα και στην υπερβολή. Λ.χ. παγκόσμια αγορά με μια έννοια υπάρχει. Το κύριο πάντως εδώ (καθώς και με όλες τις προηγούμενες αναφορές) είναι η ανατίναξη ουσιαστικά του ενός βάθρου της άποψης για τον «ολοκληρωτικό καπιταλισμό». Οσο για την ουσία της προσπάθειας συγκερασμού των αντιφάσεων θα αναφερθούμε αμέσως παρακάτω.
«Η αρνηση της αρνησης»
Με το «βάρος» αυτών των αντιφάσεων η καθοδήγηση του ΝΑΡ προσπαθεί να βρει σημεία στήριξης ώστε να μην οδηγηθεί στην ολοκληρωτική αναίρεση της άποψής της.
Επιμένει λοιπόν στην άποψη για «μεταφορά του κέντρου βάρους των αποφάσεων σε υπερεθνικούς οργανισμούς (ΠΟΕ-ΔΝΤ-ΕΕ κ.λπ.). Την ίδια στιγμή επιχειρεί να μετριάσει το βάρος της προηγούμενης διατύπωσης κάνοντας έναν διαχωρισμό. Αυτοί οι διεθνείς οργανισμοί αποτελούν κατά το ΝΑΡ τον «προνομιακό τόπο κυριαρχίας του πολυεθνικού πολυκλαδικού κεφαλαίου». Από την άλλη «το εθνικό κράτος εξακολουθεί να παίζει τον πρωταρχικό ρόλο, το πεδίο εκκίνησης και το ανώτερο σημείο επιστροφής-συμπύκνωσης της αστικής εξουσίας». «Βολικός» διαχωρισμός μόνο που το πραγματικό ερώτημα αφορά το πού βρίσκεται το κέντρο βάρους της εξουσίας του κεφαλαίου.
Ανάλογους βολικούς διαχωρισμούς επιχειρεί και σε άλλα σοβαρά ζητήματα. Για να στηρίζει την άποψη της «μοναδικότητας» της βασικής αντίθεσης (εργασίας-κεφαλαίου) ανακηρύσσει σε «δευτερεύουσες» και σχεδόν άνευ σημασίας όλες τις άλλες αντιθέσεις. (Αυτές που ανάγονται στην αντίθεση ιμπεριαλισμός-λαοί). Και όσες «δεν χωράν» σ’ αυτό το σχήμα, όπως λ.χ. η περίπτωση του Ιράκ και κάποιες ακόμα, τις βαφτίζει «νέου τύπου εθνικά προβλήματα» και «ξοφλάει».
Ανταγωνισμός ή «ρύθμιση» των διαφορών (ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις) είναι αυτό που κύρια χαρακτηρίζει σήμερα τις διεθνείς σχέσεις. Οι δύο τάσεις «συμπλέκονται», μας λέει το ΝΑΡ και στη συνέχεια μας «διαφωτίζει» περισσότερο. «(…) η ρύθμιση δεν μπορεί να κυριαρχήσει ιστορικά αν και υπάρχουν ορισμένες συγκυρίες που μπορεί να συμβεί (…)». Φωτιστήκαμε! «Ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός αποτελεί βασικό καπιταλιστικό νόμο και τάση που λειτουργεί διαρκώς ωστόσο δεν εκδηλώνεται πάντα με την ίδια ένταση και οξύτητα». Διαλέγετε και παίρνετε. Μόνο που το ζήτημα είναι ποια αποτελεί σήμερα την κύρια τάση και αυτό είναι που ζητάει απάντηση.
Ενα είδος απάντησης -αν και πάλι με διφορούμενο και αντιφατικό τρόπο- μας δίνει το ΝΑΡ εκεί που καταπιάνεται με το ζήτημα του πολέμου. Κατ’ αρχάς έχουμε και εδώ έναν βολικό διαχωρισμό ανάμεσα σε μια «γενικού τύπου» ανάλυση του ζητήματος και μια «ειδικού τύπου».
Στην «γενικού τύπου» ανάλυση έχουμε μια επίσης γενικού τύπου παράθεση του τι «επιτυγχάνεται διαμέσου της πολεμικής προπαρασκευής» όπου υπάρχουν σχεδόν τα πάντα και το μόνο που «απουσιάζει» είναι ο …πόλεμος. Την εξήγηση την βρίσκουμε στο τελικό συμπέρασμα σύμφωνα με το οποίο «οι προϋποθέσεις για μια γενικότερη ανάφλεξη ανάμεσα στους ηγεμονικούς ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς είναι σήμερα μακρινές». Μένουμε άναυδοι αλλά παρόλα αυτά κατορθώνουμε να προχωρήσουμε στην «ειδικού τύπου» ανάλυση. Αυτή αναλαμβάνει να μας εξηγήσει τις περιπτώσεις όπως «των επεμβάσεων στην περιοχή των πετρελαίων…», την αμερικανική επιθετικότητα κ.λπ. Οσοι λοιπόν απορείτε για το πώς συμβιβάζεται η υποβάθμιση του πολεμικού κινδύνου με την οδυνηρή πραγματικότητα της Γιουγκοσλαβίας, του Αφγανιστάν, του Ιράκ, της Παλαιστίνης, της επέκτασης του ΝΑΤΟ, την τεράστια αύξηση των στρατιωτικών δαπανών κ.λπ., αυτό που φαίνεται να σας χρειάζεται είναι μια καλή δόση ανάλυσης «ειδικού τύπου».
Στον ίδιο καμβά κινείται και η θεώρηση της αμερικανικής επιθετικότητας. «Ο πρωταγωνιστικός ρόλος των ΗΠΑ στην πολεμική επιθετικότητα του ολοκληρωτικού καπιταλισμού». Αυτό που μας λέει αυτή η διατύπωση είναι πως οι ΗΠΑ λειτουργούν επιθετικά σαν εκφραστής των τάσεων και των συμφερόντων συνολικά του συστήματος (του «ολοκληρωτικού καπιταλισμού») και -κατά συνέπεια- και των δικών τους συμφερόντων σαν μέρος του συστήματος. Αυτή η διάσταση του φαινομένου είναι πράγματι υπαρκτή. Μόνο που υπάρχει και μια άλλη διάσταση αν το δει κανείς από μια «άλλη» πλευρά. Οτι οι ΗΠΑ λειτουργούν επιθετικά προωθώντας κατά πρώτο και κύριο τους δικούς τους στόχους. (Της παγκόσμιας κυριαρχίας). Αυτοί οι στόχοι μπορεί ως ένα βαθμό και με έναν τρόπο να εναρμονίζονται με τα συμφέροντα συνολικά του συστήματος αλλά μπορεί και να αντιστρατεύεται τα συμφέροντα των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Η διαφορά δεν είναι ούτε ασήμαντη ούτε «αθώα» και το ΝΑΡ οφείλει να αποφασίσει ποια εκδοχή ισχύει. Γιατί η μια εκδοχή αναδείχνει σαν κύρια την άποψη της «ρύθμισης» των διαφορών και η άλλη του ανταγωνισμού.
Με όλα αυτά η καθοδήγηση του ΝΑΡ προσπαθεί να φιλοτεχνήσει ένα σχήμα που να «χωράει» και την πραγματικότητα και την άποψή της για τον «ολοκληρωτικό καπιταλισμό». Δεν γίνεται. Ορισμένες δικές μας παρατηρήσεις. Ως προς τους «υπερεθνικούς οργανισμούς» το μόνο που θα επισημάνουμε είναι πως αυτοί έχουν τόση αρμοδιότητα και εξουσία όση τους παραχωρούν (όταν, όπως και για όσο) τα κυρίαρχα ιμπεριαλιστικά κράτη. Για όλα τα άλλα οι απαντήσεις μπορούν να βρεθούν μέσα στις ίδιες τις τοποθετήσεις του …ΝΑΡ. Στις διατυπώσεις για οικονομικό και πολιτικό ξαναμοίρασμα του κόσμου. Στις εκτιμήσεις για εδαφικό ξαναμοίρασμα που οδηγεί σε επαναχάραξη συνόρων κ.λπ. Μια ιδιαίτερη υπογράμμιση θα θέλαμε να κάνουμε όσον αφορά το ζήτημα του πολέμου. Θεωρούμε αδιανόητη την υποβάθμιση ενός τέτοιου ζητήματος. Περισσότερο προσιδιάζει σε αντιλήψεις «αριστερού» κοσμοπολιτισμού παρά σε κομμουνιστικές.
Πολύ περισσότερο όταν το ίδιο το ΝΑΡ διαπιστώνει πως έχουμε περάσει σε φάση ξαναμοιράσματος εδαφών. Οταν στο ίδιο κεφάλαιο διαπιστώνει πως «βασικός στόχος (των ΗΠΑ) είναι να ισχυροποιήσουν την ηγεμονική τους θέση στο διεθνές σύστημα και να αποτρέψουν την ανάδειξη οποιουδήποτε υπολογίσιμου ανταγωνιστή. Προς τούτο χρησιμοποιούν οικονομικά πολιτικά αλλά και στρατιωτικά μέτρα». (Η υπογράμμιση δική μας και δεν χρειάζεται να προσθέσουμε τίποτε περισσότερο).
Η «εξελιξη» των παραγωγικων σχεσεων
Ανάλογα προβλήματα συνάντησε η άποψη του ΝΑΡ ως προς την «εσωτερική» της διάσταση και τόσο περισσότερο όσο αναμετρώνταν με την πραγματικότητα.
Ανάλογες και οι τροποποιήσεις, διορθώσεις κ.λπ. χωρίς ωστόσο να μπορούν να αναιρεθούν οι αντιφάσεις.
Ετσι είχαμε: Αναφορές σε «νέα φαινόμενα» που μόνο νέα δεν είναι όπως λ.χ. η αναφορά στην ηγεμονική θέση των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου. Σε νέες μορφές και εκφράσεις του συστήματος που ωστόσο δεν συνιστούν και νέο στάδιο, όπως λ.χ. η μεγάλη ανάπτυξη «νέων» παραγωγικών δυνάμεων κ.λπ.
Σε αλλαγές που οφείλονται στην ανατροπή των συσχετισμών σε βάρος της εργατικής τάξης και των λαών όπως λ.χ. η κατάργηση δικαιωμάτων των εργαζομένων. Σε θέσεις που «θα ‘θελαν» να εκφράσουν την άποψη για νέο στάδιο αλλά στις οποίες «φρόνιμα» προστίθεται και μια δεύτερη εκδοχή. Οπου η άποψη για κυριαρχία των μορφών απόσπασης σχετικής υπεραξίας, διατυπώνεται πλέον ως «οργανική διαπλοκή των μορφών απόσπασης σχετικής και απόλυτης υπεραξίας». Σε διατύπωση θέσεων που στην ουσία αναιρούν προηγούμενες. Λ.χ. η άποψη για μετατροπή της εκπαίδευσης σε κατάρτιση, αποσπασματική κ.λπ., έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θέση για «μαζικοποίηση-ενίσχυση της σύνθετης εργασίας (…) συνδυασμών διανοητικής-χειρωνακτικής (…)» κ.λπ. Σε φαεινές όπως αυτή για «άρνηση της τεϊλορικής αλυσίδας». Συγνώμη σ. αυτό το διαπιστώσατε οι ίδιοι ή σας το είπανε; Πήγατε δηλαδή στις μεγάλες βιομηχανίες, τα ορυχεία, τα ναυπηγεία κ.λπ. και διαπιστώσατε αυτές τις ανατροπές; Ανάλογη σύγχυση και αντιφατικότητα εμφανίζουν και τοποθετήσεις του και σε άλλα ζητήματα, τις οποίες ωστόσο θα προσπεράσουμε χάριν οικονομίας και για να μπορέσουμε να σταθούμε λίγο περισσότερο σ’ ένα σοβαρό ζήτημα.
Αναφέρεται το ΝΑΡ σε «νέα γενιά παραγωγικών δυνάμεων» με έμφαση στην πληροφορική, την βιοτεχνολογία κ.λπ. Στην «τεράστια σύγκρουση» που με βάση αυτή την εξέλιξη αναπτύσσεται ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις. Εκείνο στο οποίο θα σταθούμε είναι η άποψη πως «δεν πρέπει να διαχωρίζουμε με σινικά τείχη τις μεν από τις δε (…) Ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός επιβεβαιώνει ότι το πιο δυναμικό και εξελισσόμενο στοιχείο της σχέσης είναι οι παραγωγικές δυνάμεις ωστόσο και οι παραγωγικές σχέσεις -παραμένοντας εκμεταλλευτικές- εξελίσσονται στα πλαίσια του ίδιου οικονομικού κοινωνικού συστήματος». Με αυτό το σκεπτικό επιχειρεί να τοποθετηθεί στο ερώτημα αν αυτό που κινεί την ιστορία είναι η ταξική πάλη ή η εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων. Με το ίδιο επιλέγει έναν «πιο συνθετικό τρόπο» αντιμετώπισης «οριοθετούμενο», καθώς λέει, τόσο απέναντι στον «βολονταρισμό» της πρώτης όσο και τον ντετερμινισμό της δεύτερης εκδοχής. Οσον αφορά δε την συγκεκριμένη πλέον εφαρμογή αυτής της αντίληψης διατυπώνεται η εκτίμηση πως: «Η μετάβαση από τον ιμπεριαλιστικό-μονοπωλιακό καπιταλισμό στον ολοκληρωτικό, εδράζεται στην σύγκρουση παραγωγικών σχέσεων-παραγωγικών δυνάμεων (όπως αποτυπώθηκε ιδιαίτερα στην δεκαετία του 1970) αλλά τελικά ‘κρίθηκε’ από την συμπυκνωμένη έκφραση της πάλης των τάξεων».
Καθώς φαίνεται θα πρέπει να «θυμίσουμε» κάποια πράγματα. Πρώτο ότι η αντίθεση παραγωγικών δυνάμεων-παραγωγικών σχέσεων μόνο νέο δεν είναι για την μαρξιστική φιλολογία. (Με ανοιχτό το ερώτημα για το πώς αντιλαμβάνεται και ποιες εννοεί το ΝΑΡ σαν παραγωγικές σχέσεις). Για τα «σινικά τείχη» με τα οποία υποτίθεται κάποιοι τις διαχωρίζουν. Παραγωγικές δυνάμεις και παραγωγικές σχέσεις είναι αξεχώριστες και διαλεκτικά συνδεδεμένες αλλά ταυτόχρονα και διαφορετικές πλευρές της οικονομικής διαδικασίας. Τρίτο, οι παραγωγικές δυνάμεις είναι πράγματι το πιο «δυναμικό και εξελισσόμενο στοιχείο» όπως λέει το ΝΑΡ ή όπως λέει ο Στάλιν αποτελούν «τις περισσότερο μεταβλητές και επαναστατικές δυνάμεις της παραγωγής». Ποιο συνεπώς το νέο; Ως φαίνεται στα επόμενα.
Στην άποψη κατ’ αρχάς πως και οι παραγωγικές σχέσεις «εξελίσσονται». Παραμένοντας εκμεταλλευτικές διευκρινίζει το ΝΑΡ. Αλλά αν είναι έτσι ως προς τι εξελίσσονται; Αυτό μπορούμε να το συνάγουμε αν πάμε πιο πίσω. Στις απόψεις του ΝΑΡ για υπονόμευση της ατομικής ιδιοκτησίας στον «ολοκληρωτικό καπιταλισμό». Στην ανάδειξη της επιστήμης στη θέση του «οδηγού» της παραγωγικής διαδικασίας. Στην τάση παραγωγής αξιών χρήσης πλέον και όχι ανταλλακτικών αξιών κ.λπ., κ.λπ.
Εδώ μάλλον πρέπει να θυμίσουμε και κάτι ακόμα. Πως οι παραγωγικές σχέσεις δεν στέκονται «στον αέρα». Πως συνδέονται (σε βάση αλληλοπροσδιορισμού) με συγκεκριμένες κοινωνικές-ταξικές δυνάμεις. Με την κυρίαρχη θέση και ρόλο στην παραγωγή και την κοινωνία αυτών των δυνάμεων. Οι οποίες αντιτίθενται απόλυτα σε οποιαδήποτε αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων, δηλαδή σε ανατροπή της θέσης και του ρόλου τους. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει αναγκαία την επανάσταση. Είναι ο όρος για να ανοίξει η διαδικασία ανατροπής-μετασχηματισμού -και- των παραγωγικών σχέσεων.
Σ’ αυτή την αντίληψη αντιπαρατίθενταν πάντα οι σοσιαλδημοκρατικές και ρεφορμιστικές απόψεις. Αυτές οι απόψεις γνώρισαν νέα άνθηση με την κυριάρχηση του ρεβιζιονισμού στη Σ.Ε. Αναπτύχθηκαν «νέες» θεωρίες σε παγκόσμια κλίμακα και σε διάφορες παραλλαγές για τον ρόλο των παραγωγικών δυνάμεων. Αντιλήψεις που υποβαθμίζανε τη σημασία και τον ρόλο της ταξικής πάλης. Που ανακήρυσσαν «εκτός εποχής» την Επανάσταση.
Αυτό το ιδεολογικό πεδίο αναφοράς έχει στην ουσία η «νέα στρατηγική» του ΝΑΡ. Του «παρατεταμένου ρεπερτορίου», του «ξεφλουδίσματος» των σχέσεων, της «δυαδικής εξουσίας».
Σ’ αυτήν είναι που «προστέθηκε», όπως αναφέραμε προηγούμενα και η γραμμή της «αντικαπιταλιστικής Επανάστασης» δημιουργώντας ένα αντιφατικό σύμπλεγμα. Αυτή ακριβώς η αντιφατικότητα και η σύγχυση αποτυπώνεται και στον τρόπο που επιχειρεί να ερμηνεύσει τις εξελίξεις. Να συνταιριάξει την άποψη των παραγωγικών δυνάμεων με αυτήν της ταξικής πάλης και με καθόλου τυχαία αναφορά στο 1970 (περίοδο της οικονομικής κρίσης). Και πάλι θα πρέπει να θυμίσουμε κάποια πράγματα. «Η οικονομική κρίση (…) αποτελεί ταυτόχρονα και κρίση της μορφής λειτουργίας (…) συνεπάγεται αναστάτωση, αναδιάρθρωση του συστήματος και αναδιάταξη δυνάμεων ανάλογη με το βάθος και την έκτασή της. Η νέα ισορροπία όποτε και όπως έρθει δεν θα έχει τους ίδιους φορείς με αυτούς που ήταν πριν την κρίση». (Από κείμενό μας για το ΠΑΣΟΚ το …1981). Αυτή λοιπόν η «αναστάτωση» στα πλαίσια του συστήματος δεν συνιστά ούτε εξέλιξη των παραγωγικών σχέσεων ούτε πέρασμα σε νέα περίοδο του καπιταλιστικού συστήματος. Αντιλαμβανόμενο το ΝΑΡ (όσο, όπως) το αντιφατικόν του πράγματος «συμπληρώνει» με το τελικό συμπέρασμα ότι η υπόθεση κρίθηκε τελικά από την «συμπυκνωμένη εξέλιξη της πάλης των τάξεων». Δηλαδή; Θα ‘χαν πολύ ενδιαφέρον τυχόν εξηγήσεις του. Γιατί το πραγματικό πρόβλημα εδώ είναι ότι με τις ανατροπές του ’89-’91 έχουμε πράγματι περάσει σε μια νέα περίοδο. Το θέμα είναι πρώτον στη βάση ποιων όρων και αιτιών υπήρξε μια τέτοια εξέλιξη. Δεύτερο τι είδους εξέλιξη συνιστά. Κατά την άποψή μας λ.χ. οφείλεται στην οπισθοχώρηση, την ήττα του εργατικού κομμουνιστικού κινήματος. Αυτό που την χαρακτηρίζει είναι η συνολική ανατροπή των συσχετισμών σε βάρος της εργατικής τάξης και των λαών. Το ΝΑΡ «οδηγείται» στην αναγνώριση του ρόλου της ταξικής πάλης πασχίζοντας ταυτόχρονα να μην «απαρνηθεί» απόψεις τις οποίες έχει «χρεωθεί».
Αυτή η εξέλιξη δεν είναι άλλωστε και η μοναδική στην πορεία της ιστορίας. Αυτή η μετάβαση από μια περίοδο (ή φάση ή ό,τι αλλιώς) σε μια άλλη δεν είναι κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά. Από την εποχή του περάσματος του καπιταλισμού στην ιμπεριαλιστική του περίοδο είχαμε σειρά σημαντικών έως και συγκλονιστικών εξελίξεων. «Δειγματοληπτικά» αναφέρουμε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Οκτωβριανή Επανάσταση, τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τις καταρρεύσεις του ’89-’91. Το ερώτημα ωστόσο είναι αν με όλα αυτά είχαμε μεταβολές στην λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος, ανάλογες με αυτές που σημάδεψαν το πέρασμά του στην ιμπεριαλιστική του περίοδο.
Θεωρίες βέβαια πάνω σ’ αυτό πολλές. Για το 3ο κύμα, την ρομποτοποίηση, την κοινωνία της πληροφορίας, το μεταβιομηχανικό μοντέλο, την …παγκοσμιοποίηση και άλλες ων ουκ έστιν αριθμός. Ολες τους σχεδόν με αστική προέλευση και παράλληλη ρεφορμιστική στήριξη. Το αντικείμενο και η στόχευσή τους. Πρώτον, η υποστήριξη της άποψης ότι ο καπιταλισμός εξελίσσεται, επιδέχεται συνεπώς αλλαγές, μεταρρυθμίσεις κ.λπ. Αρα ποιο το νόημα της ταξικής πάλης και πολύ περισσότερο της Επανάστασης. Δεύτερο, εφόσον έχουμε τέτοιας κλίμακας και βάθους μεταβολές, αυτό σημαίνει πως είναι παρωχημένες, τόσο η ανάλυση του Μαρξ για τον καπιταλισμό όσο και του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό. Οι στοχεύσεις ίδιες.
Για την ”αντικαπιταλιστικη Επανασταση και την ”Δυαδικη εξουσια”
Με ανάλογα αντιφατικό τρόπο αποτυπώνονται όλα αυτά στην διαμόρφωση της πολιτικής γραμμής του ΝΑΡ.
Το πρόβλημα του ΝΑΡ ορίζεται από την ύπαρξη των δυο στρατηγικών και την μάταιη προσπάθεια συγκερασμού τους. Εχοντας ήδη αναφερθεί σ’ αυτό το ζήτημα στις προηγούμενες σελίδες, μπορούμε να είμαστε σύντομοι.
Θεωρούμε πως έχει ιδιαίτερο βάρος και σημασία η τοποθέτηση ότι η «προτεραιότητα της πάλης σε εθνικό επίπεδο παραμένει βασική αρχή της επαναστατικής πάλης».
Ανάλογης βαρύτητας είναι η τοποθέτηση πως «καθοριστικής σημασίας είναι το ζήτημα της αντικαπιταλιστικής επανάστασης. Για το ΝΑΡ δεν μπορεί να υπάρχει ουσιαστική κοινωνική αλλαγή χωρίς επανάσταση, χωρίς την λύση του προβλήματος της εξουσίας». (Καθώς και άλλες παρόμοιας λογικής και κατεύθυνσης τοποθετήσεις). Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι αυτή η κατεύθυνση αντιρροπείται και τελικά εξουδετερώνεται από τοποθετήσεις που επαναλαμβάνοντας παλιότερες, υπηρετούν μια άλλη κατεύθυνση.
Εχουμε έτσι αναφορές σε «άλματα που δεν θα ‘ναι μονόπρακτα», σε αλλαγές κοινωνικών σχέσεων «από τα σήμερα», την επαναδιατύπωση της άποψης πως η επανάσταση «δεν είναι ένα είδος κεραυνού που εξαπολύει μια αποφασισμένη πρωτοπορία ισοπεδώνοντας την πάλη των τάξεων». Και βέβαια της άποψης για διαμόρφωση όρων «δυαδικής εξουσίας» κ.λπ. Εχοντας ήδη αναφερθεί στα περισσότερα απ’ αυτά θα σταθούμε μόνο στο ζήτημα της «δυαδικής εξουσίας».
Κατάσταση δυαδικής εξουσίας είναι πιθανό να υπάρξει στην πορεία της ταξικής πάλης. Δύο πράγματα είναι βέβαια μ’ αυτήν. Πρώτον ότι δεν «προγραμματίζεται» για τον ίδιο ακριβώς λόγο που δεν γίνεται να «προγραμματιστεί» η ιστορία. Είπαμε, είμαστε στην εποχή της κουμπιουτεροποίησης αλλά μην τρελαινόμαστε κιόλας! Δεύτερο ότι αν και εφόσον προκύψει, θα ‘ναι αναγκαστικά βραχύχρονη. Οταν τεθεί -πραγματικά και όχι στη φαντασία μας- ζήτημα εξουσίας τα πάντα αλλάζουν. Ολα τα δεδομένα, οι αντιθέσεις κ.λπ. οξύνονται στο έπακρο. Ολες οι διεργασίες παίρνουν ραγδαίο πυρετώδικο ρυθμό, καθώς κάθε στιγμή και σε κάθε ζήτημα θα κρίνεται το ποιος-ποιον.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη σαχλαμάρα από το να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να «προγραμματίσει» μια κατάσταση «δυαδικής εξουσίας» η οποία μάλιστα να εκτείνεται σε μια μακρόχρονη ιστορική περίοδο. Και δυστυχώς αυτή είναι η «καλή» ερμηνεία» του πράγματος. Η κύρια βρίσκεται στο ρεφορμιστικό υπόβαθρο αυτής της αντίληψης.
Ο ”επιθετικος”ρεφορμισμος
Ακόμη πιο έντονα αποτυπώνονται αυτά τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά στις συγκεκριμένες εκφράσεις αυτής της πολιτικής, τους στόχους, τις διεκδικήσεις στις οποίες εξειδικεύεται. Στην λογική που διαποτίζει αυτή την τακτική, τον τρόπο που τεκμηριώνεται.
Ας δώσουμε κατ’ αρχάς ορισμένες χαρακτηριστικές περιπτώσεις διεκδικήσεων έτσι για να γίνεται αντιληπτό σε τι αναφερόμαστε. Εχουμε λοιπόν την «πάλη για αναλογικό μισθό», για «ριζική αλλαγή της σχέσης ιδιοποίησης του συνολικού πλούτου». Την πάλη που «θα επιδιώκει αλλαγές στις παραγωγικές σχέσεις και δημοκρατίας στους τόπους δουλειάς». Για «ταμείο ανεργίας με φορολόγηση των κερδών των καπιταλιστών» και «επιστροφή των κλεμμένων». Διεκδικήσεις που αφορούν «μείωση των κερδών των κεφαλαιοκρατών» (της «ασυδοσίας του κεφαλαίου», που θα ‘λεγε και το ΚΚΕ). «Εργατικός έλεγχος πάνω στο τι παράγεται». Οσον αφορά τις ιδιωτικοποιούμενες επιχειρήσεις, «ανάγκη ριζικής ανασυγκρότησής τους με κριτήριο τις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας». «Προγράμματα επιμόρφωσης … μήνας επιμόρφωσης για όλους τους εργαζόμενους … Επιστημονική κατάρτιση για όλους» κ.λπ. (Ξεχάσατε την «δια βίου εκπαίδευση», σ.) «Κοινωνικοποίηση Τραπεζών, Τηλεπικοινωνιών, της ενέργειας, των συγκοινωνιών, των εταιριών πετρελαιοειδών και άλλων μονάδων στρατηγικής σημασίας». (Οχι δεν είναι από το πρόγραμμα «Λαϊκής Οικονομίας» του ΚΚΕ).
Εχουμε ακόμα «Πάλη για αυξανόμενο ρόλο των οργάνων της εργατικής πολιτικής (έστω και πρωτόλειων) στα πεδία της ανάπτυξης της επένδυσης του προσανατολισμού και της χρήσης των παραγωγικών δυνάμεων … Ρυθμίσεις που θα κατοχυρώνουν το εργατικό βέτο για κρίσιμα θέματα της παραγωγικής διαδικασίας. Πάλη ενάντια στην γιγαντιαία επέκταση της πολεμικής βιομηχανίας και κατάργησής της». Ας περιοριστούμε σ’ αυτά.
Ενα ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν η επιχειρηματολόγηση, η εξήγηση της λογικής στην οποία εντάσσονται αυτές οι -ολοφάνερα για μας- ρεφορμιστικού χαρακτήρα διεκδικήσεις. Υπενθυμίζουμε εδώ -και για να μην τα επαναλαμβάνουμε- αυτά που αναφέραμε για την τακτική της «αντίστροφης ιεράρχησης», την λογική της «μεταφοράς της στρατηγικής στο πεδίο της τακτικής» κ.λπ.
Ολα αυτά -κατά ΝΑΡ- αποτελούν στοιχεία και εκφράσεις της «ενιαίας στρατηγικής» του. Αυτής που οριοθετείται τόσο απέναντι στον ρεφορμισμό όσο και απέναντι σε αντιλήψεις που περιορίζονται στο «άμεσο», το «εφικτό», το «αμυντικό» που «δεν προσβλέπουν» στην σύνδεση με την προοπτική, που «δεν έχουν» στρατηγική.
Οτι αυτές οι διεκδικήσεις αποτελούν στοιχεία σύνδεσης της τακτικής με την στρατηγική, κρίκους μιας πάλης που προσβλέπει και οδηγεί στην επαναστατική ανατροπή. Γι’ αυτό άλλωστε οφείλει να είναι «επιθετική» (καλή ώρα όπως η Παπαρήγα με την απερίγραπτη «αντεπίθεσή» της) σε αντίθεση με τον «αμυντισμό» αλλού.
Ας δώσουμε όμως εδώ δυο χαρακτηριστικά αποσπάσματα όπως «μας έρχονται» από το 1ο Συνέδριο του ΝΑΡ.
«Αυτός ο χαρακτήρας καθορίζει και επιβάλλει πλάι σε κάθε συγκεκριμένο αίτημα ρήξης να προβάλλεται η ‘συνέχειά’ του όχι σαν ζύμωση και προπαγάνδα για το μακρινό μέλλον και την πιθανή πολιτική ‘διαπαιδαγώγηση’ και εκπαίδευση των μαζών, αλλά κυρίως σαν πρακτικό μέτρο ασφάλειας».
«Γενικότερα δεν μπορεί οποιαδήποτε πρόταση διεκδίκησης να προωθείται χωρίς να κατοχυρώνεται απέναντι στο αναπόφευκτο ρεβανσισμό του κεφαλαίου … και να μην προβάλλεται παράλληλα σαν μέσο κατοχύρωσης και ουσιαστικής επιβίωσης αυτής της αλλαγής η αντικαπιταλιστική επανάσταση σ’ όλες τις σχέσεις μέχρι το τέλος».
Ας τα δούμε λίγο όλα αυτά ξεκαθαρίζοντας κατ’ αρχάς ένα ζήτημα. Η άποψη πως κάποιες «άλλες» πολιτικές δυνάμεις περιορίζονται στο «άμεσο» και δεν εντάσσουν τις παρεμβάσεις τους σε μια συνολική πολιτική λογική και γενικότερη προοπτική είναι απλώς μια «εφεύρεση» και η οποία μπορεί να απευθύνεται μόνο σε πολιτικά αφελείς.
Το πραγματικό ερώτημα είναι «ποια συνολική πολιτική (ή «στρατηγική κατεύθυνση» αν θέλετε) κινείται η κάθε πολιτική δύναμη και ποια η πραγματική διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις κατευθύνσεις (και πολιτικές δυνάμεις). Και το επίσης πραγματικό ζήτημα είναι εδώ ο ρεφορμιστικός χαρακτήρας της πολιτικής γραμμής του ΝΑΡ ανεξάρτητα από το πώς εμφανίζεται.
Αν εξετάζαμε μια «παραδοσιακή» ρεφορμιστική λογική θα βλέπαμε ότι χαρακτηρίζεται από την προβολή σειράς ρεφορμιστικών διεκδικήσεων, επιδίωξης διαδοχικών αλλαγών που αθροιστικά, εξελικτικά, σωρευτικά οδηγούν στο ποιοτικό επίπεδο που σηματοδοτεί το πέρασμα στον …σοσιαλισμό. Οι σύγχρονοι -και πιο ξεσκολισμένοι- ρεφορμιστές, περίπου το ίδιο αλλά χωρίς …σοσιαλισμό μια και ανοιχτά πλέον κινούνται στην λογική «βελτίωσης» του συστήματος. Η πολιτική του ΝΑΡ ακολουθεί την ίδια «διαδρομή» χαρακτηρίζεται από την ίδια εξελικτική λογική. Αν λ.χ. στη θέση των «βαθιών διαρθρωτικών αλλαγών» βάλουμε την λογική του «ξεφλουδίσματος» ή στη θέση των «νησίδων σοσιαλισμού» τις «αλλαγές στις παραγωγικές σχέσεις» έχουμε σαφέστατες απαντήσεις.
Αυτό δεν αλλάζει ούτε «διασώζεται» με το να τα βαφτίσουμε όλα αυτά κρίκους της διαρκούς επαναστατικής διαδικασίας, η οποία «συνδέει» την τακτική με την προοπτική και οδηγεί στην επανάσταση, ούτε με συνταγές «συνέχειας» και «διασφάλισης».
Η Επανάσταση, αυτό το «μονόπρακτο» που τόσο αποστρέφεται το ΝΑΡ (και που φυσικά δεν είναι καθόλου μονόπρακτο) υπαγορεύει την δική της στρατηγική και τακτική που καμιά σχέση δεν έχουν με όλα αυτά. Η σύνδεση της τακτικής με την στρατηγική δεν είναι «δήλωση» αλλά το εμπράγματο, δηλαδή πολιτικό, αποτέλεσμα των καθημερινών ταξικών πολιτικών αναμετρήσεων. Η «συνέχεια» των αγώνων δεν μπορεί να γίνεται αντιληπτή στη βάση μιας γραμμικής, αθροιστικής λογικής που το μόνο που δείχνει είναι το έλλειμμα κατανόησης της διαλεκτικής της πάλης. Δεν ξέρουμε πόσο και τι θα γίνονταν αντιληπτό, αν λέγαμε ότι η συνέχεια λ.χ. ενός αγώνα των οικοδόμων θα μπορούσε να ‘ναι ένας φοιτητικός, μετά των τραπεζοϋπαλλήλων κι από εκεί στις κινητοποιήσεις των ντοματοπαραγωγών Αργολίδος κ.ο.κ.
Ανάλογα μπαίνει το ζήτημα της «διασφάλισης». Ολες οι κατακτήσεις χωρίς καμιά εξαίρεση και μέχρι την συνολική ανατροπή υπόκεινται στον «ρεβανσισμό» του κεφαλαίου. Μέχρι τα τότε η «διασφάλιση» δεν βρίσκεται ούτε στο «προωθημένο» μιας κατάκτησης ούτε της ανακήρυξής της σε φετίχ. Ολα μα όλα, και η κατάκτηση, και η συνέχεια και η όποια κατοχύρωση έχουν κατά βάση μια και μόνο συνάρτηση. Τον ταξικό πολιτικό συσχετισμό που υπάρχει κάθε φορά και ο οποίος διαμορφώνεται από την «συνέχεια» των αγώνων.
Για μια ”νεα”-εκλογικη-”στρατηγικη”
Στην συνέχεια θα προσπεράσουμε σειρά ζητημάτων στα οποία θα θέλαμε να αναφερθούμε μια και διατυπώνουμε πως κι αυτή ακόμα η προσπάθεια συνόψισης επεκτείνεται πέρα από τα προβλεπόμενα όρια. Θα σταθούμε μόνο σε ορισμένα και με όσο πιο συνοπτικό τρόπο μπορούμε.
Οσον αφορά την φιλολογία περί «αμυντικών» και «επιθετικών» συνθημάτων-διεκδικήσεων την απάντηση την δίνει το ίδιο το …ΝΑΡ και μάλιστα μ’ ένα απόσπασμα του Μαρξ που παραθέτει στο 1ο Συνέδριο. «Αν οι εργάτες υποχωρούσαν άνανδρα στην καθημερινή σύγκρουση με το κεφάλαιο θα αποδείχνονταν ανίκανοι να επιχειρήσουν οποιοδήποτε πλατύτερο κίνημα».
Από τα πιο σοβαρά προβλήματα στην τακτική -και- του ΝΑΡ, υπήρξε η τάση μετατόπισης του πεδίου πάλης από αυτό στο οποίο αναπτύσσονταν, (με διεκδικήσεις που είχαν αναδειχτεί σ’ αυτό) σε πεδία υποτίθεται «προωθημένων» κ.λπ. στόχων. Το πραγματικό αποτέλεσμα (και όσον εξαρτάται από την δική τους παρέμβαση) είναι η απονεύρωση του κινήματος.
Και θα ‘ταν ακόμα πιο σοβαρές οι συνέπειες αν δεν αντιρροπούνταν (όχι πάντα και όχι αρκετά) από την -υπαρκτή- τάση του ΝΑΡ να βρίσκεται «μέσα στους αγώνες που αναπτύσσονται στο βεληνεκές του. Πρόκειται κατά την άποψή μας για το μάλλον καλύτερο χαρακτηριστικό του ΝΑΡ και αυτό που μας έχει φέρει αρκετές φορές δίπλα-δίπλα έστω και σε βάση «άσπονδων συμμάχων». Αλλού είναι το πρόβλημα.
Ως προς την ουσία λοιπόν του ζητήματος και μια και έχουμε επανειλημμένα αναφερθεί θα υπενθυμίσουμε μόνο κάποια βασικά.
Οι διεκδικήσεις των εργαζομένων, ακόμη και οι πιο «πεζές» έχουν το ανεκτίμητο πλεονέκτημα να «μπάζουν» τους εργαζόμενους στο πεδίο της πάλης. Στο αναντικατάστατο «σχολείο» (όπως το χαρακτηρίζει ο Λένιν) της ταξικής πάλης. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερο λάθος (επιεικώς) από το να τους «βγάζει» κανείς από το πεδίο στο οποίο ήδη μάχονται χάριν υποτίθεται «προωθημένων» στόχων και να τους οδηγεί στην πραγματικότητα στο …πουθενά. Να τον μετατοπίζει στο πεδίο ρεφορμιστικών στην ουσία διεκδικήσεων ή να τον φθείρει στην βάση θλιβερών μικροκομματικών σκοπιμοτήτων.
Αλήθεια, αναρωτήθηκαν άραγε οι ιθύνοντες (αλλά και τα μέλη) του ΝΑΡ ότι εδώ κι ένα χρόνο η πολιτική τους παρέμβαση αρθρώνεται γύρω από τον προεκλογικό άξονα; Οτι αυτό γινόταν σε μια περίοδο που -κατά δική τους διατύπωση- «καίγανε οι δρόμοι»; Οτι συνεχίζεται με τον ίδιο τρόπο και υπάρχει ανοιχτό το ενδεχόμενο να πάει έτσι μέχρι τον Μάρτη; Δηλαδή σε μια φάση όπου -και πάλι κατά δική τους διατύπωση- ετοιμάζεται ο νέος και πιο σκληρός γύρος της επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη, τον λαό και τη νεολαία;
Διαβάστε επίσης:
01 Μαρ 2026Το ζήτημα της αριστεράς και οι απαιτήσεις της ταξικής πάλης
(Ομιλία Β. Σαμαρά)
Η Συνδιάσκεψη αυτή έχει σαν αντικείμενό της το ζήτημα της Αριστεράς. Πώς θα μπορούσαμε να το ορίσουμε; Θα έλεγα ότι το ζήτημα της Αριστεράς είναι το ζήτημα των λαών. Των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν. Του προσδιορισμού των αιτιών αυτών των προβλημάτων. Των λύσεων που απαιτούνται. Των δυνάμεων που θα προωθήσουν αυτές τις λύσεις, με ποιους τρόπους και
Διαβάστε περισότερα
01 Μαρ 2026Δεν υπάρχουν «εύκολες» απαντήσεις. Το ζήτημα του πολέμου και η κριτική του ΜΛΚΚΕ
του Βασίλη Σαμαρά
Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία φυλ. 317, στις 27/4/1996
Ζούμε σε μια εποχή δύσκολη. Το καπιταλιστικό σύστημα κυριαρχεί σε παγκόσμια κλίμακα πολιτικά οικονομικά ακόμη και σε επίπεδο ιδεών απόψεων «αξιών». Αυτή η κυριαρχία εκφράζεται ακόμη και στις απόψεις εκείνων που το «αντιπολιτεύονται» και κάπως έτσι έχουμε τις διάφορες «αριστερές» λιτότητες τον «σοσιαλισμό της αγοράς» κλπ.
Ταυτόχρονα αντανακλάται με έναν τρόπο ακόμη και στις απόψεις αυτών που θέλουν να το ανατρέψουν με αποτέλεσμα την δημιουργία τάσεων «φυγής» είτε προς τα «εμπρός» («εδώ και τώρα»)
Διαβάστε περισότερα
01 Μαρ 2026Για τις θέσεις του ΚΚΕ στο θέμα της παλινόρθωσης και του σοσιαλισμού.
Α. ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΛΙΝΟΡΘΩΣΗΣ
του Βασίλη Σαμαρά
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αντίθεση» Νο 5, τον Ιούνιο του 2010
Η ΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΑΡΞΙΑΚΟ ΤΗΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑ
Το Φλεβάρη του 2009 δημοσιοποιήθηκαν οι αποφάσεις του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ -το δεύτερο θέμα τους αφορούσε τις «Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα με επίκεντρο την
Διαβάστε περισότερα
01 Μαρ 202630 χρόνων από την Συνδιάσκεψη Ανασυγκρότησης του ΚΚΕ(μ-λ) το 1982
Η ομιλία του σ. Βασίλη Σαμαρά
Αγαπητοί σύντροφοι, συντρόφισσες, φίλοι και φίλες,
Χαιρετίζω την παρουσία σας σ’ αυτήν την εκδήλωση που γίνεται για τη συμπλήρωση 30 χρόνων από την Συνδιάσκεψη Ανασυγκρότησης του ΚΚΕ(μ-λ) το 1982.
Δεν πρόκειται να κάνω κάποιο απολογισμό εδώ. Αυτό είναι ένα ζήτημα μιας άλλης διαδικασίας. Ούτε και θα κάνω μια πλήρη αναφορά σ’
Διαβάστε περισότερα
01 Μαρ 2026«Αντεπίθεση» Ενα γελοίο σύνθημα με «σοβαρές» αφετηρίες και στοχεύσεις
Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία, φυλ. 654, στις 04/12/2010
Εδώ και αρκετά χρόνια βασικό σύνθημα του ΚΚΕ αποτελεί αυτό της «Αντεπίθεσης». Μάλιστα με βάση την λογική με την οποία έχει οδηγηθεί σε τέτοιου συνθήματα η ηγεσία του ΚΚΕ έφτασε και σε απίστευτης γελοιότητας τοποθετήσεις, όπως λ.χ. ότι το αποτέλεσμα των εκλογών (των τελευταίων, των προηγούμενων, των πιο προηγούμενων, των…) θα
Διαβάστε περισότερα
01 Μαρ 2026Για τις απόψεις του ΝΑΡ ή πώς οι επικείμενες εκλογές αποκτούν «επαναστατικό» χαρακτήρα
Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία, φυλ. 491, στις 13/12/2003
Πριν Αλέκτωρ φωνήσαι
Σε προηγούμενα φύλλα της ΠΣ αναφερθήκαμε στον προεκλογικό αναβρασμό που επικρατεί στο σύνολο των πολιτικών δυνάμεων μηδέ του χώρου της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς εξαιρουμένου. Συναγωνίστηκαν όλοι μεταξύ τους να μας πείσουν για την κρισιμότητα των επικείμενων εκλογών. Για τη σημασία της απλής αναλογικής. Για την αναγκαιότητα να σπάσει