ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ
”Ενα φαντασμα πλανιεται πανω απο την Ευρωπη”
Το φαντασμα της…”Δυαδικης Εξουσιας”
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτελεί το πολιτικό σχήμα που εκφράζει την μετωπικού χαρακτήρα συνεργασία σειράς οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Ένα σχήμα με πανελλαδική -ή σχεδόν- πολιτική παρουσία με αρκετό κόσμο στις γραμμές της αλλά και με επιρροή σε έναν ευρύτερο περίγυρο. Ταυτόχρονα με σημαντική παρουσία και συμμετοχή σε σειρά αγώνων, ανεξάρτητα από το πώς εκτιμάει κανείς την πολιτική γραμμή και τον τρόπο με τον οποίο κινήθηκε κάθε φορά.
Με τις θέσεις και τις αποφάσεις της Β’ Συνδιάσκεψής της φιλοδοξεί να δώσει απαντήσεις σε σειρά σημαντικών ζητημάτων. Να αντιμετωπίσει το ζήτημα της διεξόδου για τον λαό και τη χώρα, το κυβερνητικό πρόβλημα, το ζήτημα εξουσίας, το ζήτημα του κινήματος, το πρόβλημα της Αριστεράς. Το θέμα είναι πώς με όσα διατυπώνονται στις θέσεις και τις παρεμβάσεις από διάφορες πλευρές, ότι πριν απ’ όλα αυτά τα μεγάλα ζητήματα θα έπρεπε ίσως να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της …ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Των -έως και διαμετρικά- αντίθετων απόψεων αλλά και διαφορετικών «αναγνώσεων» των θέσεων και αποφάσεων που ψήφισε η Συνδιάσκεψη. (Ομόφωνα ή κατά πλειοψηφία, μας διαφεύγει).
Το ζήτημα που αναδείχνεται με όλα αυτά αφορά τόσο την ουσία των διαφορών όσο και τον χαρακτήρα της ενότητας που παρά την ύπαρξή τους επιτυγχάνεται.
Απ’ εκεί και πέρα το πώς θα παρέμβει, ποιες κατευθύνσεις θα προωθήσει, ποιες θέσεις θα υλοποιήσει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είτε ως σύνολο είτε ως κάθε συνιστώσα κατά την ιδιαίτερη άποψή της μένει να το δούμε.
Για την ώρα ας σταθούμε στις θέσεις και αποφάσεις της Συνδιάσκεψης, αλλά και στα ζητήματα που θέτουν με τις παρεμβάσεις τους διάφορες πλευρές και το τι τελικά μας δίνουν ως συνολική άποψη.
Ας ξεκινήσουμε με την ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ της 2ης Συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Από τη θέση 1. «Οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά καταπιεσμένα στρώματα, σε όλο τον κόσμο, στην Ευρώπη και ειδικά στην Ελλάδα, βρίσκονται μπροστά σε μια βαθιά και δομική κρίση του καπιταλισμού της εποχής μας και αντιμέτωποι με μια βίαιη και ποιοτικά αντιδραστική επιτάχυνση της επίθεσης του κεφαλαίου, των κυβερνήσεων, του ΔΝΤ, της ΕΕ και όλων των υπερεθνικών μηχανισμών τους … Εμφανίζονται νέοι πρωτοφανείς κίνδυνοι από την όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και ενίσχυση της τάσης για πολεμικές αναμετρήσεις … Η αντικαπιταλιστική ανατροπή αυτής της επίθεσης με επαναστατική προοπτική αποτελεί όρο επιβίωσης για εκατομμύρια εργαζόμενους σ’ όλο τον κόσμο… Την ίδια ώρα πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι παραμένει ενεργός ένας μεγάλος παγκόσμιος εξεγερσιακός κύκλος με πλήθος μεγάλους αγώνες σε όλο τον κόσμο, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την ηρωική λαϊκή έκρηξη του τουρκικού λαού.».
Από τη θέση 2.
«…Η στρατηγική επιλογή του ελληνικού κεφαλαίου για παραμονή στο ευρώ και η απόλυτη σύνδεσή του με την ΕΕ και την ακόμη αντιδραστικότερη προοπτική της, αποτελεί παράγοντα, αφενός στήριξης στην εσωτερική αντεργατική αντιλαϊκή επίθεση και αφετέρου όξυνσης της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού…».
Από την θέση 3.
«Τα γεγονότα του 2010-2012 συγκροτούν έναν πρώτο ”εξεγερσιακό κύκλο”, μια πολιτική περίοδο που σφραγίστηκε από τη μαζική, πεισματώδη και πολύμορφη αντίσταση των αγώνων της εργατικής τάξης και του λαού στη μνημονιακή επιδρομή, η οποία συνέβαλε αποφασιστικά στην όξυνση της αστάθειας και στην πολιτική κρίση του αστικού συστήματος, διαμορφώνοντας τα πρώτα στοιχεία μιας κρίσης ηγεμονίας … Παρόλα αυτά δεν έγινε κατορθωτό να ανατραπεί η επίθεση και αυτό οφείλεται στο ότι: «Ενώ κλονίστηκε, παραμένει η ηγεμονία της αστικής πολιτικής και της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας πάνω στο εργατικό και λαϊκό κίνημα σε συνδυασμό με τη στρατηγική και πολιτική ανεπάρκεια της ρεφορμιστικής Αριστεράς, του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ. Τα παραπάνω υπογραμμίζουν την ανάγκη για μια αντικαπιταλιστική και με επαναστατική προοπτική, στρατηγική επαναθεμελίωση της Αριστεράς και για μια ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού και λαϊκού κινήματος με στόχο την ανατροπή της επίθεσης…».
Αναφέρεται στη συνέχεια (θέση 4) ότι στα πλαίσια της αντιλαϊκής επίθεσης ενισχύεται η τάση «για την επιβολή ενός αντιδημοκρατικού αυταρχικού καθεστώτος έκτακτης ανάγκης και κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού με αναίρεση εργατικών και λαϊκών ελευθεριών…» καθώς και την χρησιμοποίηση της φασιστικής απειλής μέσα και από την «προστασία και ενίσχυση του νεοναζιστικού κόμματος της Χρυσής Αυγής».
Από τη θέση 5. «Την ίδια στιγμή προετοιμάζονται για όλα τα ενδεχόμενα πιέζοντας την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ για την πλήρη ενσωμάτωσή του στο σύστημα…».
Από τη θέση 6. «Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ εκτιμά ότι η πολιτική αστάθεια, η πολιτική κρίση και τα στοιχεία κρίσης ηγεμονίας θα επανεμφανιστούν με νέες μορφές και μεγαλύτερη οξύτητα στο έδαφος των περιπλοκών της κρίσης και των μαζικών αγώνων…». Συνεπώς η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και συνολικά το κίνημα θα πρέπει να προετοιμαστούν από κάθε άποψη απέναντι στις εξελίξεις.
«Β. Η πολιτική πρόταση και το πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ
«Κεντρικός πολιτικός στόχος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, για την ιστορική περίοδο που βρισκόμαστε, είναι η αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου, των κυβερνήσεών του, της ΕΕ και του ΔΝΤ, με το αναγκαίο αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα. Η αντικαπιταλιστική ανατροπή θα επιβληθεί από ένα ανταγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής με πυρήνα ένα ταξικά ανασυγκροτημένο εργατικό κίνημα, με την πολιτική ηγεμονία ενός ισχυρού πόλου-πολιτικού μετώπου της αντικαπιταλιστικής, αντιιμπεριαλιστικής, αντι-ΕΕ και ανατρεπτικής Αριστεράς και κάτω από τη δύναμη του παλλαϊκού-πανεργατικού ξεσηκωμού. Η αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης θα ανοίξει το δρόμο για την επανάσταση, για τη διεκδίκηση και κατάκτηση της εξουσίας και της κυβέρνησης από τις μαχόμενες δυνάμεις των εργαζομένων και του λαϊκού κινήματος, τη σύγκρουση και τελικά τη συντριβή του αστικού κράτους.
Καθοριστικό στοιχείο μιας τέτοιας πορείας αποτελεί η επιμονή και η ανάδειξη του αναγκαίου μεταβατικού αντικαπιταλιστικού προγράμματος…».
Στο σημείο 10 διευκρινίζεται ότι το πρόγραμμα αυτό είναι «αντικαπιταλιστικό», «αντιιμπεριαλιστικό»-«δημοκρατικό» καθώς και ότι «δεν έχει στόχο να συμμαχήσει με μη μονοπωλιακά τμήματα της αστικής τάξης».
«Οι βασικοί άξονες πάλης αυτού του προγράμματος είναι:
-Η μονομερής καταγγελία των μνημονίων για την άμεση βελτίωση της θέσης της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, με κρίκο την κατάργηση όλων των μνημονιακών νόμων που αφορούν εισόδημα, συντάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας και με προοπτική την παραπέρα βελτίωση.
-Η ανατροπή της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ και κάθε κυβέρνησης που εφαρμόζει τα μνημόνια και διαχειρίζεται την επίθεση του κεφαλαίου.
-Η εκδίωξη της τρόικας ΕΚΤ-ΕΕ-ΔΝΤ και όλων των παραμηχανισμών της ΕΕ, η κατάκτηση και διεύρυνση της εργατικής λαϊκής κυριαρχίας και του δικαιώματος του λαού να αποφασίζει για τις τύχες του.
-Η διαγραφή του χρέους με άμεση στάση πληρωμών στους πιστωτές.
-Η εθνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που κλείνουν και απολύουν, με εργατικό – λαϊκό έλεγχο και χωρίς αποζημίωση.
-Η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ, την οποία η ΑΝΤΑΡΣΥΑ προωθεί ως αίτημα αντικαπιταλιστικού χαρακτήρα για μια νέα διεθνιστική πορεία.
-Η ανατροπή της αντιδημοκρατικής πολιτικής της βίας, της καταστολής και του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης με δημοκρατικές κατακτήσεις υπέρ των εργαζομένων και του λαού.
-Η πάλη κατά της φασιστικής απειλής και του ρατσισμού για την υπεράσπιση, νομιμοποίηση, απόδοση της ιθαγένειας στα παιδιά τους και κατοχύρωση των δικαιωμάτων των μεταναστών ως αναπόσπαστο κομμάτι της εργατικής τάξης.
-Η έξοδος από το ΝΑΤΟ, το κλείσιμο των βάσεων, η καταδίκη και άρνηση συμμετοχής στις ιμπεριαλιστικές εκστρατείες σε όλο τον κόσμο και, άμεσα, στη Συρία. Η αποτροπή της απειλής ιμπεριαλιστικού πολέμου στην περιοχή μας, η διάλυση του άξονα Ελλάδας – Ισραήλ.
-Η υπεράσπιση των συλλογικών παραγωγικών δυνατοτήτων γα να μείνουν ανοιχτές επιχειρήσεις και εργοστάσια με εργατικό έλεγχο, για να καλλιεργηθεί η γη από την μικρή και φτωχή αγροτιά και για να ζήσουν τα αυτοαπασχολούμενα λαϊκά στρώματα με τους συνεταιρισμούς τους.
-Η υπεράσπιση και διεύρυνση των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών και όλων των ανθρώπων που υφίστανται διακρίσεις λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού τους.
-Η υπεράσπιση της φύσης και του περιβάλλοντος από τη ληστρική επιδρομή του κεφαλαίου».
Από το σημείο 12.
«Συνολικά το μεταβατικό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ένα πρόγραμμα πάλης που προτείνουμε στο μαζικό εργατικό λαϊκό κίνημα. … Η πάλη για την εφαρμογή αυτού του προγράμματος θα δείξει ότι η οριστική απαλλαγή από την εκμετάλλευση και την καταπίεση δεν μπορεί να έρθει παρά μόνο μέσα από την επαναστατική διαδικασία και την εξουσία των ίδιων των εργαζομένων…».
Από το σημείο 13.
«Στη βάση ενός τέτοιου προγράμματος, ένα ισχυρό, πολιτικοποιημένο εργατικό-λαϊκό κίνημα, μπορεί να ανατρέψει την κυβέρνηση και τα μνημόνια, να «ξηλώσει» το μνημονιακό «κεκτημένο» της αστικής τάξης, να επαναφέρει και να διευρύνει τα εργατικά λαϊκά δικαιώματα. Μια τέτοια κατεύθυνση απαιτεί ένα νέο γύρο μαζικών και αποφασιστικών αγώνων, απαιτεί έναν πολύμορφο «παρατεταμένο λαϊκό πόλεμο». Αντίθετα, η αντιμετώπιση της κυβέρνησης με όρους «κοινοβουλευτικής αναμονής» οδηγεί στην ήττα».
Από το σημείο 15.
«Το πρόγραμμα αυτό, στο σύνολό του, θα υλοποιηθεί από την πολιτική εξουσία και κυβέρνηση της εργατικής τάξης και των σύμμαχων λαϊκών στρωμάτων».
«Γ. Το Αγωνιστικό Μέτωπο Ρήξης και Ανατροπής
Η νέα κατάσταση και οι προηγούμενες εμπειρίες καλούν σε μια αποφασιστική αναβάθμιση της πολιτικής γραμμής του αγωνιστικού μετώπου ρήξης και ανατροπής (ΑΜΡΑ) με καρδιά ένα ταξικά ανασυγκροτημένο εργατικό κίνημα, που θα συνδέεται και θα εμπνέεται από το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα. Για τη συγκρότηση της κοινωνικής συμμαχίας των αγωνιζόμενων λαϊκών μαζών, με εργατική ηγεμονία και ανατρεπτική πολιτική προοπτική. Της μόνης συμμαχίας που μπορεί να νικήσει την κυβέρνηση και να ανατρέψει την επίθεση, να επιβάλει κατακτήσεις και αντιστροφή της ιστορικής πορείας».
Από το σημείο 19.
«Για την οικοδόμηση του αγωνιστικού μετώπου ρήξης και ανατροπής απευθυνόμαστε στη βάση και τις κορυφές όλων των κοινωνικών και πολιτικών ρευμάτων του αγώνα και σε όλες τις δυνάμεις της Αριστεράς για κοινή δράση στο μαζικό κίνημα και σε μέτωπα της περιόδου, με όρους ισοτιμίας και σεβασμό στις απόψεις, με βάση τα κεκτημένα του κινήματος».
«Δ. Ο πόλος της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής ανατρεπτικής Αριστεράς
και η μετωπική πολιτική συμπόρευση για την ανατροπή
Επιδίωξη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι η συσπείρωση των ευρύτερων δυνατών δυνάμεων για τη δημιουργία ενός μαζικού πόλου – πολιτικού μετώπου της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς και των ευρύτερων δυνάμεων της ανατροπής, με την ηγεμονία του αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος. Αυτός ο μαζικός πόλος – πολιτικό μέτωπο είναι αντικειμενικά απαραίτητος για τη δημιουργία του αγωνιστικού μετώπου ρήξης και ανατροπής και για την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος.
Άμεσο βήμα σε αυτή την κατεύθυνση είναι η «μετωπική πολιτική συμπόρευση για την ανατροπή», η συμπόρευση των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής, αντι-ΕΕ, αντι-ιμπεριαλιστικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς. Τέτοιες δυνάμεις είναι πρώτα απ’ όλα οι αγωνιστές και οι αγωνίστριες των κινημάτων, ο μαχόμενος κόσμος της Αριστεράς, οι «φυσικές πρωτοπορίες» που γεννιούνται μέσα στους ταξικούς αγώνες και νοιώθουν όλο και πιο πολύ την απόσταση ανάμεσα στις ανάγκες του αγώνα και την πολιτική και κινηματική ανεπάρκεια των ηγεσιών της ρεφορμιστικής Αριστεράς. Είναι αγωνιστές από την βάση της Αριστεράς, δυνάμεις που προσανατολίζονται στη ρήξη με την πολιτική του κεφαλαίου και της ΕΕ, με ταξική παρέμβαση στο εργατικό κίνημα. Είναι δυνάμεις με κομμουνιστική αναφορά. Δυνάμεις που θέτουν αποφασιστικά το ζήτημα της πάλης κατά του ευρώ και της ΕΕ, όπως το Σχέδιο Β’ – Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής. Είναι οι οργανώσεις της επαναστατικής και αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς, όπως η ΚΟΑ, το ΕΕΚ, την ΟΚΔΕ Εργατική Πάλη και άλλες οργανώσεις. Είναι τα ρεύματα αριστερής αναζήτησης που διαφοροποιούνται από τα διάφορα «πατριωτικά», διαταξικά και απολίτικα ρεύματα του αντιμνημονιακού αγώνα.»
Από το σημείο 22.
«Η ανατροπή της κυβέρνησης και της πολιτικής της, και κάθε κυβέρνησης με αντιλαϊκή πολιτική. … Πολιτική βάση μιας τέτοιας μετωπικής συμπόρευσης είναι το αναγκαίο κι απαραίτητο σήμερα μεταβατικό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα». Με πιο απλά λόγια αυτή η μετωπική συμπόρευση προϋποθέτει την αποδοχή της πολιτικής γραμμής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ από τις άλλες δυνάμεις, που κατά τα άλλα θα «διατηρούν την αυτοτέλειά τους».
Και από το σημείο 24.
«Η μετωπική πολιτική χρειάζεται την αυτοτέλεια και ενίσχυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ως μέτωπο της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής και κομμουνιστικής Αριστεράς, για την ηγεμονία του αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος. Δεν σημαίνει διάχυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, πολύ περισσότερο υποκατάστασή της από τη μετωπική συμπόρευση για την ανατροπή».
Διευκρινίσεις-παρατηρήσεις και ερωτήματα
Παραθέτοντας το πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να διευκρινιστεί ότι:
α) Στην αναγκαιότητα ύπαρξης μεταβατικού προγράμματος αναφέρονται τόσο οι θέσεις όσο και όλοι οι παρεμβαίνοντες.
β) Μια σημαντική διαφορά βρίσκεται στο ότι από ορισμένες πλευρές χρησιμοποιείται ο όρος «αντικαπιταλιστικό-μεταβατικό» και από άλλες απλά «μεταβατικό».
γ) Υπάρχει κοινή αποδοχή των περισσότερων σημείων του προγράμματος και διαφορές σε ορισμένα. Π.χ. στα «6 σημεία» του «κειμένου υπογραφών» δεν υπάρχει η αναφορά για «έξοδο από το ΝΑΤΟ» κ.ά.
δ) Όσο για τις διαφορές που συνάγονται από τις διάφορες τοποθετήσεις, αυτό θα αντιμετωπιστεί παρακάτω.
Με βάση αυτά δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνονται τα σημεία του προγράμματος όπου αναφερόμαστε σ’ αυτό αλλά μόνο παραπομπή στην αρχική παράθεσή τους.
Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τις δυνάμεις στις οποίες απευθύνεται η πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ καθώς στις ίδιες λίγο-πολύ αναφέρονται όλοι οι παρεμβαίνοντες. Το ίδιο και σε σχέση με τυχόν διαφορές.
Παρατηρήσεις και ερωτήματα.
Η απόφαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αναφέρεται στο ότι «δεν έχει στόχο να συμμαχήσει με μη μονοπωλιακά τμήματα της αστικής τάξης». Ως προς το ζήτημα αυτό να αρκεστούμε σ’ αυτή τη δήλωση ή να βγάλουμε συμπεράσματα από το σύνολο θέσεων και τοποθετήσεων;
Το «μεταβατικό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι «ένα πρόγραμμα πάλης που προτείνουμε στο μαζικό λαϊκό κίνημα» ή ένα κυβερνητικό πρόγραμμα;
Το ερώτημα μπαίνει και σε συνάρτηση με το σημείο 15 όπου αναφέρεται ότι «το πρόγραμμα αυτό στο σύνολό του θα υλοποιηθεί από μια κυβέρνηση της εργατικής τάξης…» Στο σύνολό του εντάξει. Υπάρχει και επιμέρους υλοποίηση; Από ποια κυβέρνηση και ποιου χαρακτήρα;
Ανατροπή της επίθεσης ή της κυβέρνησης; Δεν είναι το ίδιο. Πρόκειται για δυο διαφορετικά ζητήματα τα οποία γενικά μπορεί και να συνδυαστούν μόνο που στην περίπτωση αυτή το ένα είναι που θα προβάλλει ως κύριος στόχος πάνω στον οποίο θα επικεντρωθούν οι προσπάθειες και ο αγώνας. Και στην περίπτωση αυτή με σαφήνεια προβάλλει ο στόχος ανατροπής της κυβέρνησης, ο οποίος μάλιστα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται «με όρους κοινοβουλευτικής αναμονής». Πρόκειται βέβαια για «παλιά» ιστορία. Το «να πέσει η κυβέρνηση» υπάρχει σαν κεντρικό σύνθημα των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ εδώ και χρόνια. Διατυπώθηκε -για να μην πάμε πολύ πίσω- απέναντι στην κυβέρνηση Καραμανλή. Στη συνέχεια απέναντι στην κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ. Μετά σ’ αυτήν του Παπαδήμου. Ακολούθως απέναντι στην «δικομματική» και «κάθε μνημονιακή κυβέρνηση που θα μας επιβάλλουν η ΕΕ, το ΔΝΤ» κ.λπ. Να πέσει λοιπόν η κυβέρνηση. Κι άμα πέσει να ξαναπέσει. Και μετά να ματαξαναπέσει κ.ο.κ. Και πού θα πάει στο τέλος, θα την πετύχουμε την καλή.
Από τις εισηγητικές θέσεις της ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ
Η πολιτική απόφαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ βασίστηκε στις θέσεις που διατύπωσε εισηγητικά η ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ καθώς και στον διάλογο που ακολούθησε πριν και κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης. Χρήσιμο είναι να παρατεθούν εδώ ορισμένα σημεία αυτών των θέσεων.
Από τη θέση 10.
«Η μόνη λύση είναι η έξοδος από ΕΥΡΩ-ΟΝΕ-ΕΕ. … Η ΕΕ ούτε μεταρρυθμίζεται, ούτε διορθώνεται».
Στην θέση 23 αναφέρονται στην αναγκαιότητα αλλαγής των συσχετισμών στην Αριστερά.
Από την θέση 41.
«Έτσι ο πολιτικός στόχος για την περίοδο είναι η ανάπτυξη ενός κινήματος ανατροπής της επίθεσης … για να φύγει ο τρικομματικός εφιάλτης ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΔΗΜΑΡ… Η πτώση της κυβέρνησης δεν θα γίνει απλά λόγω των εσωτερικών της αντιφάσεων των σκανδάλων και της διαμάχης των «κέντρων» … Η ανατροπή της επίθεσης και της κυβέρνησης με την δύναμη του λαϊκού ξεσηκωμού θα βαθύνει την κρίση του πολιτικού συστήματος …».
Από την θέση 43.
«Το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα αφορά πάνω απ’ όλα το σήμερα. Είναι ένα σύνολο αιτημάτων και πολιτικών στόχων που παλεύουμε να επιβληθεί από σήμερα παρά το γεγονός ότι σε συνθήκες καπιταλιστικής κυριαρχίας μόνο εν μέρει και όχι σταθερά μπορεί να υπάρξουν κατακτήσεις».
«… Η άμεση και μονομερής καταγγελία των μνημονίων και η εκδίωξη της Τρόικα».
Από το ίδιο σημείο (43).
«… Η διαγραφή του χρέους με άμεση στάση πληρωμών στους πιστωτές, η απόσπαση τμήματος από τα κέρδη με αυξήσεις στους μισθούς και με ριζικά αυξημένη φορολογία στο κεφάλαιο, η δέσμευση κεφαλαίων από τις πολυεθνικές και τους μεγιστάνες του πλούτου από ένα εθνικοποιημένο και εργατικά ελεγχόμενο τραπεζικό σύστημα είναι η μόνη απάντηση για το πού θα βρεθούν τα λεφτά για τις εργατικές διεκδικήσεις».
Αληθινό πανηγύρι, χαρακτηριστικό της σύγχυσης, των αντιφάσεων αλλά και οπορτουνιστικών τάσεων στη βάση των οποίων κινούνται. Η διεκδίκηση αυξήσεων είναι κατ’ αρχάς μια σωστή εργατική διεκδίκηση. Όχι μόνο επειδή είναι δίκαιη αλλά και επειδή πατάει στο έδαφος που κινούνται, «γνωρίζουν» και παλεύουν οι εργαζόμενοι, το έδαφος των αναγκών και των απαιτήσεών τους.
Απ’ εκεί και πέρα το ότι κάτι τέτοιο θα έχει σαν συνέπεια την μείωση των κερδών του κεφαλαίου είναι δευτερογενές αποτέλεσμα και όχι στόχος της πάλης των εργαζομένων. Η αναγωγή της «μείωσης των κερδών» σε κύριο στόχο (αυτό προτάσσεται) δεν είναι απλώς μια λάθος διατύπωση που σαν τέτοια θα μπορούσαμε και να την προσπεράσουμε. Είναι στην ίδια λογική με την «ριζικά αυξημένη φορολογία στο κεφάλαιο», την «δέσμευση κεφαλαίων από τις πολυεθνικές» και την «απάντηση στο πού θα βρεθούν τα λεφτά».
«Λεφτά υπάρχουν», καθώς είχε πει ο Γ. Παπανδρέου ή καθώς επανέλαβε με δικές του διατυπώσεις ο Τσίπρας. Η ουσία του πράγματος. Ο τρόπος που τίθενται τα ζητήματα παραπέμπει όχι σε εργατικές διεκδικήσεις αλλά σε κυβερνητικό πρόγραμμα.
Αλλά και σε αυτή τη βάση αναπηδούν μια σειρά άλλα ζητήματα. Σε τι είδους κυβέρνηση προσβλέπουν και η οποία θα πραγματοποιήσει όλα αυτά τα ωραία και καλά; Μια κυβέρνηση που θα αναδειχτεί εκλογικά και συνεπώς θα λειτουργεί μέσα στα πλαίσια και με τους όρους του συστήματος; Πόσους βαθμούς αυταπάτης να καταλογίσουμε σε μια τέτοια άποψη;
Αλλά ας πάρουμε την άλλη εκδοχή. Ότι αναφέρονται σε μια κυβέρνηση λαϊκής-εργατικής εξουσίας κ.λπ. Ας αφήσουμε στην άκρη το πώς φτάνουμε σ’ αυτήν, ζήτημα που θα μας απασχολήσει παρακάτω. Ας το δεχτούμε σαν υπόθεση εργασίας. Αλήθεια μια εργατική κυβέρνηση θα μειώσει απλώς τα κέρδη του κεφαλαίου και θα το φορολογήσει; Δεν θα καταργήσει την ύπαρξη και τον ρόλο του; (Άσε που μπαίνει και το ερώτημα για το πώς αντιλαμβάνονται την σχέση «κεφάλαιο» στα πλαίσια μιας εργατικής-λαϊκής, οικονομίας-κοινωνίας).
Όσο για το άλλο, κατά ποια λογική μπορεί να πιστεύει κανείς ότι σε μια τέτοια περίπτωση (εργατικής εξουσίας) οι πολυεθνικές θα κάτσουν να περιμένουν την δέσμευση των κεφαλαίων τους και δεν θα τα φυγαδεύσουν εγκαίρως. (Άσε που έχω την απορία τίνι τρόπω θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο. Έχω την εντύπωση ότι μάλλον μπερδεύουν την περίπτωση της Κομμούνας που δεν κατάσχεσε τον χρυσό και τα χρήματα της Κεντρικής Τράπεζας της Γαλλίας με τους σύγχρονους τρόπους σύστασης, ύπαρξης και διακίνησης κεφαλαίων).
Και όμως η απάντηση -κατά ΑΝΤΑΡΣΥΑ πάντα- υπάρχει. Δεν βρίσκεται ούτε στη μια ούτε στην άλλη εκδοχή των πραγμάτων αλλά σε μια τρίτη. Την κατάσταση «δυαδικής εξουσίας» που θα δημιουργηθεί στην πορεία κ.λπ. (Θα γίνει αναφορά ειδικότερα σ’ αυτό το ζήτημα στη συνέχεια). Στα πλαίσια λοιπόν μιας τέτοιας κατάστασης οι πολυεθνικές δεν θα ξέρουν αν πρέπει να μείνουν ή να φύγουν. Πάνω στην αμηχανία τους λοιπόν θα τις πιάσουμε στον ύπνο και θα δεσμεύσουμε τα κεφάλαιά τους. Λαμπρά!
Ας προχωρήσουμε όμως.
Από την θέση 44.
«Ένα τέτοιο πρόγραμμα απαιτεί κλιμάκωση των αγώνων και στράτευση στον αναγκαίο παρατεταμένο λαϊκό πόλεμο» … Ολομέτωπη πάλη για την ανατροπή της κυβέρνησης Σαμαρά και κάθε μνημονιακής κυβέρνησης».
Από τη θέση 46.
«Μέσα στην διαδικασία του ταξικού αγώνα και του λαϊκού ξεσηκωμού ο λαός θα οργανώνεται οικοδομώντας τα δικά του όργανα κινήματος. Όλες οι μορφές οργάνωσης και πολιτικοποίησης του αγωνιζόμενου λαού … στην ανάπτυξή τους θα αποτελέσουν τα εν δυνάμει όργανα ”δυαδικής εξουσίας”».
Από την θέση 47 και όσον αφορά το ζήτημα της εξουσίας υπενθυμίζουν την θέση της Α’ Συνδιάσκεψης όπου αναφέρεται: «Η θέση μας είναι ότι μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική δεν περνάει μέσα από την συμμετοχή στη διαχείριση της κυβερνητικής εξουσίας εντός της καπιταλιστικής κυριαρχίας αλλά από την συγκρότηση αυτοτελών οργάνων πάλης για την εργατική εξουσία ανταγωνιστικών και εξωτερικών προς το αστικό κράτος. Διαφορετικά ο κίνδυνος της ενσωμάτωσης ή και της ήττας θα παραμένει ανοιχτός».
Ας ξαναγυρίσουμε λίγο στη θέση 44 όπου αναφέρονται τα εξής:
«Το εργατικό και λαϊκό κίνημα πρέπει να προετοιμάζονται για μια άνευ προηγούμένου σύγκρουση με τις δυνάμεις του κεφαλαίου του κράτους και τους μηχανισμούς τους». Θα μπορούσε κανείς να συμφωνήσει με ορισμένα απ’ αυτά (ιδιαίτερα τα τελευταία) μόνο που έρχεται η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και πάλι να θέσει και άλλες «εκδοχές».
Λέει λ.χ. στη θέση 48.
«Η μορφή και οι δρόμοι προσέγγισης και της διεκδίκησης της εξουσίας θα εξαρτηθεί από τους όρους και τα χαρακτηριστικά της συγκυρίας και το βαθμό κλιμάκωσης της σύγκρουσης, το επίπεδο ανάπτυξης της ταξικής πάλης, τον συσχετισμό δύναμης, την πολιτικοποίηση του οργανωμένου λαού, την εμπειρία, τον συλλογικό πειραματισμό(!) και την επινοητικότητα των λαϊκών μαζών καθώς η ιστορία του κινήματος έχει αναδείξει έναν πλούτο μορφών και δρόμων προσέγγισης της πάλης για την εξουσία». Προσέγγισης της πάλης για την εξουσία ή διεκδίκησή της;
Αλήθεια τι θα πει ανάλογα «τον βαθμό κλιμάκωσης της σύγκρουσης»; Πολύ περισσότερο όταν λίγο πιο πάνω αναφέρονται σε μια άνευ προηγουμένου σύγκρουση»; Τι από τα δύο να επιλέξουμε; Και πάλι η ίδια σύγχυση, οι ίδιες αντιφάσεις και πάλι στην ίδια βάση. Αυτή τη φορά σε σχέση με το πιο κρίσιμο ζήτημα. Το ζήτημα της εξουσίας. Που στα πλαίσια -προφανώς- της «δυαδικής» και της «μεταβατικότητας» μπορεί να τίθεται και να μην τίθεται. Ή να τίθεται «πειραματικά»! Μόνο που το ζήτημα της εξουσίας δεν μπορεί να τίθεται «ολίγον». Ή τίθεται -και εννοείται σαν ζήτημα ημερήσιας διάταξης- ή δεν τίθεται. Αλλά περισσότερα και γι’ αυτό στη συνέχεια.
Ας προχωρήσουμε όμως.
Από την θέση 58.
«Συνολικά ο στόχος μας σε όλη αυτή την κίνηση είναι να διαμορφωθεί η ευρύτερη δυνατή κοινωνική συμμαχία υπέρ μιας κατεύθυνσης ρήξης και ανατροπής. Το ταξικά ανασυγκροτημένο εργατικό κίνημα επιδιώκουμε να κατακτήσει την ηγεμονική θέση σ’ ένα ευρύτερο «ιστορικό μπλοκ» λαϊκών δυνάμεων, μη προλεταριακών στρωμάτων, αυτοαπασχολούμενων, ελευθεροεπαγγελματιών, μικρομεσαίων αγροτών και μικροαστικών στην κοινή πάλη για την ανατροπή της κυρίαρχης πολιτικής και γύρω από το αναγκαίο σήμερα μεταβατικό πρόγραμμα».
Μια πρώτη συνόψιση
Σε γενικές -κατ’ αρχάς- γραμμές αυτά που μπορούμε να διακρίνουμε είναι τα εξής:
Κεντρικός πολιτικός στόχος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ η αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης στη βάση του αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος, με επαναστατική προοπτική και δια μέσω της διαμόρφωσης όρων «δυαδικής εξουσίας».
Όργανο ανατροπής, το ΑΜΡΑ ως κοινωνική πολιτική συμμαχία κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που θα οικοδομηθεί στη βάση του αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος και για την σύσταση της οποίας θα υπάρξει απεύθυνση σε όλες τις δυνάμεις της Αριστεράς.
Καρδιά του ΑΜΡΑ, το ταξικά ανασυγκροτημένο εργατικό κίνημα το οποίο θα συγκροτηθεί και πάλι στη βάση του αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος.
Κινούσα πολιτική δύναμη ο επιδιωκόμενος μαζικός πόλος -πολιτικό μέτωπο με την συσπείρωση των ευρύτερων δυνατών δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής αριστεράς με την ηγεμονία πάντα του αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος. Άμεσα επιδιώκεται η μετωπική πολιτική συμπόρευση όσων δυνάμεων συμφωνούν και αποδέχονται αυτή τη βάση.
Κινητήρια δύναμη για την προώθηση αυτών των κατευθύνσεων και στόχων η ΑΝΤΑΡΣΥΑ η οποία θα πρέπει να ενισχυθεί διατηρώντας την αυτοτέλειά της κ.λπ. Θα μπορούσαν ίσως να αναφερθούν σαν κινητήρες αυτής της κινητήριας δύναμης οι οργανώσεις που συγκροτούν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά ας το προσπεράσουμε.
Ο σχεδιασμός είναι πλήρης και με όλες τις προβλέψεις καθώς είθισται στις προγραμματικές διακηρύξεις. Το ζήτημα βρίσκεται -όπως πάντα- στο αν αυτές οι προβλέψεις και σχεδιασμοί ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα και το τι αυτά μπορούν να δώσουν. Και ακριβώς επειδή αυτά τα πραγματικά δεδομένα δεν εκτιμώνται απ’ όλους με τον ίδιο τρόπο γι’ αυτό υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και προσεγγίσεις και εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Η «ενότητα» των αντιθέτων
Έχει συνεπώς ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πώς αντιμετωπίζονται οι θέσεις και κατευθύνσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ από τις οργανώσεις που την συγκροτούν, από μέλη της ή προσκείμενους σε αυτήν μέσα από σειρά παρεμβάσεων. Παρεμβάσεις που πέρα από την ιδιαίτερη σημασία της κάθε μιας είναι και αρκετά διαφωτιστικές για το σε ποια πραγματική κατεύθυνση κινείται ή μέλλει να κινηθεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Πολύ περισσότερο καθώς με όσα αναφέρθηκαν αλλά και όσα θα αναφερθούν στην συνέχεια γίνεται αντιληπτό ότι μπαίνουν μια σειρά σημαντικών ζητημάτων που αφορούν το κίνημα. Πριν προχωρήσουμε στην παράθεση των απόψεων που εκτίθεται μέσα από τις διάφορες παρεμβάσεις, θα θέλαμε να ξεκινήσουμε με ένα απόσπασμα από την παρέμβαση της Αριστερής Αντικαπιταλιστικής Συσπείρωσης (ΑΡΑΣ) που αναφέρεται σε «Ορισμένα συμπεράσματα» από την Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
«Όμως όπως φάνηκε και από τη Β Συνδιάσκεψη το πρόγραμμα αυτό αντιμετωπίζεται με διαφορετικές οπτικές από τις διαφορετικές δυνάμεις στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ως προς το χαρακτήρα του και ως προς τον τρόπο προώθησής του. Φάνηκαν δύο οπτικές, με μικρότερες ή μεγαλύτερες παραλλαγές στο εσωτερικό τους. Η πρώτη θεωρεί -ή αντικειμενικά καταλήγει- ότι το μεταβατικό πρόγραμμα μπορεί να εφαρμοσθεί μόνο μετά την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της δηλαδή ότι η εφαρμογή ταυτίζεται με μια πρώτη φάση σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Παράλληλα, ότι η συμμαχία που θα αναπτυχθεί για την υλοποίηση αυτού του μεταβατικού προγράμματος πρέπει να περιλαμβάνει δυνάμεις που θεωρούνται αντικαπιταλιστικές και έχουν σαν στόχο την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού. Αναφέρεται κατά αυτό τον τρόπο σε ένα αντικαπιταλιστικό μέτωπο στο οποίο το σύνολο των δυνάμεων που περιλαμβάνει σε αυτό έχουν στόχο το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Η δεύτερη οπτική εκτιμά ότι το μεταβατικό πρόγραμμα μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα, αλλάζοντας το συσχετισμό δυνάμεων και ανακουφίζοντας τις λαϊκές μάζες, ενισχύοντας την τάση προς το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, χωρίς όμως να ταυτίζεται με την έναρξη αυτής της διαδικασίας. Ταυτόχρονα θεωρεί ότι η εφαρμογή του μεταβατικού προγράμματος είναι αντικείμενο μιας ευρύτερης κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας, ενός αριστερού κοινωνικοπολιτικού μετώπου, ,στην οποία μια τάση θα είναι επαναστατικές και αντικαπιταλιστικές δυνάμεις οι οποίες θα πρέπει να παλεύουν για την ηγεμονία στο εσωτερικό αυτού του μετώπου. Σύμφωνα με την δεύτερη οπτική η έναρξη μιας τέτοιας διαδικασίας για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σημαίνει την πολιτική συνεργασία με όλες εκείνες τις δυνάμεις που αποδέχονται την υλοποίηση του μεταβατικού προγράμματος με κεντρικό σημείο την έξοδο από την Ευρωζώνη και την ρήξη με την ΕΕ και τις αστικές πολιτικές.».
Στις θέσεις, απόψεις και εκτιμήσεις της ΑΡΑΣ όπως εκτίθενται σ’ αυτήν και σε άλλες παρεμβάσεις θα αναφερθούμε και στη συνέχεια. Εδώ θα σταθούμε κατ’ αρχάς στο ερώτημα που μπαίνει με αυτό το απόσπασμα. Είναι τα πράγματα έτσι όπως τα θέτει η ΑΡΑΣ; Είναι αυτός ο κύριος και βασικός διαχωρισμός ανάμεσα στις αποκλίνουσες απόψεις και προτάσεις;
Θα λέγαμε πως είναι και έτσι αλλά όχι μόνον έτσι. Αλλά πριν αναφερθούμε σ’ αυτό, χρειάζεται να σταθούμε σε ορισμένα βασικά ζητήματα που ανακύπτουν από μια τέτοια θεώρηση του ζητήματος.
Το πρώτο. Αν τα πράγματα έχουν έτσι, τότε αυτό που έχουμε δεν είναι κάποιες απλά αποκλίνουσες εκτιμήσεις αλλά δυο διαμετρικά αντίθετες στρατηγικές κατευθύνσεις, και οι οποίες υπαγορεύουν επίσης διαφορετικούς έως και αντίθετους τρόπους κίνησης σε όλα τα πεδία.
Το δεύτερο και που έρχεται σαν συνέχεια του πρώτου αφορά το ερώτημα για τα σημεία σύγκλισης που κάνουν εφικτή την συνύπαρξη αυτών των αντίθετων στρατηγικών σε έναν ενιαίο πολιτικό σχηματισμό και σε μια κοινή και ενιαία -υποτίθεται- πολιτική γραμμή;
Μια πρώτη απάντηση μπορεί να αναζητηθεί στο δέλεαρ του εκλογικού 3% και την -οπορτουνιστικής υφής- «συγκολλητική» του δύναμη καθώς και την επίσης οπορτουνιστική τάση και διάθεση πλασαρίσματος ορισμένων στην «κεντρική πολιτική σκηνή». Είναι αυτό; Είναι και αυτό αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Πίσω από τις διαφορετικές απόψεις, τις αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις υπάρχουν και ουσιαστικά στοιχεία πραγματικής ιδεολογικής και πολιτικής σύγκλισης ανάμεσα στις διάφορες -«διαφωνούσες» κατά τα άλλα- πλευρές. Πριν προχωρήσουμε ωστόσο σ’ αυτό, ας παρατεθεί ένα ακόμη απόσπασμα από το σημείο 12 των «Θέσεων».
«Σε αυτό το ιστορικό φόντο της εποχής μας εντάσσεται ο διεθνής εξεγερσιακός κύκλος που άνοιξε με την Αραβική Άνοιξη και τις επαναστατικές καταστάσεις σε Τυνησία και Αίγυπτο, συνεχίστηκε με τα κινήματα των αγανακτισμένων στο Ουισκόνσιν και το κίνημα «Καταλάβετε τη Γουόλ Στρητ» στις ΗΠΑ, τους εργατικούς αγώνες σε Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, Ρουμανία και άλλες χώρες και έφτασε μέχρι τον πρόσφατο λαϊκό ξεσηκωμό στη Βουλγαρία που ανάγκασε την κυβέρνηση σε παραίτηση. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ εκτιμά ότι ο «εξεγερσιακός κύκλος» δεν θα κλείσει …» κ.λπ.
Προφανώς και κατά την λογική που διέπει το παραπάνω απόσπασμα και τις πολιτικές κατευθύνσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το Νεπάλ και η Ινδία ανήκουν σε άλλο πλανήτη γι’ αυτό και οι επαναστάσεις που εξελίσσονται στις χώρες αυτές δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτόν τον «εξεγερσιακό κύκλο» του πλανήτη μας.
Αλήθεια είναι πιο σημαντικό το Ουισκόνσιν από ένα ένοπλο επαναστατικό κίνημα που κράτησε πάνω από δέκα χρόνια, απελευθέρωσε το μισό Νεπάλ και διεκδικεί την τελική νίκη έστω και αν δεν το κατορθώσει με βάση τα προβλήματα και τις αντιφάσεις του; Είναι τόσο πιο σημαντικό το κίνημα «Καταλάβετε την Γουόλ Στρητ» από το επαναστατικό κίνημα στην Ινδία που κυριαρχεί σε μια ζώνη ίσαμε δέκα Ελλάδες; Και ποια εξήγηση μπορεί να δοθεί στο ότι προσπερνώνται «ελαφρά τη καρδία» τέτοια συγκλονιστικά γεγονότα; Να υποθέσουμε ότι η αιτία για τέτοιου είδους «παραλείψεις» βρίσκεται στην τάση πολλών αριστερών να υποτιμούν οποιαδήποτε εξέλιξη δεν συντελείται εντός των ορίων της αναπτυγμένης Δύσης; Είναι και αυτό. Το κύριο όμως είναι άλλο.
Το κύριο βρίσκεται στις ιδεολογικές πολιτικές αντιλήψεις και τις «στρατηγικές» που διαμορφώνονται στα πλαίσιά τους. Η μια πλευρά βρίσκεται στην απόρριψη της λενινιστικής αντίληψης για την επανάσταση αλλά και της μαοϊκής του «παρατεταμένου λαϊκού πολέμου». Η «αλλεργία» που αισθάνονται ορισμένοι απέναντι σε κινήματα που καθοδηγούνται από αυτές τις αντιλήψεις (πόσο μάλλον «τριτοκοσμικά»). Στην άλλη πλευρά βρίσκονται οι τάσεις και απόψεις αναζήτησης του «άλλου δρόμου», της «σύγχρονης στρατηγικής» που «υπερβαίνει» τον καπιταλισμό και θα οδηγεί στον «σοσιαλισμό της εποχής μας». Βασικά της στοιχεία, το «μεταβατικό πρόγραμμα και η κατεύθυνση της «δυαδικής εξουσίας». Στην πραγματικότητα βέβαια όλα αυτά δεν είναι και τόσο νέα. Οι ρίζες τους βρίσκονται στις πρώτες ρεφορμιστικές αντιλήψεις και απόψεις για να φτάσουν μέσα από διάφορες διαδρομές και μεταμορφώσεις μέχρι το σήμερα. Όπως και να ‘χει είναι η σύγκλιση σε μια τέτοια κατεύθυνση που αποτελεί τη βάση συμπόρευσης όλων αυτών των εκ πρώτης όψεως αντιτιθέμενων απόψεων. Το ζήτημα αυτό θα μας απασχολήσει περισσότερο στη συνέχεια. Εδώ ας δούμε πρώτα το φάσμα απόψεων όπως αυτές εκτίθενται μέσα από διάφορες παρεμβάσεις.
«Απαιτούνται τολμηρές υπερβάσεις», υποστηρίζουν σε παρέμβασή τους οι Νίκος Γουρλάς, Γιάννης Καραχάλιος, Πέτρος Παπακωνσταντίνου και Δημήτρης Τσίκανος όπου και αναφέρουν:
«Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ βαδίζει προς τη 2η Συνδιάσκεψή της σε μια κρίσιμη συγκυρία, επιδείνωσης των κοινωνικών συσχετισμών και των πολιτικών προοπτικών».
Το κίνημα κ.λπ. «υποχώρησε σε βαθμό που να βρίσκεται επί θύραις ο κίνδυνος να εμπεδωθεί στις λαϊκές συνειδήσεις μια ιστορική ήττα της Εργασίας και της Αριστεράς».
«Το παράθυρο της ιστορικής ευκαιρίας που μισάνοιξε στις μαχόμενες δυνάμεις της Αριστεράς η τρομερή κρίση των τελευταίων χρόνων, κινδυνεύει να κλείσει».
Αναφέρονται σε στάση και ευθύνες ΣΥΡΙΖΑ-ΚΚΕ κ.λπ. και συνεχίζουν: «Παρά την πρωτοπόρα συμβολή της στους λαϊκούς αγώνες και στην επεξεργασία της λογικής του μεταβατικού προγράμματος … η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν διαθέτει σήμερα την κρίσιμη μάζα για να αλλάξει από μόνη της τη φορά των πραγμάτων … Μπορεί, ωστόσο, να παίξει ρόλο καταλύτη, … με αντίκτυπο και στα μεγάλα, αριστερά κόμματα, … να επιδράσει θετικά σε τμήματα του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ … χωρίς την ενεργητική συμμετοχή των οποίων … η ανατροπή των Μνημονίων και της κυβέρνησης … θα παραμείνει μάταιος πόθος».
«Αυτή την πολιτική στόχευση εξυπηρετεί η λογική του ενιαίου εργατικού μετώπου, την οποία προτείνουμε. Αυτό δεν σημαίνει κεντρική πολιτική συμμαχία με τις δυνάμεις του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ- ούτε καν εκλογική συμμαχία- κάτι για το οποίο προφανέστατα δεν υπάρχουν στοιχειώδεις στρατηγικοί, προγραμματικοί και πολιτικοί όροι».
«Παράλληλα, απαιτείται επειγόντως κατά τη γνώμη μας μια τολμηρή πολιτική παρέμβαση, μια υπέρβαση της ίδιας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για το σχηματισμό ενός ευρύτερου πόλου της αντικαπιταλιστικής, αντιιμπεριαλιστικής Αριστεράς …».
Με απεύθυνση σε δυνάμεις όπως το Σχέδιο Β κ.ά. που αναφέρονται και σε άλλες προτάσεις.
«…ο νέος πόλος δεν θα πρέπει να καταγραφεί ως ”μονοθεματικό” αντι- ευρώ κόμμα (ή, ακόμη χειρότερα, ως «κόμμα της δραχμής»), αλλά να προβάλει μια συνολική, αριστερή, αντικαπιταλιστική απάντηση στο σύνολο των κοινωνικών, δημοκρατικών και εθνικών ζητημάτων…».
Ορισμένες παρατηρήσεις. Αλήθεια τι σημαίνει το να μην καταγραφεί ο νέος πόλος σαν «κόμμα της δραχμής». Για να μην καταγραφεί -έστω συκοφαντικά- ως τέτοιο ένας και μόνος τρόπος υπάρχει. Να μην θέσει ζήτημα εξόδου από ΟΝΕ ή και ΕΕ. Αν αυτό είναι το ένα ζήτημα, το άλλο είναι η «βιασύνη»να μην χαθεί «η ιστορική ευκαιρία». Ένα ζήτημα βέβαια -και καθόλου δευτερεύον- είναι το τι εννοούν σαν ιστορική ευκαιρία. Το άλλο αφορά το ότι για να μην «χαθεί» αυτή η, όπως την εννοούν, ιστορική ευκαιρία, ένας τρόπος και πάλι υπάρχει, με βάση τους δοσμένους σημερινούς συσχετισμούς. Η «κεντρική πολιτική και εκλογική συνεργασία» με ΣΥΡΙΖΑ ή και ΚΚΕ την οποία υποτίθεται πως απορρίπτουν. Το «λιγότερο» που βλέπουν είναι η «υπέρβαση» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η δημιουργία του «πόλου». Δηλαδή ενός πολιτικού οχήματος που θα δώσει τη δυνατότητα καλύτερου πλασαρίσματος στα πλαίσια της Αριστεράς κατ’ αρχάς και στην συνέχεια -εάν και εφόσον- στο «μεγάλο» παιχνίδι.
Την δική τους «Συμβολή στη Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ» επιχειρούν να δώσουν οι Λάζαρος Θερμογιάννης, Σταύρος Μαυρουδέας, Γιάννης Ραχιώτης και Γιώργος Ρούσης.
Στην παρέμβασή τους αφού ασκήσουν την κριτική τους στην αστική τάξη, τους «πάτρωνές» της και την πολιτική τους προχωρούν στις εκτιμήσεις τους.
«Την ίδια ώρα το λαϊκό κίνημα παρά τις πρωτοφανείς κινητοποιήσεις της προηγούμενης περιόδου παρουσιάζει εμφανή σημεία κάμψης. Βασική αιτία η απουσία ενός ρεαλιστικού εναλλακτικού πολιτικού και οικονομικού προγράμματος προς όφελος της εργατικής τάξης και των πλατιών λαϊκών στρωμάτων και ενός αξιόπιστου πολιτικού φορέα-μετώπου που να το προβάλλει και να συνενώσει τον λαό και να διεκδικήσει μαζί του την υλοποίησή του παίρνοντας στα χέρια του τις τύχες του τόπου». Θεωρούν «κολοσσιαίες» γι’ αυτό τις ευθύνες της «επίσημης Αριστεράς» (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ).
Ταυτόχρονα θεωρούν ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρά την μέχρι τώρα συμβολή της «δεν έχει κατορθώσει να ξεπεράσει τα όριά της».
«Δύο -θεωρούν- πως είναι τα βασικά καθήκοντα που έχει να εκπληρώσει». «Πρώτον να προτείνει ένα συνεκτικό και αξιόπιστο ριζοσπαστικό μεταβατικό πρόγραμμα…». Σαν κεντρικό στοιχείο αυτού του προγράμματος θεωρούν την απάντηση «στο βασικό διακύβευμα της περιόδου… την ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΕ…».
«Δεύτερο η πρωτοβουλία για την συγκρότηση ενός πλατιού πολιτικού μετώπου των δυνάμεων της Ριζοσπαστικής Αριστεράς με βάση αυτό το πρόγραμμα…» (Αναφέρονται και αυτοί στις δυνάμεις που προαναφέρθηκαν). «…Το Μέτωπο αυτό δεν θα είναι αποτελεσματικό αν δεν σηκώσει το γάντι της κυβερνητικής πρόκλησης και δεν απαντήσει στο ύπουλο δίλημμα που θέτει στον κόσμο της Αριστεράς ο ΣΥΡΙΖΑ. Το πρόγραμμά του πρέπει να αποτελεί και πρόταση διακυβέρνησης από τις δυνάμεις που το αποδέχονται και το στηρίζουν». Οι αναλογίες με την προηγούμενη παρέμβαση είναι εμφανείς. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι στην τελευταία μπαίνει ανοιχτά η άποψη ότι αυτό το Μέτωπο πρέπει «να σηκώσει το γάντι της κυβερνητικής πρόκλησης». Η αναγκαιότητα να απαντηθεί «το ύπουλο δίλημμα που θέτει ο ΣΥΡΙΖΑ (και μας «κλέβει» ψήφους) είναι το ένα. Το σημαντικότερο είναι και πάλι, όπως και στην προηγούμενη, ότι όρος για να σηκωθεί αυτό το γάντι είναι η εκλογική συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ ή και με το ΚΚΕ. Τι νόημα έχει λοιπόν να κρύβεται κανείς πίσω από το δάχτυλό του; (γαντοφορεμένο ή όχι).
Σε ανάλογα νερά κινείται και η «Πρόταση για τη συμπόρευση δυνάμεων και αγωνιστών σε έναν άλλο δρόμο διεξόδου από την κρίση. Χωρίς χρέος, μνημόνια και Ευρώ» που υπογράφεται από έναν μεγάλο αριθμό ατόμων.
Αναφερόμενοι κατ’ αρχάς στους αγώνες της τελευταίας τριετίας εκτιμούν ότι: «Οι αγώνες αυτοί έχουν κλονίσει το πολιτικό σύστημα, έχουν προκαλέσει ρήγματα και ανακατατάξεις, ωστόσο δεν κατόρθωσαν να εμποδίσουν ή να ακυρώσουν την εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής». Και συνεχίζουν.
«Είναι εμφανής, περισσότερο από ποτέ, η απουσία εκείνου του κοινωνικού και πολιτικού μετώπου που θα ενοποιεί τις αντιστάσεις στη βάση ενός πολιτικού προγράμματος, το οποίο θα συνδυάζει την άμεση επιβίωση του κόσμου της εργασίας, την έξοδο από την ύφεση, την αναχαίτιση της ανεργίας με βαθιές ριζοσπαστικές/δημοκρατικές αλλαγές στην οικονομία, την πολιτική, την κοινωνία, το κράτος.
Αλλαγές που θα βάζουν τη χώρα σε έναν άλλο δρόμο απ’ αυτόν που γνωρίσαμε τις μεταπολεμικές δεκαετίες. Σε ρήξη με τις κυρίαρχες οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις, με την Ευρωζώνη και την ΕΕ, που ευθύνονται για την κοινωνική καταστροφή την οποία βιώνει ο τόπος μας.
Μπροστά σ’ αυτή την ανάγκη, οι ηγεσίες βασικών αριστερών δυνάμεων κάνουν πίσω…».
«Ο άλλος δρόμος μπορεί να ανοίξει, όμως, με αφετηρία τη συσπείρωση αριστερών πολιτικών δυνάμεων και τη δημιουργία ενός ανοιχτού μετωπικού πόλου, ο οποίος θα συγκροτείται πάνω σ’ ένα μεταβατικό πρόγραμμα με τα εξής 6 κομβικά σημεία:
– Καταγγελία του μνημονίου και των δανειακών συμβάσεων. Κατάργηση όλων των μνημονιακών νόμων.
– Στάση πληρωμών και διαγραφή του χρέους.
– Έξοδο από το ευρώ και αποκατάσταση του εθνικού ελέγχου στη νομισματική και οικονομική πολιτική. Εθνικοποίηση των τραπεζών και των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας.
– Σχεδιασμό της οικονομίας με γνώμονα τις λαϊκές ανάγκες, με εργατικό και λαϊκό έλεγχο. Αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος των εργαζόμενων.
– Ριζικό εκδημοκρατισμό όλων των τομέων της κοινωνικής και πολιτικής ζωής.
– Την αναγκαία για την πραγματοποίηση αυτών των αλλαγών ρήξη και αποδέσμευση από την ΕΕ.
Ο προσανατολισμός του πόλου αυτού θα είναι:
– Να θέτει το ζήτημα της κυβερνητικής εξουσίας με βάση το πολιτικό πρόγραμμα των 6 σημείων, με προσανατολισμό τον κοινωνικό μετασχηματισμό και όχι τη διαχείριση…».
Όσο για το ποιους βλέπουν να συγκροτούν αυτόν τον πόλο αναφέρονται και αυτοί στις ίδιες δυνάμεις που προτείνονται και από άλλες παρεμβάσεις. Απ’ εκεί και πέρα, το πώς μπορεί να τεθεί ζήτημα κυβερνητικής εξουσίας σήμερα και τι σημαίνει αυτό, είναι από τα βασικά ζητήματα που απασχολούν αυτή τη συζήτηση.
«Αντικαπιταλιστικό ή αντι-ΕΕ μέτωπο;» διερωτάται η ΟΚΔΕ-Σπάρτακος θέτοντας στο επίκεντρο της κριτικής της το «κείμενο υπογραφών» που προαναφέρθηκε.
«Το κείμενο υπογράφεται από μέλη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, του ΜΑΑ και άλλων οργανώσεων της αριστεράς. Θεωρούμε ότι η συγκεκριμένη πρόταση θέτει σε σοβαρή αμφισβήτηση την πολιτική ανεξαρτησία και το πρόγραμμα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς…». Θεωρεί ότι η απόδοση της κρίσης στις ιδιαιτερότητες του ελληνικού καπιταλισμού και της σύνδεσής της με ιμπεριαλιστικές ενώσεις και όχι στην «παγκόσμια κρίση υπερσυσσώρευσης του καπιταλιστικού συστήματος … καλλιεργεί την αυταπάτη ότι υπάρχει διέξοδος από την κρίση χωρίς ρήξη με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και στο πλαίσιο της αστικής κυριαρχίας». Θεωρεί ανεπαρκή την κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ και πως: «Είναι πολύ σημαντικό οι εργαζόμενοι να μην υποκύψουν στον εκβιασμό του ευρώ και να παλέψουν στη χώρα τους και διεθνώς για τη διάλυση της ΕΕ». Πέρα από το θετικό της κριτικής στον κυβερνητισμό που αποπνέει το «κείμενο υπογραφών» το ζήτημα είναι αν στο όνομα αυτής της «διεθνιστικής πάλης» μπορούμε να βάλουμε «στην άκρη» την πάλη για έξοδο από ΟΝΕ-ΕΕ; Αλλά ας συνεχίσουμε.
«Η αδυναμία του κειμένου να θέσει στο κέντρο του προγράμματος και των αγώνων την εργατική τάξη φαίνεται από τη γεωγραφία του μετώπου που προτείνει. Έτσι, δεν προτείνεται συμμαχία μόνο με δυνάμεις της «ευρύτερης αριστεράς», αλλά και με τις «λεγόμενες αντιμνημονιακές δυνάμεις»». Δηλαδή έτσι και η πρόταση απευθυνόταν μόνο στην ευρύτερη Αριστερά τότε θα ετίθετο στο κέντρο του προγράμματος η εργατική τάξη; Τι σόι «γεωγραφία» είναι αυτή;
«Η συρρίκνωση του αντικαπιταλιστικού προγράμματος σε αντι-ΕΕ έχει σοβαρές συνέπειες, που το μετατοπίζουν ραγδαία προς τα δεξιά. Η επανάσταση και η «ανατροπή» έχουν αντικατασταθεί από έναν απροσδιόριστο ”κοινωνικό μετασχηματισμό”. Η αυτοοργάνωση των εργαζομένων σε δομές αυτοδιεύθυνσης και δυνάμει δυαδικής εξουσίας έχει μετατραπεί σε διεκδίκηση ”διακριτών θεσμών” των εργαζομένων, χωρίς καμία διευκρίνιση για το κατά πόσο αυτοί οι θεσμοί εντάσσονται, συμπληρώνουν ή αντιστρατεύονται το αστικό κράτος».
Και τελικά με όλα αυτά τα ταξικά αντικαπιταλιστικά και επαναστατικά, η «δυαδική εξουσία» παραμένει δυαδική και το «μεταβατικό πρόγραμμα» στη θέση του.
Ανάλογα επικριτικός εμφανίζεται ο Θανάσης Καμπαγιάννης του ΣΕΚ. Γράφοντας (20-05-13) «Για τις βασικές επιλογές που ανοίγει η συζήτηση στην αντικαπιταλιστική Αριστερά» αναφέρεται σε ορισμένα σοβαρά ζητήματα όσο και στο «κείμενο υπογραφών».
Ένα βασικό ζήτημα που θέτει αφορά την εκτίμηση της κατάστασης και ειδικότερα του ρόλου της εργατικής τάξης.
«Στο κέντρο των αναλύσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ βρίσκεται η εκτίμηση ότι κινητήρια δύναμη των εξελίξεων (κοινωνικών και πολιτικών) των τελευταίων τριών χρόνων είναι οι αγώνες της εργατικής τάξης. Η εκτίμηση αυτή είναι αντικείμενο αμφισβήτησης από διάφορες πλευρές που συνολικά υποτιμούν το βάθος της κίνησης της τάξης και των αποτελεσμάτων που αυτή παρήγαγε.
Έτσι, το ΚΚΕ εκτιμά ότι “οι εργατικές και λαϊκές μάζες βρέθηκαν σημαντικά απροετοίμαστες απέναντι στη νέα επίθεση του κεφαλαίου”…». Εδώ χρειάζεται να σημειωθεί κάτι. Ένα ζήτημα είναι το ότι οι εργαζόμενες λαϊκές μάζες έδωσαν πράγματι σειρά αγώνων όλη αυτή την περίοδο. Ένα δεύτερο το ποιες ευθύνες δικές της επιχειρεί να συγκαλύψει η ηγεσία του ΚΚΕ τόσο για όλη τη προηγούμενη περίοδο όσο και για την πολιτική της απέναντι στις εξελίξεις. Και ένα τρίτο, και μάλιστα από τα πιο σημαντικά ζητήματα, είναι το πόσο «προετοιμασμένη» ήταν η εργατική τάξη απέναντι -όχι μόνο στην τελευταία αλλά συνολικά- στην επίθεση του κεφαλαίου και τι εννοεί ο καθένας μ’ αυτό. Έχοντας τη δική του εκτίμηση ο Θανάσης Καμπαγιάννης γράφει.
«Οι αγώνες των τριών τελευταίων χρόνων έχουν δημιουργήσει τεράστιες δυσκολίες στην εφαρμογή των Μνημονίων και έχουν σημάνει τεκτονικές ιδεολογικές μετατοπίσεις, με αποτέλεσμα τη διάλυση του πολιτικού συστήματος με τον τρόπο που το γνωρίσαμε μετά τη Μεταπολίτευση…».
Μόνο που ο ίδιος λίγο παρακάτω γράφει: «Έχοντας αυτά ως δεδομένα, δεν σημαίνει ότι υποτιμάμε τις συνέπειες που έχει για την εργατική τάξη, τις κατακτήσεις της και τις συνθήκες ζωής της, η εφαρμογή των Μνημονίων. Το τσάκισμα της αυτοπεποίθησης της εργατικής τάξης, με τη μαζική ανεργία και την ακραία φτώχεια, είναι κομμάτι της προσπάθειας της αστικής τάξης να λυγίσει το κίνημα της αντίστασης…». Τόσο «προετοιμασμένη» ήταν λοιπόν!
Αναφερόμενος στην αναγκαιότητα της πάλης ενάντια στον ρατσισμό και τον φασισμό ο Θανάσης Καμπαγιάννης κριτικάρει εκείνες τις απόψεις που, κατά την εκτίμησή του, υποτιμούν την αναγκαιότητα της πάλης ενάντια στην ρατσιστική έκφραση του φαινομένου στο όνομα της ταξικής διάστασης του ζητήματος. Ταυτόχρονα κριτικάρει και εκείνες τις απόψεις που θεωρούν ότι «οι Πλατείες του 2011 –και όχι ο Άγιος Παντελεήμονας ή τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών– ήταν ο τόπος γέννησης του χρυσαυγίτικου ναζισμού».
Ορισμένες σύντομες παρατηρήσεις πάνω σ’ αυτά.
Δεν έχουμε παρά να συμφωνήσουμε μαζί του για τη σημαντικότητα της πάλης ενάντια στον ρατσισμό καθώς και σε ορισμένες άλλες επισημάνσεις του. Όμως ας μην μπλέκουμε τα πράγματα γιατί έτσι υπάρχει ο κίνδυνος διολίσθησης στο αντίθετο λάθος. Η μήτρα του ρατσισμού ήταν πάντα (από αιώνων) και παραμένει ταξική. Σ’ αυτό το έδαφος γεννήθηκε και από δυνάμεις που έχουν ταξικό συμφέρον να τον καλλιεργούν και να τον ενισχύουν. Αυτό είναι που καθορίζει -και χωρίς να υποτιμώνται άλλες πλευρές- ότι ο άξονας αντιμετώπισης του ζητήματος βρίσκεται στην πάλη για την ενότητα της εργατικής τάξης (ημεδαπών και «ξένων»). Όσο για την Χρυσή Αυγή και τους όρους που την ανέδειξαν ως φαινόμενο, στις θέσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την Συνδιάσκεψη υπάρχει μια τοποθέτηση που καλύπτει το ζήτημα σε σημαντικό βαθμό. Σαφώς λοιπόν η Χρυσή Αυγή δεν «γεννήθηκε» στις πλατείες. Στις πλατείες ωστόσο «νομιμοποίησε» την δημόσια συγκροτημένη παρουσία της και την παρέμβασή της στο πολιτικό προσκήνιο. Και σ’ αυτό υπάρχουν σημαντικές ευθύνες δυνάμεων της Αριστεράς (του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ) που δεν συγκαλύπτονται με αναφορές στη γενική διάσταση του ζητήματος.
Όσο για το επίμαχο ζήτημα «Συμμαχίες και Αριστερή κυβέρνηση» ο Θανάσης Καμπαγιάννης κριτικάρει και αυτός από τη μεριά του το «κείμενο υπογραφών».
«Ωστόσο, η πλατφόρμα που συνυπογράφτηκε και παρουσιάστηκε έναν μήνα πριν τη Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ από τμήμα αγωνιστών της, είναι ταυτόχρονα πολλά βήματα πίσω. Κι αυτό, γιατί η πλατφόρμα αγκαλιάζει τη στρατηγική της διεκδίκησης της κυβερνητικής εξουσίας στο έδαφος του καπιταλισμού, “με βαθιές ριζοσπαστικές/δημοκρατικές αλλαγές στην οικονομία, την πολιτική, την κοινωνία, το κράτος”, τον “ριζικό εκδημοκρατισμό όλων των τομέων της κοινωνικής και πολιτικής ζωής”, κλπ. Πρόκειται για στρατηγικό αφοπλισμό της επαναστατικής αριστεράς που η σημασία του υπερβαίνει κατά πολύ την όποια διχογνωμία πάνω στο μέτωπο των συνεργασιών…».
Θεωρεί ότι αυτό που απαιτείται είναι ένας νέος γύρος αγώνων, όπου η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να χτίσει την μετωπική της συμπόρευση με άλλες δυνάμεις, να οικοδομήσει έναν μαζικό αντικαπιταλιστικό πόλο κ.λπ.
Η παρέμβαση της ΑΡΑΝ
Σε υποστήριξη των απόψεων που εκτίθεται στο «κείμενο υπογραφών» σπεύδει το Πανελλαδικό Γραφείο της Αριστερής Ανασύνθεσης (ΑΡΑΝ) στις 30-04-13 σε παρέμβασή της με τίτλο «Να δώσουμε σχήμα στην ελπίδα-να αλλάξουμε τα πράγματα στην Αριστερά και το Κίνημα».
Γράφουν λοιπόν σε σχέση με αυτό το κείμενο:
«Πρώτον, το κείμενο υπογραφών … κινείται στο πλαίσιο της γραμμής του αριστερού ριζοσπαστικού μετώπου… της μετωπικής πολιτικής συμπόρευσης των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής, αντιιμπεριαλιστικής και αντι-ΕΕ Αριστεράς…
…Ρητά προτείνει τα κομβικά σημεία του αναγκαίου μεταβατικού αντικαπιταλιστικού προγράμματος…
…Με σαφήνεια εντάσσει το μεταβατικό πρόγραμμα σε μια επαναστατική κατεύθυνση, σε μια σύγχρονη σοσιαλιστική προοπτική…
…Διαφοροποιείται από τα αριστερά από τις κεντρικές γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ. Δεν είναι πρόταση Παναριστεράς αλλά διακριτού αριστερού πολιτικού πόλου…
…Διαπερνιέται από βαθιά κινηματική λογική…
…Βάζει το θέμα της διεκδίκησης της πολιτικής και κυβερνητικής εξουσίας από μια οπτική ρήξης και ανατροπής, στο πλαίσιο της αναζήτησης μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής…
…Οι αγωνιστές που συνυπογράφουν αυτό το κείμενο είναι από εκείνα ακριβώς τα ρεύματα που και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ορίζει στις Θέσεις της ότι θέλει να τους απευθυνθεί για μετωπική πολιτική συμπόρευση… (Αναφέρει τις δυνάμεις που αναφέρονται και σε άλλες παρεμβάσεις).
Στη συνέχεια το ΠΓ της ΑΡΑΝ εκθέτει και ορισμένες άλλες απόψεις και παρατηρήσεις πάνω στα ζητήματα που έχουν τεθεί.
Μια βασική του διαφωνία που αναδείχνεται αφορά το ότι κατά την άποψή του «Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει δείξει ατολμία στις μετωπικές πρωτοβουλίες … ενώ ακόμη και η πρόταση για το αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής καθυστέρησε σημαντικά…».
Στη συνέχεια υποστηρίζει ότι:
«Η ελληνική κοινωνία διαπερνιέται από μια βαθιά κοινωνική και πολιτική κρίση που παραπέμπει και σε ηγεμονική κρίση…
…Το μεταβατικό πρόγραμμα ορίζει τα συγκεκριμένα αναγκαία σημεία ρήξης με την κυρίαρχη πολιτική. Δεν έχει νόημα ένας αφηρημένος, γενικόλογος, «παντός καιρού» αντικαπιταλισμός … που «επιλύει» δογματικά το ζήτημα της αναγκαίας κοινωνικής συμμαχίας για την ανατροπή…
…Ο δρόμος δεν μπορεί παρά να είναι δρόμος … ανασημασιοδότησης της εθνικής ανεξαρτησίας ως στρατηγικής αντίστασης και επιβίωσης της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας ως ταξική στρατηγική των λαϊκών τάξεων, του νέου «ιστορικού μπλοκ» που οικοδομούν το δικό τους «άλλο δρόμο», εάν δεν θέλουμε να κερδίζουν χώρο πατριδοκάπηλες φωνές».
«Η αναμέτρηση με το ζήτημα της εξουσίας καθίσταται κομβική… Αυτό απαιτεί μια σύγχρονη στρατηγική που να συνδυάζει κοινοβουλευτικές και εξωκοινοβουλευτικές πρακτικές με την ηγεμονία των δεύτερων, που να διεκδικεί την κυβέρνηση αλλά από τη σκοπιά της ανατροπής, που να δεσμεύεται για ρήξεις με τη νομιμότητα και να πατάει πρώτα και κύρια στις λαϊκές αντιεξουσίες από τα κάτω…
…Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι η πιο σημαντική και μαζική δύναμη αυτού του εν δυνάμει άλλου αριστερού ριζοσπαστικού πόλου, αλλά δεν είναι μόνη. Υπάρχουν και άλλες δυνάμεις και άλλα ρεύματα και άλλοι αγωνιστές. Όλες και όλοι δεν αποδέχονται το πλήρες επαναστατικό πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά συμφωνούν στο μεταβατικό πρόγραμμα, την ανάγκη ρήξεων και ανατροπών, τη διεκδίκηση μιας σύγχρονης σοσιαλιστικής προοπτικής. Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται και το κείμενο υπογραφών».
Ας συγκρατήσουμε για την ώρα την σαφή διάκριση που κάνει το ΠΓ της ΑΡΑΝ ανάμεσα στο «επαναστατικό πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το «μεταβατικό πρόγραμμα».
Στο ίδιο μήκος κύματος και οι παρεμβάσεις των Παναγιώτη Σωτήρη και Σπύρου Σακελλαρόπουλου, στελεχών της ΑΡΑΝ.
«Να ξαναβρούμε την πολιτική μας τόλμη» δηλώνει ο Παναγιώτης Σωτήρης σε μια παρέμβαση που θέτει ένα οπωσδήποτε σοβαρό πολιτικό ζήτημα.
«Στην πραγματικότητα το κομβικό ερώτημα στη Συνδιάσκεψή μας έχει να κάνει με το πώς εκτιμούμε την συγκυρία γύρω μας. Εάν εκτιμούμε ότι η στιγμή της οριακής πολιτικής κρίσης πέρασε (ή δεν υπήρξε και ποτέ) και σήμερα πλέον ο συσχετισμός σταθεροποιείται υπέρ των δυνάμεων του κεφαλαίου … τότε έπεται ότι το κύριο καθήκον είναι η πολιτική συγκρότηση κύρια με ιδεολογικούς όρους, η ισχυροποίηση του επαναστατικού πόλου… Σε μια τέτοια εκτίμηση είναι σαφές ότι δεν τίθεται ως προτεραιότητα η αναμέτρηση με ερωτήματα όπως η εξουσία και η ηγεμονία εφόσον ο συσχετισμός είναι δεδομένος».
Διαφωνώντας με μια τέτοια εκτίμηση ο Παναγιώτης Σωτήρης θεωρεί πως «στην πραγματικότητα η πολιτική κρίση παραμένει ενεργή και ως αποτέλεσμα της τρομακτικής κοινωνικής κρίσης και ως αδυναμία των κυρίαρχων τάξεων να προσφέρουν μια εναλλακτική ηγεμονική αφήγηση … Σε αυτή τη συνθήκη η δυνατότητα διαμόρφωσης ενός νέου ιστορικού μπλοκ των δυνάμεων της εργασίας, της γνώσης και του πολιτισμού και η εκκίνηση πολιτικών ακολουθιών που θα θέσουν το ζήτημα της σύγχρονης σοσιαλιστικής προοπτικής παραμένει ενεργή».
Σε μια τέτοια βάση και με αυτούς τους όρους εκτιμά ότι: «η επαναστατική Αριστερά καλείται να σκεφτεί με όρους ηγεμονίας και εξουσίας και όχι απλώς αντίστασης και ιδεολογικής κατοχύρωσης. Με αυτή την έννοια, το ερώτημα δεν είναι ανάμεσα στο δρόμο της κυβέρνησης και το δρόμο της επανάστασης, αλλά πώς μπορεί να ξεκινήσει μια επαναστατική διαδικασία μέσα στις δοσμένες ελληνικές συνθήκες».
Στη συνέχεια και απορρίπτοντας τις προτάσεις που διατυπώνονται από άλλες πλευρές, αναπτύσσει την δική του την οποία και επιχειρεί να ενισχύσει μέσα από τις απαντήσεις που δίνει σε τρία ερωτήματα που ο ίδιος διατυπώνει.
«Το τι μπορεί να γίνει είναι το μεταβατικό πρόγραμμα» απαντάει ο Παναγιώτης Σωτήρης παραθέτοντας τα γνωστά σημεία.
«Το πώς μπορεί να γίνει αφορά το ερώτημα της εξουσίας…» (Σ’ αυτό αμέσως μετά).
«Το με ποιους μπορεί να γίνει αφορά το ερώτημα Αριστερού Ριζοσπαστικού Μετώπου. Προφανώς και μια τέτοιας κλίμακας αναμέτρηση απαιτεί τη συσπείρωση ευρύτερων δυνάμεων. Αυτό δεν μπορούμε να το δούμε με όρους «ενότητας της Αριστεράς» γιατί αυτό θα σήμαινε ηγεμόνευση από δεξιές λογικές». Με βάση αυτό στην πρότασή του ο Παναγιώτης Σωτήρης περιλαμβάνει τις δυνάμεις που αναφέρονται και σε άλλες τοποθετήσεις.
Ας περάσουμε όμως στα ζητήματα στα οποία οι απόψεις του Παναγιώτη Σωτήρη μας δείχνουν αρκετά καθαρά το πώς αντιλαμβάνεται (και όχι μόνο αυτός) την απάντηση στο πρόβλημα του κινήματος.
«Υπάρχει, όμως, και μια άλλη απόπειρα απάντησης, που βγαίνει μέσα από την ιστορική εμπειρία του επαναστατικού κινήματος, τα διδάγματα από τις αλλεπάλληλες «ήττες της επανάστασης» στη Δύση, τη γνώση που προσφέρουν σύγχρονα πειράματα στη Λατινική Αμερική με όλη την αντιφατικότητά τους. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη η επαναστατική διαδικασία παραπέμπει σε μια πολύ πιο σύνθετη και αντιφατική κατάσταση που συνδυάζει τη βαθιά πολιτική κρίση, την αποστοίχηση μαζών από τα κόμματα εξουσίας, το ξεδίπλωμα μορφών σύγχρονης δυαδικής εξουσίας με τη δυνατότητα κατάληψης της κυβερνητικής εξουσίας μέσα σε μια συνθήκη κατάρρευσης και υποχώρησης των συστημικών κομμάτων. Αυτή η εκτίμηση βάζει άλλες προτεραιότητες για τις δυνάμεις της επαναστατικής Αριστεράς». Άλλο τόσο διαφωτιστικό είναι το απόσπασμα που αναφέρεται στο «τρίτο ερώτημα» και το ζήτημα της εξουσίας.
«Το πώς μπορεί να γίνει αφορά το ερώτημα της εξουσίας. Χωρίς πολιτική τομή, αναγκαστικά αντιφατική και διακυβευόμενη, δεν μπορεί να ανοίξει δρόμος ελπίδας. Μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική, στη δοσμένη συνθήκη μπορεί και πρέπει ταυτόχρονα να οργανώσει τις σύγχρονες μορφές δυαδικής εξουσίας … και να διεκδικήσει την κυβερνητική εξουσία όχι με όρους διαχείρισης αλλά σύγκρουσης και ανατροπής. Με τομή με την μέχρι τώρα αστική νομιμότητα μέσα από μια «Συντακτική Διαδικασία» που θα περιορίζει το δικαίωμα στην καπιταλιστική ιδιοκτησία και θα απελευθερώνει τη λαϊκή πρωτοβουλία. Με όξυνση των αντιθέσεων και προσπάθεια επαναστατικοποίησης των κρατικών μηχανισμών. Με προοπτική υπέρβασης του κοινοβουλευτισμού προς ανώτερες μορφές δημοκρατίας που να συνταιριάζουν την αντιπροσώπευση με τη συμμετοχή».
Είναι σωστή η άποψη του Παναγιώτη Σωτήρη ότι η αντιμετώπιση του ζητήματος «με όρους ενότητας της Αριστεράς θα σήμαινε ηγεμόνευση από δεξιές λογικές». Μόνο που η όλη αντιμετώπιση από μεριάς του -ιδιαίτερα του «κυβερνητικού»- ζητήματος εντάσσεται ακριβώς στην λογική που υποτίθεται απορρίπτει. Αν παρατέθηκαν ωστόσο αυτά τα δυο αποσπάσματα της παρέμβασής του αυτό έγινε για έναν άλλο κυρίως λόγο. Αυτός βρίσκεται στο ότι μας δίνουν ένα ευρύ φάσμα στοιχείων αυτής της ζητούμενης «Νέας Επαναστατικής Στρατηγικής» και στην οποία περισσότερο θα αναφερθούμε σε επόμενο κεφάλαιο.
Όμως σε σχέση με τα όσα υποστηρίζει υπάρχει ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα ή καλύτερα μια αντίφαση. Ανεξάρτητα από το πόσο μπορεί κανείς να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει με τις εκτιμήσεις του Παναγιώτη Σωτήρη για το πώς έχει η κατάσταση, το πρόβλημα βρίσκεται στον ίδιο τον Παναγιώτη Σωτήρη και τις εκτιμήσεις που κάνει σε μια δεύτερη παρέμβασή του που έχει τίτλο «Ιστορικές ευκαιρίες και ιστορικές ευθύνες» όπου αναφέρει:
«Όμως, η παράταση της μνημονιακής καταστροφής, η αποκαρδίωση μεγάλων κομματιών της κοινωνίας, η απώλεια της αυτοπεποίθησης ότι μπορούν τα πράγματα να είναι διαφορετικά, η απουσία μιας πειστικής εναλλακτικής αφήγησης που να καταδεικνύει σε επίπεδο «κοινού νου» ότι υπάρχει άλλος δρόμος, όλα αυτά αποτρέπουν τον πλήρη μετασχηματισμό της πολιτικής κρίσης σε ανοιχτή κρίση ηγεμονίας και άρα έστω και με όρους αρνητικούς σταθεροποιούν σχετικά το πολιτικό σύστημα» (Οι υπογραμμίσεις δικές μας).
Αντιλαμβανόμενος ωστόσο ότι αυτά δεν πολυκολλάνε με προηγούμενες τοποθετήσεις του επιχειρεί να τα θέσει σε πιο αποδεκτή βάση. «Όμως, εάν σπεύσουμε να θεωρήσουμε δεδομένη τη σταθεροποίηση του συσχετισμού δύναμης δεν θα έχουμε κάνει μόνο ένα σημαντικό λάθος ως προς την εκτίμηση του συσχετισμού δύναμης, καθώς θα έχουμε υποτιμήσει το βάθος της πολιτικής κρίσης, αλλά και θα έχουμε παραβλέψει τη σημασία που έχει στη διαμόρφωση του συσχετισμού δύναμης η ίδια η δική μας πολιτική παρέμβαση».
Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν σε νεότερες τοποθετήσεις του ο Παναγιώτης Σωτήρης θα μας προσφέρει και καμιά άλλη εκδοχή των πραγμάτων, γι’ αυτό και θα περιοριστούμε στα όσα αναφέρει σε αυτές τις δύο. Ως προς την ουσία του πράγματος. Έχει κατ’ αρχάς μια βάση η σημασία που αποδίδει στη διαμόρφωση των συσχετισμών «η δική μας πολιτική παρέμβαση» δηλαδή ο ρόλος του υποκειμενικού παράγοντα. Μόνο που σ’ αυτό ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα. Ο Παναγιώτης Σωτήρης με τον ίδιο τρόπο που «είδε» την αντικειμενική κατάσταση, αντίστοιχα αντιμετώπισε και αυτή την πλευρά. Στη δεύτερη τοποθέτησή του παρόλο που αναγκάζεται να κατεβάσει τους τόνους, τονίζει αυτή την πλευρά προσπαθώντας να μην «ξεφύγει» από την συνολική του άποψη και πρόταση. Μόνο που και ως προς αυτό δεν εμφανίζεται και τόσο «αισιόδοξος». Ας δούμε τι λέει ο ίδιος.
«Να το πούμε πολύ απλά σήμερα η πολιτική, κινηματική και προγραμματική ανεπάρκεια της Αριστεράς δεν αφορά τον ”υποκειμενικό παράγοντα” μόνο, δεν σημαίνει ότι δεν είμαστε αντίστοιχοι των δυναμικών και των δυνατοτήτων της περιόδου. Αφορά, πολύ περισσότερο, τη διαμόρφωση του αντικειμενικού συσχετισμού δύναμης, ενισχύει το σχέδιο των αστικών δυνάμεων, συνεισφέρει σε αυτή την εικόνα σταθεροποίησης, τροφοδοτεί και δεν αντιπαλεύει τη αποκαρδίωση των λαϊκών μαζών και την αποδιάρθρωση συλλογικών πρακτικών». Και αποδίδοντας γι’ αυτή την εξέλιξη σημαντικές ευθύνες στην πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ καταλήγει: «Όλα αυτά αντικειμενικά ενισχύουν τη σχετική σταθεροποίηση του πολιτικού συσχετισμού δύναμης». Ή ακόμη «η σημερινή Αριστερά κινδυνεύει, με τη στάση, τις επιλογές και την τακτική της να κάνει τη σταθεροποίηση του συσχετισμού δύναμης υπέρ των δυνάμεων του κεφαλαίου μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία». Όσο για το τι πρέπει να γίνει ο Παναγιώτης Σωτήρης κινείται στη βάση των απόψεων και προτάσεων που προαναφέρθηκαν (ΑΡΑΝ, «κείμενο υπογραφών» κ.λπ.).
Σε ανάλογο κλίμα κινείται και ο Σπύρος Σακελλαρόπουλος υποστηρίζοντας ότι «Με τόλμη και αποφασιστικότητα πρέπει ν’ αλλάξουμε πορεία».
Αναφερόμενος κατ’ αρχάς σε ανεπάρκειες που επέδειξε στο προηγούμενο διάστημα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ καταλήγει: «Θα μπω κατευθείαν στο θέμα. Η σημερινή πολιτική παρέμβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέχει μίλια από τις απαιτήσεις των καιρών». Στη συνέχεια αναφέρεται στην κρίση, τους αγώνες της προηγούμενης περιόδου που οδήγησαν στην συντριβή του δικομματισμού, την αδυναμία των αστικών επιτελείων να χαράξουν μια πειστική «στρατηγική αφήγηση» για να θέσει το ερώτημα. «Αν δεχτούμε πως τα παραπάνω είναι αληθινά τότε το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δε βρίσκεται σε μια πορεία πολιτικής και οργανωτικής ανάπτυξης; Δυστυχώς όχι μόνο δε συμβαίνει κάτι τέτοιο αλλά η σημερινή πραγματικότητα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ κυρίως αρνητικά στοιχεία έχει να επιδείξει, γεγονός που αντανακλάται και στο περιεχόμενο των θέσεων της ΚΣΕ για τη 2η Συνδιάσκεψη». Και συνεχίζει: «Μοιάζει σα να περιμένουμε περίπου αυτόματα να ξεσπάσει μια γιγαντιαία λαϊκή κινητοποίηση, να πέσει η τρικομματική κυβέρνηση, να ανέβει μια αριστερή διαχειριστική κυβέρνηση, να πέσει και αυτή μέσα από τις αντιφάσεις της και στη συνέχεια να γίνει επανάσταση και να πάρουμε εμείς την εξουσία. Για σενάριο καλό είναι αλλά έχει δύο αδύνατα σημεία: Το πρώτο είναι πως στο λαό μας έχει γίνει σαφές πως χρειάζεται κάτι περισσότερο από μαζικές κινητοποιήσεις για να επέλθει καθοριστική ανατροπή του συσχετισμού δύναμης. Η απάντηση σε αυτό δεν μπορεί να είναι ο γενικόλογος αντικαπιταλισμός αλλά χρειάζεται σχηματισμός αριστερού ριζοσπαστικού μετώπου στη βάση μεταβατικού προγράμματος και δημιουργία διαδικασιών δυαδικής εξουσίας με σοβαρό ενδεχόμενο το σχηματισμό μιας αριστερής κυβέρνησης. Η κυβέρνηση αυτή δε θα έχει ως έργο της τον εξωραϊσμό του καπιταλιστικού κράτους αλλά θα συντονίσει το βάθεμα των λαϊκών κατακτήσεων με τη δημιουργία θεσμών λαϊκής εξουσίας και θα προετοιμάσει το λαό, μέσω της δημιουργίας δομών λαϊκής άμυνας, για την αντίδραση της αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού».
Φέξε μου και γλίστρησα. Η δυνατότητα του λαού να αντιμετωπίσει την -βέβαιη- «αντίδραση της αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού» δεν γίνεται σε στυλ «σταμάτα να γεμίσω». Είναι μια πολύ μεγάλη και σοβαρή υπόθεση και οικοδομείται ΜΟΝΟ μέσα από μια πορεία μακρόχρονης επαναστατικής πάλης που εννοείται θα ‘χει προηγηθεί όλων αυτών. Το «σενάριο» αυτό δεν είναι στην πραγματικότητα ουσιαστικά διαφορετικό από ένα τρίτο στο οποίο επίσης αναφέρεται ο Σπύρος Σακελλαρόπουλος και που -δυστυχώς- είναι εκείνο που έχει κάποιες πιθανότητες να πάρει σάρκα και οστά. «Μια αριστερή διαχείριση, τύπου ΣΥΡΙΖΑ, που μέσα από τις αντιφάσεις της θα οδηγήσει τη χώρα σε χρεοκοπία δε θα έχει ως αποτέλεσμα τα πράγματα να πάνε προς τα αριστερά αλλά θα χρεωθεί η σύνολη αριστερά αυτή την εξέλιξη με συνέπεια τη μεταστροφή του πολιτικού σκηνικού προς τα δεξιά».
Αναφερόμενος στη συνέχεια στο «κίνημα των πλατειών» κριτικάρει την παρέμβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ η οποία «ως συλλογικότητα δεν εμφανίστηκε πουθενά» να μιλήσει σ’ αυτό τον κόσμο κ.λπ.
Εδώ έχουμε ένα από εκείνα τα «συνήθη φαινόμενα αμνησίας». Ο Σπύρος Σακελλαρόπουλος «ξεχνάει» ότι ο τρόπος που παρέμβηκε στις πλατείες η ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπήρξε συνειδητή επιλογή. (Όλων ή ορισμένων δυνάμεων που καθόρισαν την ατζέντα, αυτό ας το λύσουν μεταξύ τους). Μια επιλογή ψαρέματος σε θολά νερά. Μόνο που κάποιοι άλλοι (ΣΥΡΙΖΑ και ορισμένοι «αλεξιπτωτιστές») αποδείχτηκαν καλύτεροι «ψαράδες». Για τα περισσότερα των πλατειών έχω κιόλας αναφερθεί με άλλες ευκαιρίες και ας μην τα επαναλάβουμε. Τέλος ο Σπύρος Σακελλαρόπουλος αναφερόμενος στα όσα συνέβησαν στο ενδιάμεσο των δυο εκλογών υποστηρίζει ότι «Τα πέντε σημεία θα έπρεπε να παρουσιαστούν ως απαραίτητοι και απαράβατοι όροι για εκλογική συνεργασία της Αριστεράς. … Μια τέτοια πρόταση ακόμα κι αν δεν γινόταν αποδεκτή για διαφορετικούς λόγους από το ΚΚΕ και το ΣΥΡΙΖΑ θα πίεζε δυνάμεις στο εσωτερικό τους …» κ.λπ. Το να μη γινόταν αποδεκτή μια τέτοια πρόταση είναι η μια -και η μάλλον βέβαιη- εκδοχή του πράγματος.
Το πρόβλημα βρίσκεται στη δεύτερη εκδοχή τής -ας το υποθέσουμε- αποδοχής της. Πρώτον τι σημαίνει αυτό σε σχέση με την άποψη πχ. του Παναγιώτη Σωτήρη ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος με όρους «ενότητας της Αριστεράς» θα σήμαινε «ηγεμόνευση από δεξιές λογικές». Δεύτερο αυτό που θα προέκυπτε δεν θα ‘ταν μήπως μια λύση σαν αυτή που περιγράφει ο ίδιος στο τρίτο -και χειρότερο- σενάριο, ή σκέφτεται κάτι καλύτερο;
«Αριστερό κοινωνικό μέτωπο και με ισχυρή ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο εσωτερικό του» υποστηρίζει ότι πρέπει να είναι ο στόχος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ η Αριστερή Αντικαπιταλιστική Συσπείρωση (ΑΡΑΣ).
«Η κρίση και η έκτακτη αστική στρατηγική για την επίλυσή της, παράγει φθορά και αστάθεια στο συνασπισμό εξουσίας. Η αποτύπωση αυτής της κρίσης νομιμοποίησης στο πολιτικό σύστημα αντανακλάται με έντονο τρόπο με την εκλογική κατάρρευση του δικομματισμού και ειδικά του ΠΑΣΟΚ. Όμως αυτή η θετική καταρχήν εξέλιξη πρέπει να αντιμετωπίζεται στις πραγματικές της διαστάσεις. Το πραγματικό κόμμα της αστικής τάξης είναι το αστικό κράτος. Ακόμα και αν υφίσταται φθορά των παραδοσιακών αστικών κομμάτων, το κρίσιμο ζήτημα είναι ο βαθμός επιβολής της αστικής πολιτικής από το ίδιο το κράτος παρά τις μεταβολές και τις μεταλλάξεις στο αστικό πολιτικό προσωπικό.»
«Σε αυτό το πλαίσιο, είναι απαραίτητη η συγκρότηση ενός αριστερού κοινωνικοπολιτικού μετώπου στη βάση του μεταβατικού προγράμματος εργατικής διεξόδου από την κρίση … Πρόκειται για ένα πολιτικό και οικονομικό πρόγραμμα το οποίο δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε τελική ανάλυση, στην ολότητά του, χωρίς την κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας από ένα ριζοσπαστικό κοινωνικο-πολιτικό μπλοκ, δυνάμεων, αλλά και την κατάληψη τομέων πραγματικής εξουσίας στο εσωτερικό του κράτους, του πολιτικού συστήματος και του παραγωγικού συστήματος…».
Αλήθεια τι θα πει κατάληψη «τομέων» της πραγματικής εξουσίας; Η ΑΡΑΣ λίγο προηγούμενα σωστά αναφέρει ότι το «πραγματικό -με μια έννοια έστω- ”κόμμα” της αστικής τάξης είναι το αστικό κράτος» που αποτελεί και τον κατ’ εξοχήν φορέα της εξουσίας της. Με ποιο τρόπο αλήθεια αντιλαμβάνεται ότι αυτή η -καθολική- εξουσία της αστικής τάξης μπορεί να διαχωριστεί σε τομείς που θα μοιραστούν ανάμεσα στην αστική τάξη και το μέτωπο;
Ταυτόχρονα η ΑΡΑΣ εκτιμά ότι «παρά την διακηρυγμένη κατεύθυνση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για το αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής» υπήρξαν στο εσωτερικό της ανταγωνιστικές στρατηγικές που «ναρκοθέτησαν την δυνατότητα άσκησης μιας μετωπικής πολιτικής…». Αντίθετα η ΑΡΑΣ θεωρεί ότι «άμεσα θα πρέπει να επιδιωχθεί … η συγκρότηση μιας μετωπικής πολιτικής συσπείρωσης με τις δυνάμεις που τοποθετούνται σε μια κατεύθυνση εξόδου από την ΟΝΕ και ΕΕ … με έμφαση στο ζήτημα της εξόδου από το Ευρώ. Τέτοιες δυνάμεις…» (αναφέρεται σε αυτές που έχουν ήδη αναφερθεί).
Σε άλλη παρέμβασή της η ΑΡΑΣ «Για τις θέσεις της Β’ Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ» προχωράει σε «κριτική και προτάσεις για αναγκαίες τροποποιήσεις».
«Οι θέσεις … αντανακλούν μια ισορροπία αντιφατικών τοποθετήσεων που ενυπάρχουν μεταξύ των βασικών πολιτικών ρευμάτων … Στο κείμενο των θέσεων εμφανίζεται με επιτακτικό τρόπο η ανάγκη τεκμηρίωσης της αντικαπιταλιστικής -επαναστατικής- κομμουνιστικής αναφοράς σε βάρος των στοιχείων ανάλυσης της παρούσης συγκυρίας… Σε ορισμένα σημεία αλλά και στο γενικό πνεύμα οι θέσεις πάσχουν από μια τάση υποκατάστασης της πραγματικότητας με βολονταρισμό…».
«Η πολιτική κατεύθυνση που αποκρυσταλλώνεται στο πλαίσιο των θέσεων … υπερτονίζει ως στοιχείο ταυτότητας της μετωπικής συμπόρευσης τον αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα του μεταβατικού προγράμματος. Ένα πολιτικό μέτωπο όμως οφείλει να αναδείξει ότι μπορούν να συμπορευτούν πολύ ευρύτερες δυνάμεις με στοιχειώδη συμφωνία στο επίπεδο του μεταβατικού προγράμματος…».
«…Το μεταβατικό πρόγραμμα που επεξεργάστηκε και υιοθέτησε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ καθορίζεται από τα αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά του, ακριβώς επειδή επί της ουσίας για την υλοποίησή του προϋποθέτει ρήξη με τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, αλλά και με το σύνολο των μερίδων της αστικής τάξης. Για την ελληνική αστική τάξη η παραμονή στην ευρωζώνη βιώνεται ως μονόδρομος…».
«…Το πρόγραμμα διεξόδου από την κρίση που η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ονοματίζει «αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα» δεν είναι αντικαπιταλιστικό επειδή η ΑΝΤΑΡΣΥΑ το βαφτίζει αντικαπιταλιστικό…Είναι όμως αντικαπιταλιστικό γιατί στις συνθήκες της παρατεταμένης και πολυεπίπεδης κρίσης … αναδεικνύεται ως ο μόνος δρόμος … μέσω του οποίου μπορούμε να διεκδικούμε την ηγεμονία της κομμουνιστικής προοπτικής…».
Έτσι προτείνει: «…Στη θέση 46 να προστεθεί. Το αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής θα θέσει ζήτημα ανάληψης της κυβερνητικής εξουσίας με βάση το πρόγραμμά του με στρατηγική κοινωνικού μετασχηματισμού και όχι διαχείρισης». Ακόμη αντιτιθέμενη η ΑΡΑΣ σε εκτιμήσεις των «θέσεων» που θεωρεί αναντίστοιχες της πραγματικότητας αναφέρει: «Ο συνασπισμός εξουσίας στην Ελλάδα του 2013 έχει πετύχει σημαντικές νίκες στο ιδεολογικό επίπεδο, τέτοιες που να διαμορφώνουν τον συσχετισμό δύναμης καίρια υπέρ του κεφαλαίου».
Ορισμένες παρατηρήσεις: Η ΑΡΑΣ σωστά κατά την άποψή μας επισημαίνει ότι ο αντικαπιταλιστικός χαρακτήρας ενός προγράμματος δεν καθορίζεται από το αν θα το «βαφτίσουμε» ως τέτοιο, αλλά από το αν οι στόχοι και οι προβλέψεις του οδηγούν σε ρήξη, σε σύγκρουση με την κυριαρχία του κεφαλαίου, της αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού.
Από την άλλη μεριά, ωστόσο, όταν αυτό το πρόγραμμα προορίζεται να εφαρμοστεί (εν όλω ή εν μέρει) χωρίς την επαναστατική ανατροπή αυτής της εξουσίας, τότε αυτό πολύ απλά σημαίνει ότι αναφερόμαστε σε ένα πρόγραμμα που προορίζεται να διαμορφωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να γίνει αποδεκτό (ή έστω ανεκτό) από αυτή την εξουσία. Με αυτούς τους όρους το να αναφέρεται κανείς σ’ αυτό, σαν πρόγραμμα κοινωνικών μετασχηματισμών και όχι διαχείρισης, κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Το «βαφτίζει».
Τις αντιφάσεις που εμφανίζουν οι απόψεις της (και όχι μόνο αυτές της ΑΡΑΣ) επιχειρεί να αντιμετωπίσει σε μια άλλη παρέμβασή της. («Ορισμένα συμπεράσματα από την Β’ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ»).
Μόνο που τις επιδεινώνει. Από αυτή την παρέμβαση παρατέθηκε ήδη εκείνο το απόσπασμα που αναφέρεται στο αν το μεταβατικό πρόγραμμα μπορεί να εφαρμοστεί πριν ή μόνο μετά την κατάληψη της (πραγματικής) εξουσίας.
Ακριβώς στη συνέχεια αυτού του αποσπάσματος αναφέρεται ότι: «Η επικέντρωση στο ζήτημα της κυβερνητικής εξουσίας νομίζουμε ότι συσκοτίζει τα σημερινά καθήκοντα, στο βαθμό που το ζήτημα αυτό δεν είναι άμεσης προτεραιότητας, εφ’ όσον α)ο σημερινός πολιτικός συσχετισμός δυνάμεων είναι τέτοιος που δεν το θέτει σε πρώτη προτεραιότητα και β) δεν έχει συγκροτηθεί το αριστερό κοινωνικό πολιτικό μέτωπο που θα διεκδικούσε την κυβερνητική εξουσία με βάση το μεταβατικό πρόγραμμα στηριζόμενο σε ένα κύμα λαϊκών αγώνων. Ωστόσο εκτιμάμε ότι σε τελική ανάλυση η εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος δεν μπορεί να γίνει χωρίς την κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας από ένα ριζοσπαστικό κοινωνικό-πολιτικό μπλοκ δυνάμεων, αλλά και την κατάληψη τομέων πραγματικής εξουσίας».
Παρόλα αυτά θεωρεί ότι μια πολιτική συμμαχία της Αριστεράς «θα μπορούσε να διεκδικήσει και την κυβερνητική εξουσία και μέσα από τις αστικές εκλογές». «…Στο πολιτικό επίπεδο μια τέτοια συμμαχία θεωρητικά θα μπορούσε να περιλαμβάνει το ΚΚΕ, την αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τις υπόλοιπες δυνάμεις στις οποίες αυτή απευθύνεται».
Ταυτόχρονα και προς επικύρωση των απόψεών της αναφέρεται στην τροπολογία του Γ. Ρούση «που έγινε αποδεκτή από το σώμα, είναι απολύτως σαφής και αποτυπώνει την σωστή κατεύθυνση που ξεκαθαρίζει ότι απευθυνόμαστε άμεσα για πολιτική και εκλογική συνεργασία σε όσες δυνάμεις συμφωνούν με την θέση 43 του σχεδίου».
Η επικέντρωση λοιπόν, κατά την ΑΡΑΣ, στο ζήτημα της κυβερνητικής εξουσίας «συσκοτίζει», αλλά συνολικά οι απόψεις της περιστρέφονται γύρω από αυτό το ζήτημα. Η εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος δεν μπορεί να γίνει χωρίς πραγματική εξουσία αλλά πρέπει να απορριφθούν οι απόψεις που υποστηρίζουν κάτι τέτοιο. Ο συσχετισμός είναι τέτοιος που δεν το θέτει σε πρώτη προτεραιότητα αλλά μπορούμε να διεκδικήσουμε την κυβερνητική εξουσία μέσα από τις αστικές εκλογές. Το αριστερό κοινωνικό μέτωπο δεν έχει συγκροτηθεί αλλά μπορούμε να προχωρήσουμε σε μια πολιτική συμμαχία με το ΚΚΕ, την αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ και άλλες δυνάμεις. Όπως άλλωστε λέει και η τροπολογία του Γ. Ρούση η οποία και υπερψηφίστηκε.
Το «μόνο» που μένει τελικά να διευκρινιστεί με όλα αυτά είναι το τι ακριβώς ψηφίστηκε.
Τις δικές τους σκέψεις και προτάσεις καταθέτουν οι Αναγνωστάκης Αλέξανδρος, Κοσμάς Πάνος και Μάρκου Κώστας σε παρέμβασή τους με τίτλο: «ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την στρατηγική ανασυγκρότηση της Αριστεράς και του Εργατικού Λαϊκού Κινήματος».
«Τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται ένα ανερχόμενο πολυδαίδαλο εργατικό και λαϊκό ρεύμα πολιτικής διεκδίκησης και απονομιμοποίησης της αστικής πολιτικής. … Αυτό το εν δυνάμει ανατρεπτικό ρεύμα τείνει να διαχωρίζεται αλλά και να επανασυνδέεται πολύπλευρα με την κυρίαρχη αστική λογική του κοινωνικού τρόμου και της πρωτόγνωρης ανθρωπιστικής κρίσης. Ξεκινάει αναγκαστικά από χαμηλή ιστορική πολιτική βάση. Διαθέτει όμως υπέρτερη αντικειμενική προοπτική με βάση την απογείωση των θεμελιακών ταξικών αντιθέσεων του καπιταλισμού. Είναι ένα κοινωνικό ρεύμα που δυσκολεύει, καθυστερεί την υλοποίηση της προωθούμενης αστικής λαίλαπας, φθείρει κυβερνήσεις. Αδυνατεί όμως ακόμη να ανατρέψει την ικανότητα του καπιταλισμού να ανασυγκροτείται σε αντιδραστικότερη κατεύθυνση. …»
Έχοντας τα προηγούμενα σαν βάση θεώρησης οι παρεμβαίνοντες εκτιμούν ότι:
Η κρίσιμη συνισταμένη αυτού του ελπιδοφόρου αντιφατικού ρεύματος είναι «η διατηρούμενη ακόμη στρατηγική και πολιτική του ανεπάρκεια … εντός αυτών των ορίων κινείται η ΑΝΤΑΡΣΥΑ». Ταυτόχρονα απορρίπτοντας κάθε μορφή διαχειριστικής κυβέρνησης ή και συμμετοχής ή στήριξης συμπεραίνουν:
«Στο σήμερα αυτό που τίθεται στην ημερήσια διάταξη είναι η συγκέντρωση δυνάμεων σε ένα μεγάλο εργατικό λαϊκό μέτωπο με στόχο την ανατροπή της σαρωτικής επίθεσης… Ο στόχος της κατάκτησης της εξουσίας και της κυβέρνησης ως υποσύνολό της θα τεθεί αργά ή γρήγορα στην ημερήσια διάταξη. Θα τεθεί όμως μέσα στις επιδιωκόμενες αλλά αντικειμενικά τελικά υπάρχουσες μελλοντικές επαναστατικές καταστάσεις. Και εκεί στην εξέλιξη των συνθηκών προς την επαναστατική κρίση και τη ”δυαδική εξουσία” το αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής θα μετασχηματίζεται σε έναν εργατικό-λαϊκό συνασπισμό εξουσίας που θα συγκρούεται με τον αστικό συνασπισμό εξουσίας και το κράτος της. Θα αναδείξει τα όργανα υποδοχής της εξουσίας … και δημιουργίας της κυβέρνησής τους η οποία θα διασχίζει, θα υπερβαίνει και ανατρέπει τον αστικό κοινοβουλευτικό ορίζοντα των κυβερνήσεων διαχείρισης κάθε μορφής».
Συνεχίζοντας εκτιμούν ότι:
«Το στρατηγικό πολιτικό σύνθημα ”για την εξουσία και κυβέρνηση του οργανωμένου και αγωνιζόμενου λαού” ως προπαγανδιστικό σύνθημα στρατηγικής, ζύμωσης … μπορεί ίσως να τεθεί. Να τεθεί όμως … με επαναστατικό προσανατολισμό…».
«Καθοριστική για την συγκρότηση ενός λαϊκού μετώπου ανατροπής είναι η συγκέντρωση πολιτικών δυνάμεων σε ένα μαζικό πολιτικό πόλο. Εκεί θα βρίσκει γόνιμο έδαφος και το σύγχρονο κομμουνιστικό κόμμα. Εκεί θα συναντηθούν οι αντικαπιταλιστικές δυνάμεις επαναστατικής και κομμουνιστικής αναφοράς με τις ευρύτερες πολιτικές δυνάμεις της αριστερής ανατροπής. Αυτός ο μαζικός πόλος-μέτωπο είναι έργο μακράς πνοής».
«Έχουν δημιουργηθεί προϋποθέσεις για την συγκέντρωση πολιτικών δυνάμεων που μαζί με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορούν να συστρατευτούν σε ένα μετωπικό πολιτικό αγώνα πάνω σ’ ένα συνεκτικό πρόγραμμα ανατροπής της επίθεσης. Είναι οι μαχόμενοι αριστεροί και ανεξάρτητοι κομμουνιστές. Είναι οι δυνάμεις του σχεδίου Β’ – ΜΑΑ, οι οποίες δοκιμάστηκαν και συγκρούστηκαν με τη διαχειριστική γραμμή ΣΥΡΙΖΑ. Οι δυνάμεις κομμουνιστικής αναφοράς του Εργατικού Αγώνα. Οι δυνάμεις της Αριστεράς που έχουν επαναστατικό και αντιιμπεριαλιστικό προσανατολισμό, όπως η ΚΟΑ, το ΕΕΚ, το ΚΚΕ(μ-λ) και το ΜΛ-ΚΚΕ, η ΟΚΔΕ-Εργατική Πάλη κ.ά. με τις οποίες αγωνιζόμαστε μαζί σε πολλά μέτωπα εδώ και χρόνια…».
«…Η συνάντηση αυτών των δυνάμεων πρέπει να έχει τον χαρακτήρα μιας μαχόμενης τακτικής συμφωνίας με στόχο την ρήξη και την ανατροπή της σαρωτικής επέλασης της ΕΕ και του ΔΝΤ και της τρικομματικής κυβέρνησης … Οι δυνάμεις που συμμαχούν θα διατηρούν την αυτοτέλεια και τις στρατηγικές στοχεύσεις τους αλλά δεν θα τις βάζουν συνολικά ως προϋπόθεση για την μετωπική συμπόρευσή τους».
Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον αυτής της παρέμβασης βρίσκεται κατ’ αρχάς σε ένα κυρίως πράγμα. Στο ότι προτάσσει σαν άμεσο κεντρικό στόχο -αλλά και βάση συσπείρωσης δυνάμεων την ανατροπή της επίθεσης του συστήματος. Αυτό μάλλον συνδέεται και με την από μεριάς τους εκτίμηση της κατάστασης, όπως λ.χ. η άποψη ότι το εργατικό-λαϊκό ρεύμα στο οποίο αναφέρονται «ξεκινάει από χαμηλή ιστορική βάση» και ότι «αδυνατεί ακόμη να ανατρέψει την ικανότητα του καπιταλισμού να ανασυγκροτείται» κ.λπ. Αντίστοιχα εκφράζεται στις απόψεις ότι το ζήτημα της εξουσίας σήμερα μπορεί να τεθεί κατ’ αρχάς σε βάση ζύμωσης και προπαγάνδας. Ακόμη στην άποψη ότι η δημιουργία του πόλου-μετώπου αποτελεί «έργο μακράς πνοής» ή και στο ότι το «γόνιμο έδαφος» για την ανάπτυξη του «σύγχρονου κόμματος» βρίσκεται στα μέτωπα πάλης κ.λπ.
Στην ίδια βάση πατάει και το ότι σε αντίθεση με όλους τους άλλους την πρόταση μιας τέτοιας συνεργασίας την απευθύνουν και σε δυνάμεις όπως το ΚΚΕ(μ-λ) και το ΜΛ-ΚΚΕ. Κάτι τέτοιο μάλλον οφείλεται στο πώς εκτιμούν την κατάσταση και ειδικότερα το βάρος και τον χαρακτήρα που προσδίδουν στο ζήτημα αντιμετώπισης της επίθεσης. Η «παράλειψη» μιας τέτοιας απεύθυνσης από μεριάς και άλλων δυνάμεων -που φυσικά μόνο τυχαία δεν είναι- συνδέεται ακριβώς με την διαφορετική αντιμετώπιση της κατάστασης και στους προσανατολισμούς και ιεραρχήσεις που με βάση αυτή διαμορφώνουν. Από την άποψη αυτή η αναγωγή και σύνδεση των απόψεών τους σε θέσεις και αποφάσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δείχνει ότι και οι συντάκτες αυτής της παρέμβασης δεν μπορούν να ξεφύγουν ολότελα από τις αντιλήψεις που διαμορφώνουν τις απόψεις και θέσεις των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Λ.χ. δεν είναι τόσο σαφής στις απόψεις τους η διάκριση ανάμεσα στον στόχο ανατροπής της επίθεσης σε σχέση με εκείνον της ανατροπής της κυβέρνησης. Και με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο φαίνεται αυτή η σύνδεση στο σημείο που αναπτύσσουν την άποψή τους για την «δυαδική εξουσία» και μια κυβέρνηση που «θα διασχίζει, υπερβαίνει και ανατρέπει… τον ορίζοντα των κυβερνήσεων διαχείρισης».
Ή ακόμη και στις θέσεις όπως «την κρίση να πληρώσει το κεφάλαιο» που υποτίθεται συμπυκνώνει τις εργατικές διεκδικήσεις ή «τον κλονισμό της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας». (Αλήθεια πού την είδαν;)
Ας περάσουμε στις απόψεις του ΝΑΡ μιας από τις πιο ισχυρές (αν όχι η πιο ισχυρή) δυνάμεις στα πλαίσια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και από εκείνες που μάλλον έχουν κύριο λόγο στην διαμόρφωση των θέσεών της.
Ας ξεκινήσουμε με απόψεις που διατυπώνει ο Άγγελος Χάγιος καθοδηγητικό στέλεχος του ΝΑΡ σε τοποθέτησή του με τίτλο «Μπορεί η Αριστερά να κυβερνήσει;».
«Ναι η Αριστερά όχι μόνο μπορεί αλλά πρέπει να κυβερνήσει» απαντά ο Άγγελος Χάγιος «Υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της θα πάρουν την εξουσία. Για να αλλάξει η εξουσία από αστική σε εργατική. Αυτή η αλλαγή χρειάζεται επανάσταση και το υπογραμμίζω κόντρα σε αυτούς που φοβούνται και να αναφέρουν την λέξη». Μέχρι εδώ καλά! Όσο για το πώς εννοεί αυτή την επανάσταση, μας δίνει ορισμένα δείγματα στη συνέχεια.
«Δεν φταίει ο λαός όπως λένε ορισμένοι που δεν κάνει κίνημα ανυπακοής και επομένως να βάλουμε στόχο να γίνουν εκλογές και να βγει μια κυβέρνηση. Ο λαός βγήκε στις απεργίες, τις πλατείες, το Σύνταγμα. Εάν η Αριστερά έβγαινε όλη στο Σύνταγμα σύσσωμη έξω από τη Βουλή κι έβαζε θέμα επιτροπών και Βουλής των «κάτω» δεν θα μπορούσε να γίνει ανατροπή κυβέρνησης και αντιλαϊκής πολιτικής;». Το ερώτημα εδώ δεν είναι αυτό που θέτει ο Άγγελος Χάγιος. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να πάρουμε στα σοβαρά τέτοιου είδους υποθετικά σενάρια. Αλλά το «καλύτερο» μας το φύλαγε για το τέλος ο Άγγελος Χάγιος.
«Οι δυνάμεις κοινωνικές και πολιτικές υπάρχουν και διαμορφώνονται νέες. Αυτή είναι η έννοια της αντικαπιταλιστικής ανατροπής και του αντικαπιταλιστικού μετώπου. Μια τέτοιου τύπου ανατροπή δεν την φαντάζομαι καθόλου ως μια ομαλή κοινοβουλευτική διαδικασία. Μπορεί να αρχίζει ένα ντόμινο ανατροπών στην Ελλάδα και σ’ όλη την Ευρώπη, ξεσηκωμού και επαναστατικών διαδικασιών ώστε να σπάσει η φυλακή και η επίθεση του κεφαλαίου των κομμάτων του ΔΝΤ και της ΕΕ. Στη σύγκρουση αυτή θα προκύψουν και αστικές ρεφορμιστικές και αριστερές ρεφορμιστικές κυβερνήσεις.
Εμείς επιλέγουμε να εκπροσωπούμε το κίνημα και την αριστερά η οποία θα πάει την υπόθεση μέχρι τέλους, μέχρι το «ποιος ποιον» και γι’ αυτό θα αξιοποιεί τις ταλαντεύσεις μιας αστικής κυβέρνησης περισσότερο στις αντιφάσεις μιας αριστερής κυβέρνησης στην οποία μπορεί να συμμετέχουν και συναγωνιστές μας. Εμείς δεν θα συμμετέχουμε. Θα παλεύουμε και εκπροσωπούμε το επαναστατικό κίνημα που με τα δικά του όργανα θα διεκδικήσει και θα επιβάλει την εξουσία των εργαζομένων για να ανοίξει ο δρόμος της κοινωνικής και κομμουνιστικής «απελευθέρωσης».
Κατ’ αρχάς ένα ερώτημα. Ποιοι είμαστε «εμείς» και ποιοι οι «συναγωνιστές μας»; Να υποθέσω ότι το πρώτο αναφέρεται στο ΝΑΡ και το δεύτερο στις άλλες συνιστώσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή του ευρύτερου αντικαπιταλιστικού πόλου-μετώπου; «Φοβερό κόλπο» θα έλεγε κανείς! Όπως και να ‘χει, όσοι είχατε τυχόν ερωτήματα για το πώς ακριβώς θα εξελιχθεί το επαναστατικό προτσές έχετε εδώ όλες τις απαντήσεις. Την θέση «να πέσει η κυβέρνηση» και της διαμόρφωσης όρων «δυαδικής εξουσίας» σε πλήρη ανάπτυξη. Από την αστική λοιπόν κυβέρνηση στην αστική ρεφορμιστική. Απ’ εκεί σε μια αριστερή ρεφορμιστική. Σ’ αυτή την κυβέρνηση που «μπορεί να συμμετέχουν συναγωνιστές μας». «Εμείς δεν θα συμμετέχουμε». «Εμείς» από δίπλα θα αξιοποιούμε ταλαντεύσεις και αντιφάσεις και θα παλεύουμε να επιβάλουμε την εξουσία των εργαζομένων. Το σχέδιο είναι έτοιμο. Δεν έχουμε παρά να το εφαρμόσουμε. Και παρακαλώ. Κάθε συσχετισμός με την συμμετοχή των «συντρόφων της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης» στην Ιταλία στην κυβέρνηση του «συναγωνιστή» Ντ’ Αλέμα, δεν θα έδειχνε παρά την κακοπιστία όσων κάνουν τέτοιες σκέψεις.
Ας δούμε όμως πιο ολοκληρωμένα τις απόψεις του ΝΑΡ και όπως αυτές εκτίθενται στην «Πολιτική τοποθέτηση του ΝΑΡ στην 2η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ» (01-06-2013).
«Το άμεσο λοιπόν πολιτικό καθήκον είναι η οργάνωση της πάλης για την ανατροπή της βίαιης επιδρομής και της άθλιας τρικομματικής κυβέρνησης μέσα από την αποφασιστική κλιμάκωση των αγώνων. Η ενίσχυση μέσα στο λαό του αναγκαίου αντικαπιταλιστικού προγράμματος. Η οικοδόμηση ενός ισχυρού αγωνιστικού μετώπου ρήξης και ανατροπής με ηγεσία ένα ταξικά ανασυγκροτημένο εργατικό κίνημα … Η οικοδόμηση μιας άλλης ισχυρής μετωπικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς …».
«Για να ανταποκριθούμε στις μάχες που έχουμε μπροστά μας πριν απ’ όλα πρέπει να αλλάξουμε την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να δυναμώσει σαν δύναμη προβολής και πάλης μιας αντικαπιταλιστικής πολιτικής με ριζοσπαστικό επαναστατικό κατά βάση εξωκοινοβουλευτικό τρόπο. Να προετοιμαστεί πολιτικά-θεωρητικά και πρακτικά το κίνημα για τα επαναστατικά και αντεπαναστατικά γεγονότα που αναπόφευκτα θα υπάρχουν στο επόμενο διάστημα».
«Βασικό περιεχόμενο της πολιτικής μας πρότασης είναι το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα ανατροπής της κανιβαλικής επίθεσης του κεφαλαίου … Η ολοκληρωμένη του υλοποίηση απαιτεί επανάσταση συντριβή της αστικής κυριαρχίας και εργατική εξουσία. Αλλά ταυτόχρονα η πάλη γι’ αυτό το πρόγραμμα … είναι και δρόμος για την προσέγγιση της αντικαπιταλιστικής επανάστασης».
Από τη θέση 7. «Με το προχώρημα της κρίσης και το βάθεμα της επίθεσης ωριμάζει μια τεράστια σύγκρουση στην κοινωνία. Τα συμφέροντα της εργατικής πλειονότητας απαιτούν ανατροπή της επίθεσης, κλονισμό και ανατροπή της εξουσίας της αστικής τάξης … Όποια αλλαγή θίξει ζωτικά συμφέροντα της οικονομικής εξουσίας, θα βρεθεί γρήγορα αντιμέτωπη με το τρικέφαλο τέρας του κεφαλαίου, του κράτους του, και των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών του, έτσι ώστε η συνολική επαναστατική ρήξη μαζί τους να είναι αναπόφευκτη. Για αυτό ακριβώς, τελικός στόχος του σημερινού μας αγώνα, είναι η αντικαπιταλιστική επανάσταση…». Σωστά! Μόνο που έχουμε και συνέχεια.
«Στην πορεία της πάλης για την εξουσία μπορεί να υπάρξουν συσχετισμοί δυνάμεων που θα επιβάλλουν για σύντομο χρονικό διάστημα υβριδικές καταστάσεις δυαδικής εξουσίας, «ενδιάμεσες» κυβερνήσεις κλπ. Σε παρόμοιες οξυμένες συνθήκες, η σύγκρουση για την εξουσία οξύνεται και επιταχύνεται. Οι κομμουνιστές παρεμβαίνουν στη σύγκρουση αυτή από την σκοπιά του μέλλοντος με την λογική «όλη η εξουσία στα όργανα του εργατικού κινήματος», όλη η εξουσία και ο πλούτος της κοινωνίας στα χέρια των εργαζομένων και του λαού.
Σε κάθε περίπτωση η προβολή σήμερα ενός κοινοβουλευτικού – κυβερνητικού στόχου, το ξέκομμά του από την πάλη και την διαδικασία προσέγγισης και κατάκτησης της εξουσίας είναι λαθεμένη και αρνητική. Οδηγεί την αντικαπιταλιστική Αριστερά, ανεξάρτητα από προθέσεις, σε λάθος πολιτικούς στόχους και ιεραρχήσεις και πρακτικά σε ρόλο παραπληρωματικό στην κυβερνητική «λύση» του ΣΥΡΙΖΑ.
Φυσικά, η επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας δεν είναι ένα μονόπρακτο. Έχει καμπές και άλματα της ταξικής πάλης. Δεν είναι, όμως, και μια διαρκής εξελικτική διαδικασία «δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων», «δυαδικής εξουσίας και οικονομίας» που ξεκινάνε από σήμερα και φτάνουν μέχρι τον σοσιαλισμό, χωρίς την τομή της επανάστασης. Ας μην επιστρέψουμε σε έναν μεταρρυθμισμό των τραγικών όσο ποτέ αυταπατών».
Εδώ τι έχουμε τώρα; Πραγματεία επί των πιθανών μορφών που μπορεί να πάρει η ταξική πάλη στην ιστορική της εξέλιξη ή πολιτική άποψη-πρόταση; Στην πραγματικότητα -και «πίσω από τις λέξεις» η πρόταση υπάρχει. Ας δούμε όμως πρώτα κάτι ακόμη.
«Το ΝΑΡ παλεύει συνειδητά για τη συγκρότηση ενός τρίτου πόλου, αντικαπιταλιστικού και επαναστατικού, που δεν ταυτίζεται με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Στηρίζουμε την λογική της μετωπικής συμπόρευσης γιατί θέλουμε να ανοίξουμε δρόμους για τον πόλο.
… Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα συμβάλλει στην προώθηση του αγωνιστικού μετώπου ρήξης και ανατροπής. Με ενωτική – αγωνιστική πρωτοβουλία προς όλες τις μαχόμενες δυνάμεις της Αριστεράς και του εργατικού – λαϊκού κινήματος, για παλλαϊκές κινητοποιήσεις, για την ανατροπή της επίθεσης, με άμεσες αιχμές το σπάσιμο της πολιτικής επιστράτευσης, την προστασία των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και των εισοδημάτων, την πάλη ενάντια στο εγκληματικό ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου. Βασικό ζήτημα εδώ αποτελεί η δημιουργία ενός κέντρο αγώνα όλων των μαχόμενων δυνάμεων του εργατικού κινήματος, του «συντονισμού», άλλων πρωτοβάθμιων σωματείων και κλαδικών συντονισμών, με απεύθυνση και στις δυνάμεις του ΠΑΜΕ, για την δημιουργία ενός μαζικού «συντονισμού των συντονισμών» που θα πάρει την πρωτοβουλία από τα χέρια της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, με στόχο ένα μάχιμο, ταξικά ανασυγκροτημένο εργατικό κίνημα.
… Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αμέσως μετά την Συνδιάσκεψη πρέπει να πάρει πρωτοβουλίες για το προχώρημα της μετωπικής συμπόρευσης.
– να απευθυνθεί σε όλες τις δυνάμεις που περιγράφονται στις θέσεις, να συζητήσει την πολιτική της πρόταση, ζητώντας την τοποθέτησή τους πάνω σε αυτήν. Στόχος είναι να υπάρξει σαφής, συνεκτική, δημόσια συμφωνία, χωρίς αμφισημίες και πολιτικές ασάφειες πάνω στο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα που προτείνεται και τους δρόμους διεκδίκησής του».
Οι απόψεις του ΝΑΡ γεννάν ξανά τα ίδια ερωτήματα που αναδείχνονται και στις παρεμβάσεις άλλων. Άλλες φορές λ.χ. αναφέρεται σε -σκέτα- αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και άλλες σε αντικαπιταλιστικό μεταβατικό. Τελικά πρέπει να «αποφασίσει». Τι είναι αυτό που προτείνει; Άλλο τόσο σοβαρό το επόμενο ερώτημα.
Βασικός στόχος είναι η ανατροπή της επίθεσης ή η ανατροπή της κυβέρνησης; Όπως ήδη έχουμε αναφέρει (σε σχέση με αντίστοιχες θέσεις -αποφάσεις της Συνδιάσκεψης) πρόκειται για δυο διαφορετικά ζητήματα. Ζητήματα τα οποία και όταν συνδυάζονται το ένα προβάλει ως κύριος στόχος πάνω στον οποίο επικεντρώνονται προσπάθειες και κινήσεις. Και εν προκειμένω η θέση που χρόνια τώρα προτάσσουν όλες οι συνιστώσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι «να πέσει η κυβέρνηση». Και εδώ θα πρέπει να ξεκαθαριστεί ένα ζήτημα. Σ’ όλο αυτό το πολιτικό διάστημα ο στόχος ανατροπής της κυβέρνησης αποτέλεσε (και αποτελεί) τον κρίκο που σέρνει τον χορό τάσεων και δυνάμεων στην «μουσική» των «ευρύτερων πολιτικών συνεργασιών» και των «άμεσων ρεαλιστικών και συνολικών -κυβερνητικών- απαντήσεων». Και δεν είναι βέβαια τυχαίο που αυτό τον χορό τον σέρνει ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε και οι πιέσεις σε άλλους «χορευτές».
Εξίσου σοβαρό το ερώτημα για το αν πρόκειται για «πρόγραμμα πάλης που προτείνεται στο λαό» ή μεταβατικό-κυβερνητικό πρόγραμμα. Εδώ η διαφορά είναι τόσο προφανής που δεν χρειάζεται να πούμε τίποτε περισσότερο.
Σε σχέση με αυτό αναδείχνεται ένα ακόμη ερώτημα. Αναφέρεται -και το ΝΑΡ- σε ολοκληρωμένη εφαρμογή του προγράμματος από την εργατική εξουσία. Υπάρχει και «μη ολοκληρωμένη» εφαρμογή και υπό ποια εξουσία; Ποια είναι τελικά η άποψη-πρόταση του ΝΑΡ; Όπως προαναφέρθηκε η πρόταση υπάρχει. Και είναι αυτή που αναπτύσσεται στο απόσπασμα που παρατέθηκε. Είναι η πρόταση του «μεταβατικού προγράμματος» της «δυαδικής εξουσίας» των «αριστερών ρεφορμιστικών κυβερνήσεων» στις οποίες «μπορεί να συμμετέχουν και συναγωνιστές μας» όπως λέει και ο Άγγελος Χάγιος.
Αυτός είναι ο βασικός καμβάς πάνω στον οποίο κινείται και το ΝΑΡ. Και αυτή η κατεύθυνση δεν «διορθώνεται» με την «παρεμβολή» του «επεισοδίου» της επαναστατικής «τομής» στο πλαίσιο του «ενιαίου επαναστατικού προτσές» και της «δυαδικής εξουσίας».
Πράγματι η επανάσταση δεν είναι «μονόπρακτο». Ως στρατηγικός στόχος ωστόσο σημαίνει ότι όλες οι θέσεις οι ενέργειες, οι ιεραρχήσεις, οι κινήσεις αρθρώνονται στον άξονα αυτού του στόχου και όχι σε «μεταβατικές» και «δυαδικές» φαντασιώσεις. Το πραγματικό ερώτημα συνεπώς δεν βρίσκεται στο αν θα «επιστρέψουν» στον μεταρρυθμιτισμό και τις αυταπάτες του, αλλά στο αν φύγανε ποτέ απ’ αυτόν.
Το ΝΑΡ αναφέρεται ακόμα στην αναγκαιότητα δημιουργίας «ενός κέντρου αγώνα όλων των μαχόμενων δυνάμεων του εργατικού κινήματος του συντονισμού», της κοινής δράσης κ.λπ. Θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια κατ’ αρχάς καλή ιδέα και ανεξάρτητα από το αν σήμερα μπορεί να υλοποιηθεί από το σύνολο της Αριστεράς. Το πρόβλημα βρίσκεται στο αν και πώς την εννοεί το ΝΑΡ που την διατυπώνει. Όταν λ.χ. για έναν τέτοιο στόχο θέτει ως προαπαιτούμενο την αποδοχή του αντικαπιταλιστικού του προγράμματος «χωρίς -μάλιστα- αμφισημίες και ασάφειες» αυτό πολύ απλά σημαίνει πως είτε έχει αυταπάτες είτε πως αυτό το ζήτημα το θέτει σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με άλλες ιεραρχήσεις του, είτε αυτές αφορούν την πολιτική του γραμμή είτε την διαμόρφωση των εσωτερικών συσχετισμών στα πλαίσια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ που όλες οι συνιστώσες θέλουν να την «αλλάξουν» αλλά η κάθε μια στη βάση της δικής της πολιτικής αντίληψης και λογικής. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ «πρέπει να αλλάξει στη βάση μιας αντικαπιταλιστικής επαναστατικής κατεύθυνσης, λέει το ΝΑΡ, να «μετατραπεί σε ΑΝΤΑΡΣΥΑ των μελών», υποστηρίζεται από άλλες πλευρές.
Ανεξάρτητα πάντως από το πώς θα λύσουν αυτές τις διαφορές τους εκείνο που ενδιαφέρει το κίνημα είναι άλλο. Είναι το πόσο ιεραρχείται και προωθείται σε πρώτο πλάνο ο στόχος αναχαίτισης-ανατροπής της επίθεσης. Το πόσο προωθείται η οικοδόμηση ενός Μετώπου Αντίστασης, Διεκδίκησης και Πάλης μέσα από την Κοινή Δράση των δυνάμεων που διατείνονται ότι έχουν έναν τέτοιο στόχο και ανεξάρτητα από το τι όνομα του δίνει η κάθε μια.
Και ως προς αυτό τόσο οι θέσεις όσο και η πρακτική του ΝΑΡ (και όχι μόνο) στο προηγούμενο διάστημα δεν βρίσκονται στην τροχιά των απαιτήσεων που θέτουν σήμερα τα προβλήματα του λαού και η ταξική πάλη.
Για το ζήτημα της εξουσίας
Διαβάζοντας κανείς τις θέσεις, αποφάσεις και τις διάφορες παρεμβάσεις, εκείνο που θα παρατηρήσει είναι ότι πέρα από τις διαφορές ή και αντιθέσεις σε διάφορα ζητήματα υπάρχουν και ορισμένα βασικά κοινά στοιχεία.
- Ο κοινός προσανατολισμός στην κατεύθυνση οικοδόμησης όρων «δυαδικής εξουσίας».
- Η κοινή αποδοχή σαν πολιτικής βάσης του «μεταβατικού προγράμματος» με ορισμένες διαφοροποιήσεις σε σημεία. Η διαφοροποίηση που υπάρχει στο ζήτημα αυτό αφορά το αν αυτό το πρόγραμμα μπορεί να εφαρμοστεί ολοκληρωμένα πριν ή μετά την κατάκτηση της πραγματικής εξουσίας.
- Η διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας. Τις όποιες διαφοροποιήσεις στο ζήτημα αυτό τις εξουδετερώνει το κοινό (εδώ και χρόνια) σύνθημα «να πέσει η κυβέρνηση».
- Ο ρόλος που δίνουν σε μια τέτοια κυβέρνηση σε σχέση με τις ανατροπές που μπορεί να επιφέρει στην οικονομία, την κοινωνία, το κράτος, στην οργάνωση του λαού, τους συσχετισμούς.
Όλα αυτά (και άλλα) συνθέτουν μια συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση.
Μια προσπάθεια υποκατάστασης της Λενινιστικής επαναστατικής στρατηγικής με ένα σχήμα μιας υποτιθέμενης Νέας Επαναστατικής Στρατηγικής. Μια στρατηγική που θα υπερβαίνει τον λενινισμό, την εμπειρία της 3ης Διεθνούς και τον Μαοϊσμό χωρίς -υποτίθεται- να διολισθαίνει στον ρεφορμισμό που γνωρίζουμε.
Η υπόθεση αυτή δεν είναι νέα. Είναι εδώ και δεκαετίες που τάσεις και δυνάμεις της ευρύτερης Αριστεράς αναζητούν μια τέτοια υπέρβαση για να επιστρέφουν «μαχητικά» στον παλιό καλό ρεφορμισμό.
Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα τα πολιτικά ζητήματα που μπαίνουν με όλα αυτά.
Ένα πρώτο ερώτημα αφορά το κρίσιμο ζήτημα της εξουσίας. Ένα ζήτημα που είναι κατ’ αρχάς άμεσα συνδεδεμένο με το πρόβλημα της διεξόδου για τον λαό και τη χώρα.
Τέτοια διέξοδο πραγματική και που να απαντάει στα προβλήματα του λαού και της χώρας δεν την θέλουν οι ιμπεριαλιστικοί κηδεμόνες.
Δεν την θέλουν και ούτε την μπορούν η αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό.
Δεν την μπορούν οι ρεφορμιστικές δυνάμεις.
Η μόνη πραγματική και ολοκληρωμένη διέξοδος βρίσκεται στην ανατροπή αυτού του συστήματος και την οικοδόμηση μιας άλλης, μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Με αυτή την έννοια τίθεται ζήτημα διεξόδου, ζήτημα ανατροπής, ζήτημα εξουσίας.
Από εκεί και πέρα το ερώτημα είναι αν μπορεί να τεθεί άμεσα, σε ποια βάση και υπό ποιούς όρους. Σε βάση διακήρυξης, ζύμωσης και προπαγάνδας όπως αναφέρεται και σε ορισμένες παρεμβάσεις;
Ασφαλώς και μπορεί και πρέπει να τεθεί σαν τέτοιο. Μόνο που δεν φτάνει αυτό πλέον.
Το ερώτημα είναι αν μπορεί να τεθεί σαν ζήτημα ημερήσιας διάταξης, άμεσης προώθησης-διεκδίκησης και με όλα όσα κάτι τέτοιο σημαίνει.
Εδώ πρέπει να παίρνεται σοβαρά υπόψη ένα πράγμα. Με το ζήτημα της εξουσίας -της πραγματικής- οι κομμουνιστές «δεν παίζουν». Δεν είναι από τα ζητήματα που μπορεί να τα θέσει κανείς «ολίγον». Ή τίθεται ή δεν τίθεται. Το να τεθεί το ζήτημα της εξουσίας στην ημερήσια διάταξη σημαίνει ότι η αναμέτρηση με τις δυνάμεις του συστήματος περνάει στο ανώτερό της επίπεδο. Συνεπώς το κίνημα ή είναι έτοιμο να προωθήσει την πάλη του σε ένα τέτοιο επίπεδο ή δεν είναι. Σε διαφορετική περίπτωση το πισωγύρισμα που θα υπάρξει θα ‘ναι «άλλων» διαστάσεων και χαρακτηριστικών.
Και εδώ προς αποφυγή παρανοήσεων (ή «παρανοήσεων») να ξεκαθαριστεί μια ακόμη πλευρά. Όταν αναφερόμαστε σε «ετοιμότητα» αυτό δεν σημαίνει ότι τα πράγματα μπορούν να διαμορφωθούν, προετοιμαστούν, προγραμματιστούν με τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλίζουν το νικηφόρο αποτέλεσμα. Τέτοιες διασφαλίσεις στο πεδίο της ταξικής πάλης με τόσους πολλούς και τόσο αστάθμητους παράγοντες δεν υπάρχουν. Αυτό που υπάρχει και αυτό που απαιτείται είναι η σοβαρή αντιμετώπιση των προβλημάτων ώστε να οικοδομούνται οι καλύτεροι δυνατοί όροι και προϋποθέσεις. Η υπεύθυνη εκτίμηση όλων των δεδομένων και αντίστοιχη διαμόρφωση κατευθύνσεων και επιδιώξεων.
Υπάρχουν σήμερα τέτοιοι κίνδυνοι σαν αυτούς που προαναφέρθηκαν; «Δεν ξέρουμε» αν είναι ευτύχημα ή δυστύχημα αλλά η απάντηση είναι όχι (τουλάχιστον όχι άμεσα και με τους σημερινούς όρους). Ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει ζήτημα κυβέρνησης αλλά εντός των πλαισίων της πραγματικής εξουσίας.
Το ΚΚΕ υποτίθεται το «θέτει» αλλά όχι σαν ζήτημα του κινήματος, δηλαδή δεν το θέτει.
Κάποιες άλλες δυνάμεις το «θέτουν» ενώ είναι ολοφάνερο ότι δεν είναι σε θέση, δεν έχουν το απαιτούμενο «βάρος» για να το θέσουν πραγματικά. Το ότι ωστόσο υπάρχει αυτή η «ασφάλεια» -για την ώρα όπως ειπώθηκε- αυτό δεν δίνει κανένα άλλοθι στην ελαφρότητα αντιμετώπισης τόσο σοβαρών ζητημάτων.
Για το αν λοιπόν μπορεί να τεθεί πραγματικά ένα τέτοιο ζήτημα οφείλεται να παίρνονται υπόψη μια σειρά βασικά δεδομένα, παράμετροι και συσχετισμοί.
Η εκτίμηση των συσχετισμών στη χώρα αλλά και στη συνάρτησή τους με τους διεθνείς συσχετισμούς.
Την κατάσταση του ελλαδικού συστήματος εξουσίας.
Το επίπεδο πολιτικοποίησης, συγκρότησης και διαθέσεων του ελληνικού λαού.
Το επίπεδο συγκρότησης του υποκειμενικού παράγοντα.
Γενικότερα την εκτίμηση των δυνατοτήτων να τεθεί στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της ανατροπής και σε συνάρτηση μ’ αυτό των δυνατοτήτων αντιμετώπισης των προβλημάτων που θα θέσει αυτή η ανατροπή.
Εδώ και με βάση το σύνολο των δεδομένων μπαίνει ένα σοβαρό ερώτημα.
Έχουμε από τη μια την αντικειμενική και «πιεστική» αναγκαιότητα διεξόδου για τον λαό και τη χώρα. Από την άλλη, σειρά αρνητικών δεδομένων και συσχετισμών που μόνο ευνοϊκοί δεν είναι ως προς την δυνατότητα τού να τεθεί άμεσα ένα τέτοιο ζήτημα. Αυτή η σχέση πραγμάτων δεν σημαίνει ούτε παραίτηση από έναν τέτοιο στόχο αλλά ούτε και απογείωση. Σημαίνει κατ’ αρχάς ότι το ζήτημα της εξουσίας μπορεί και πρέπει να τίθεται σε επίπεδο διακήρυξης, ζύμωσης και προπαγάνδας.
Κυρίως ωστόσο σημαίνει ότι μπορεί και πρέπει να τίθεται σαν στρατηγικός προσανατολισμός του κινήματος. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι σ’ αυτή τη βάση ορίζονται οι πολιτικές κατευθύνσεις, οι προβλέψεις, τα καθήκοντα, οι ιεραρχήσεις, οι προτεραιότητες.
Πώς τοποθετείται απέναντι στο ζήτημα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Θα λέγαμε με τρόπο αντιφατικό και εν τέλει καιροσκοπικό. Θα προσθέταμε μάλιστα ότι αυτή η αντιφατικότητα δεν εμφανίζεται μόνο με βάση τις διαφορετικές προσεγγίσεις των διαφόρων συνιστωσών αλλά και στο «εσωτερικό» της τοποθέτησης της κάθε μιας απ’ αυτές.
Αυτές οι αντιφάσεις εκφράζονται σε μια σειρά ζητήματα.
Στην εκτίμηση της κατάστασης στην Ελλάδα και τον κόσμο.
Την εκτίμηση των διαθέσεων και των δυνατοτήτων των λαϊκών μαζών.
Την εκτίμηση της κατάστασης στο κίνημα και την Αριστερά.
Συνακόλουθα και στους τρόπους και τις μορφές με τους οποίους βλέπουν να αντιμετωπίζεται η κατάσταση. Στις προτάσεις που διατυπώνουν και τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και την διάρθρωσή τους.
Ενδεικτικά κατ’ αρχάς αναφέρουμε.
Την αντίθεση πάνω στο αν το πρόγραμμα πρέπει να είναι αντικαπιταλιστικό-μεταβατικό ή απλώς μεταβατικό.
Την διάσταση για το αν μπορεί να εφαρμοστεί μόνο μετά ή και πριν την κατάκτηση της πραγματικής εξουσίας, μια διάσταση που βεβαίως δεν την απαντάει το εφεύρημα της «μη ολοκληρωμένης» δηλαδή της μερικής εφαρμογής.
Την σύμπλεξη-σύγχυση των ζητημάτων διαφορετικού χαρακτήρα, επιπέδου των απαιτήσεων. Ανατροπή της επίθεσης-ανατροπή της κυβέρνησης-ανατροπή εξουσίας.
Όλες αυτές οι αντιφάσεις επιχειρείται να εμφανιστούν σαν στοιχεία μιας διαλεκτικής αντιμετώπισης των ζητημάτων που η απάντησή τους βρίσκεται στο μεταβατικό πρόγραμμα και τη διαμόρφωση όρων «δυαδικής εξουσίας». Έτσι η θέση για την δυαδική εξουσία εμφανίζεται σαν μια στρατηγική -πασπαρτού- που απαντάει σ’ όλα τα ζητήματα που χρόνια απασχολούν το κίνημα, που «λύνει» όλα τα προβλήματα, τις αντιφάσεις, τις ανακολουθίες που χαρακτηρίζουν αυτές τις πολιτικές κατευθύνσεις.
Στην πραγματικότητα το εφεύρημα της «δυαδικής εξουσίας» δεν αποτελεί τίποτε άλλο από μια μορφή διαφυγής από το πραγματικό πρόβλημα και τις απαιτήσεις που το συνοδεύουν. Αλλά πιο συγκεκριμένα για όλα αυτά στη συνέχεια.
«Μεταβατικές» αυταπάτες
Μεταβατικό στάδιο και μεταβατικό πρόγραμμα. Ένα θεμελιώδες (και παμπάλαιο) ερώτημα αφορά το αν ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό υπάρχει (από ιστορική, κοινωνική και οικονομική άποψη) στάδιο μετάβασης από το ένα κοινωνικοοικονομικό σύστημα στο άλλο.
Ο παραδοσιακός ρεφορμισμός άλλοτε ανοιχτά και άλλοτε μασημένα δίνει την απάντηση ότι υπάρχει τέτοιο στάδιο ιδιαίτερα στη φάση του «νεωτερικού καπιταλισμού» όπως τον χαρακτηρίζει. Σε μια τέτοια εκτίμηση άλλωστε βασίζει όλη τη στρατηγική και την πολιτική του. Διάφορες παραλλαγές του οπορτουνισμού ακόμη και ορισμένες που εμφανίζονται ως επαναστατικές αποφεύγουν συστηματικά μια ευθεία απάντηση. Προτιμούν να «απαντούν» μέσω «τακτικών επιλογών», «διαλεκτικών συνδέσεων», «ενιαίων επαναστατικών προτσές» και «παρατεταμένων ρεπερτορίων» που τους επιτρέπουν (έτσι νομίζουν) να αποφεύγουν μια καθαρή τοποθέτηση.
Το ερώτημα ωστόσο παραμένει, είναι σαφές και ζητάει απάντηση ξεκάθαρη και χωρίς περικοκλάδες.
Όσο μας αφορά η απάντησή μας είναι μία και ξεκάθαρη. Τέτοιο στάδιο δεν υπάρχει. Και προς αποφυγή τυχόν παρανοήσεων να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν εννοούμε καθόλου το μεταβατικό στάδιο που έχει σαν αφετηρία του την ανατροπή της κυριαρχίας του συστήματος και την ανάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη και τις λαϊκές δυνάμεις. Αυτό σημαίνει ορισμένα πράγματα για όσους έχουν μια τέτοια άποψη. Σημαίνει πρώτα απ’ όλα ότι η στρατηγική του κινήματος προσανατολίζεται, έχει σαν στόχο την ανατροπή του συστήματος. Και όπως ήδη προαναφέρθηκε σημαίνει διαμόρφωση στόχων, καθηκόντων, ιεραρχήσεων αλλά και τακτικών κινήσεων. Κινήσεων οι οποίες υποτάσσονται, υπηρετούν και δεν αλλοιώνουν την βασική στρατηγική κατεύθυνση.
Ο χαρακτήρας της ανατροπής και από τι καθορίζεται
Μιλώντας για ανατροπή και επανάσταση έχει αναδειχτεί σ’ αυτή τη συζήτηση το ερώτημα για το αν θα είναι αντικαπιταλιστική ή ποιας άλλης μορφής, εξ’ ου και η διάσταση για το αν το πρόγραμμα θα είναι αντικαπιταλιστικό-μεταβατικό ή απλά μεταβατικό κ.λπ. Η όλη συζήτηση έτσι όπως γίνεται θυμίζει παλιότερες συζητήσεις για τον χαρακτήρα της αλλαγής. Έχουμε την άποψη ότι τόσο η σημερινή όσο και η παλιότερη βρίσκονται -ως ένα βαθμό τουλάχιστον- στον αέρα. Ας εξηγηθούμε.
Η απάντηση είναι κατ’ αρχάς απλή όσον αφορά την γενική θεωρητική πλευρά του ζητήματος και ταυτόχρονα σύνθετη και δύσκολη όσον αφορά τον συγκεκριμένο προσδιορισμό στο «πρακτικό»-πολιτικό πεδίο.
Η επανάσταση που «πρέπει» να γίνει δεν καθορίζεται από τις αποφάσεις κανενός πολιτικού οργάνου αλλά από το ποια είναι η επανάσταση που …μπορεί να γίνει. Αυτό καθορίζεται από το σημείο τομής που διαχωρίζει από τη μια τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που θέλουν και διατίθενται να κινηθούν σε μια τέτοια κατεύθυνση. Από τις δυνάμεις που συναινούμενες και συγκροτούμενες σε «υλική» πολιτική δύναμη είναι σε θέση να υπερισχύσουν στην αναμέτρησή τους με τις δυνάμεις του συστήματος. Μέχρις εδώ «καλά». Τα δύσκολα εμφανίζονται από εδώ και πέρα. Ποιες είναι αυτές οι δυνάμεις. Πώς, υπό ποιους όρους και μέσα από ποιες διαδικασίες μπορούν να συνενωθούν, συγκροτηθούν σ’ ένα τέτοιο επίπεδο; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα βρίσκεται κατ’ αρχάς σε μια εμπεριστατωμένη ανάλυση της ελληνικής κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας της διάταξης διάρθρωσης των κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων. Ένα ζήτημα που «εκκρεμεί» -για όλους μας- εδώ και χρόνια.
Δεύτερο, τη σύνδεση του όποιου υποκειμενικού παράγοντα με τον λαό, τις σχέσεις που έχει με τις λαϊκές μάζες που «ζωντανεύουν», επαληθεύουν, τροποποιούν ή αναιρούν τα στοιχεία που προκύπτουν από την ανάλυση. Και ως προς αυτό είναι αναμφισβήτητο ότι οι «παλιές» σχέσεις της εν γένει Αριστεράς με τον λαό έχουν εξαερωθεί και οι νέες αναζητούνται. (Μερική εξαίρεση το ΚΚΕ που ως ένα βαθμό διατηρεί τέτοιες σχέσεις μ’ ένα τμήμα του εργαζόμενου λαού).
Τρίτο, την εκτίμηση των πολιτικών δεδομένων και την εν γένει πολιτική εκτίμηση της κατάστασης, όπου όλοι έχουμε τις απόψεις μας αλλά και τις διαφορές μας.
Αν αυτό είναι η βάση «εκκίνησης» του πράγματος που έχει τον ρόλο και την επίδρασή του στην εξέλιξή του, αυτό δεν σημαίνει κιόλας ότι προκαθορίζει, διασφαλίζει τον «τελικό» χαρακτήρα της ανατροπής. Αυτός δεν θα καθοριστεί από αποφάσεις και διακηρύξεις για τον αντικαπιταλιστικό, αντιιμπεριαλιστικό, λαϊκοδημοκρατικό ή όποιο άλλο χαρακτήρα αλλά θα καθοριστεί από τον συσχετισμό που θα διαμορφώνεται ανάμεσα στις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις του μπλοκ της ανατροπής μέσα στη διαδικασία της επαναστατικής πάλης. Και για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Το αν αυτή η επανάσταση θα έχει αντικαπιταλιστική, σοσιαλιστική «ροπή» και «χρώμα», θα καθοριστεί από τη συγκρότηση και τον ρόλο που θα παίζουν στην επαναστατική διαδικασία η εργατική τάξη και οι κομμουνιστικές δυνάμεις (το κομμουνιστικό κόμμα).
Και αυτό είναι κάτι που έχει τις δικές του συγκεκριμένες απαιτήσεις. Τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο. Όσοι φαντάζονται ότι με αποφάσεις και βαρύγδουπες διακηρύξεις μπορούν να αλλάξουν το στάτους των πραγμάτων βρίσκονται απλώς «αλλού».
Το πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και οι συναρτήσεις του
Αν τα προηγούμενα έχουν έναν σχετικά γενικό χαρακτήρα ας δούμε το πώς τίθεται το ζήτημα πιο συγκεκριμένα. Ένα ερώτημα που απασχολεί και τη συζήτηση που διεξάγεται αφορά το τι συνιστά το πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή όποιες άλλες παραλλαγές που κυκλοφορούν. Όπως ήδη έχει αναφερθεί, συμμεριζόμαστε την άποψη που υποστηρίζει ότι ο ανατρεπτικός ή όχι χαρακτήρας ενός προγράμματος δεν καθορίζεται από το πώς θα το «βαφτίσουμε» αλλά από το αν οι στόχοι του είναι συμβατοί ή έρχονται σε σύγκρουση με το σύστημα. Από το αν -ως σύνολο- προσφέρει διέξοδο για τον λαό και τη χώρα. Αν ανταποκρίνεται στα συμφέροντα, τις διαθέσεις και επιδιώξεις των δυνάμεων ανατροπής και συνολικά του λαού. Αν η υλοποίησή τους έρχεται σε σύγκρουση, αν είναι ασύμβατοι με ό,τι είναι διατεθειμένο να αποδεχτεί το σύστημα.
Πριν προχωρήσουμε θα θέλαμε να παρεμβάλουμε μια «ιδιότυπη», ας την πούμε έτσι, διάσταση του ζητήματος. Αν παρατηρήσει κανείς τις προγραμματικές θέσεις όλων των δυνάμεων της ευρύτερης Αριστεράς θα δει ότι λίγο πολύ κινούνται πάνω σε έναν κοινό καμβά. Από τον ΣΥΡΙΖΑ -πριν αρχίσει τις ρεαλιστικές κυβερνητικές προσαρμογές- μέχρι τις εξωκοινοβουλευτικές αλλά και το ΚΚΕ ανεξάρτητα από τους διαχωρισμούς που θέλει να προβάλλει. Των εθνικοποιήσεων των τραπεζών, των στρατηγικών κλάδων της οικονομίας, τη διαγραφή (ή αναδιαπραγμάτευση) του χρέους, την ρήξη (ή «ρήξη») με ΟΝΕ ή και ΕΕ κ.λπ.
Ο καμβάς πάνω στον οποίο κινούνται δεν είναι καθόλου νέος. Το «πρωτότυπο» βρίσκεται στις αποφάσεις που με εισήγηση του Ν. Ζαχαριάδη πήρε η 6η Ολομέλεια του ΚΚΕ το 1934. Ούτε είναι άλλωστε τυχαίο ότι πολλοί απ’ αυτούς αναφέρονται συχνά στην μετωπική πολιτική του -τότε- ΚΚΕ, στο ΕΑΜ κ.λπ. Το ότι οι περισσότεροι εξ’ αυτών έχουν σύρει τα μύρια όσα στις απόψεις που σήμερα υιοθετούν -και όπως είθισται χωρίς καμιά αυτοκριτική- ας το προσπεράσουμε.
Αυτό που έχουμε είναι: Πρώτο, το ότι αυτή η καθολική αποδοχή δείχνει ότι παρά τις μεταβολές που αναμφισβήτητα έχουν συντελεστεί στο μεταξύ διάστημα, αυτές οι απόψεις συνεχίζουν, από γενική τουλάχιστον άποψη, να εκφράζουν βασικά στοιχεία της ελληνικής πραγματικότητας και των ζητημάτων που αυτή θέτει.
Δεύτερο το ότι η βασική διάσταση δεν βρίσκεται στις διαφοροποιήσεις που εκ των πραγμάτων εμφανίζονται στις σημερινές προτάσεις-προγράμματα των διαφόρων δυνάμεων. Η ουσιώδης διαφορά βρίσκεται στην παράλειψη ορισμένων «λεπτομερειών». Στο ότι εκείνο το πρόγραμμα του ΚΚΕ προωθούνταν σε άμεση και ευθεία σύνδεση με την κατεύθυνση επαναστατικής διεκδίκησης της εξουσίας. Στο ότι μια τέτοια κατεύθυνση δεν στεκόταν «στον αέρα» αλλά εδραζόταν σε μια εργατική τάξη συγκροτημένη σε ταξική βάση. Σε ένα συγκροτημένο και επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα με ανεπτυγμένες τις σχέσεις και τους δεσμούς του συνολικά με τις εργαζόμενες λαϊκές μάζες. Σε ένα κίνημα που είχε ξεκαθαρισμένο το πρωταρχικό στοιχείο συνειδητοποίησης-συγκρότησής του. Το ποιοι είναι οι εχθροί και ποιοι οι φίλοι του.
Ας ξαναγυρίσουμε όμως -κλείνοντας αυτή την παρένθεση- στο πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Είναι πρόγραμμα που μπορεί να εφαρμοστεί στα πλαίσια του συστήματος ή οδηγεί την σύγκρουση με τις δυνάμεις του συστήματος και η εφαρμογή του προϋποθέτει την ανατροπή της κυριαρχίας τους; Αν σταθούμε στο «γράμμα» των προβλέψεων και των στόχων που θέτει, προβάλλει σαν πρόγραμμα που δεν μπορεί να γίνει αποδεχτό ή ανεχτό από τις δυνάμεις του συστήματος και η εφαρμογή του οδηγεί σε αναμέτρηση. Αυτό πολύ απλά σημαίνει ένα πράγμα. Ότι αυτό το πρόγραμμα -όπως κι αν το «βαφτίσουμε»- θέτει ως τέτοιο ζήτημα εξουσίας. Το πρόβλημα βρίσκεται στο κατά πόσο το αντιλαμβάνονται ως τέτοιο οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αν έχουν πλήρη επίγνωση του τι σημαίνει κάτι τέτοιο, τι απαιτήσεις εγείρει και πώς αυτές αντιμετωπίζονται. Οι διάφορες τοποθετήσεις περί «μη ολοκληρωμένης εφαρμογής» και άλλα συναφή δείχνουν πως είτε δεν το αντιλαμβάνονται είτε ότι προσπαθούν να «δραπετεύσουν» από την ουσία και τις απαιτήσεις του ζητήματος που οι ίδιες θέτουν.
Για την διεκδίκηση της κυβέρνησης
Σε συνέχεια και συνάρτηση με τα προηγούμενα ας δούμε ένα ακόμη από τα σοβαρά προβλήματα που τίθενται. Το ζήτημα της κυβέρνησης και της κοινοβουλευτικής διεκδίκησής της. Γενικά είναι δυνατό στην πορεία της ταξικής πάλης το κίνημα να θέσει και έναν τέτοιο τακτικό στόχο. Είναι άλλο ζήτημα ωστόσο το πότε, πώς και υπό ποιους όρους μπορεί και πρέπει να το θέσει. Και εδώ χρειάζεται να αποσαφηνιστεί μια βασική παράμετρος του ζητήματος. Όπως είναι γενικά παραδεκτό, ανάληψη της κυβέρνησης δεν σημαίνει και έλεγχο-κατάκτηση της πραγματικής εξουσίας. Μόνο που εδώ υπάρχει μια «ιδιορρυθμία» του πράγματος. Αυτή η κυβέρνηση τυπικά, θεσμικά έχει την αρμοδιότητα να κυβερνήσει, να εφαρμόσει το πρόγραμμα με βάση το οποίο εκλέχτηκε. Και εδώ αναδείχνεται το πραγματικό πρόβλημα. Και αν μεν αυτή η κυβέρνηση «ξεχάσει» το πρόγραμμά της, το λειάνει, το προσαρμόσει στους όρους και τις υπαγορεύσεις του συστήματος, τότε τα πράγματα τραβάνε απλώς τον γνωστό δρόμο.
Αν όμως επιχειρήσει να το εφαρμόσει είναι βέβαιο ότι θα έρθει σε αντιπαράθεση, σε σύγκρουση με τις δυνάμεις του συστήματος και τους μηχανισμούς της πραγματικής εξουσίας. Εξ αντικειμένου συνεπώς, και σ’ αυτή την περίπτωση, «θέλουμε δεν θέλουμε» τίθεται το ζήτημα της εξουσίας και πάντα με όρους αναμέτρησης. Έχουμε συνεπώς και πάλι το γνωστό ερώτημα. Γι’ αυτή την αναμέτρηση αυτή η κυβέρνηση (το κίνημα) ή θα είναι έτοιμο να την αντιμετωπίσει και στη βάση των απαιτήσεων που αυτή θέτει ή δεν θα είναι. Επειδή αν δεν είναι, αυτό που θα ‘ρθει δεν θα ‘ναι μια απλή «πολιτική» ήττα, αλλά ένα χτύπημα με ανυπολόγιστες συνέπειες για τον λαό και το κίνημα. (Το «τρίτο σενάριο» του Σ. Σακελλαρόπουλου μας δίνει ένα μόνο μέρος των συνεπειών που θα υπάρξουν σε μια τέτοια περίπτωση).
Όταν λοιπόν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ίδιων όπως παρατίθενται σε θέσεις και παρεμβάσεις τους, μια σειρά δεδομένα και παράγοντες κρίνονται δυσμενείς, το να τίθεται ελαφρά τη καρδία ζήτημα κυβέρνησης -δηλαδή εξουσίας- δεν είναι σοβαρή αντιμετώπιση.
Μα είναι λέει ζήτημα τακτικής. Όχι δεν είναι ένα απλό ζήτημα τακτικής. Σαν ζήτημα τακτικής μπορεί να νοηθεί κατ’ αρχάς στα πλαίσια μιας ρεφορμιστικής κατεύθυνσης που δεν είναι στις προθέσεις της να συγκρουστεί με το σύστημα. (Που εν προκειμένω συνοδεύεται και με αυταπάτες για την στάση που θα κρατήσει η αστική τάξη ή τμήματά της). Στα πλαίσια μιας επαναστατικής κατεύθυνσης μπορεί να τεθεί μόνο υπό τον όρο ότι το κίνημα είναι προετοιμασμένο να θέσει -και- ζήτημα εξουσίας.
Διαφορετικά ισχύουν οι εκδοχές που μόλις αναφέρθηκαν. Και είναι έκφραση μη σοβαρής αντιμετώπισης οι απόψεις ότι μια τέτοια κυβέρνηση θα πάρει μέτρα ελέγχου των μηχανισμών εξουσίας, θα δημιουργήσει νέους θεσμούς, θα οργανώσει την λαϊκή αυτοάμυνα και άλλα τέτοια φαιδρά. Η εργατική τάξη, ο λαός, το κίνημα ή θα ‘ναι ήδη συγκροτημένοι στα επίπεδα μιας τέτοιας κατάστασης ή τότε θα ‘ναι απλώς αργά.
Δεν είναι ζήτημα «σχεδίου»
Ανάλογης «σοβαρότητας» είναι και οι απόψεις που διατυπώνονται για την παραγωγική οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας από μια τέτοια κυβέρνηση.
Σε σχέση με αυτό το ζήτημα χρειάζεται να θυμίσουμε ορισμένα πράγματα. Για μεγάλο χρονικό διάστημα και ενώ ανθούσε η φιλολογία και τα συνθήματα για ανατροπή της κυβέρνησης ή ακόμη και έξοδο από ΟΝΕ ή και ΕΕ, απουσίαζε σχεδόν εντελώς κάθε αναφορά σ’ αυτό το κρίσιμο ζήτημα. Αλλά και όταν άρχιζαν να το «αγγίζουν» ακούγονταν σχέδια και προτάσεις απίστευτης ελαφρότητας, σαν να επρόκειτο για ένα ζήτημα που αρκούσαν κάποιες «ιδέες» και κάποιες αποφάσεις για να αντιμετωπισθεί. Η εξήγηση γι’ αυτό βρίσκεται στο ότι όλοι τους κινούνταν στον αστερισμό της εύκολης «επιστροφής» στην προηγούμενη κατάσταση που αρκούσε να έρθει μια κυβέρνηση της Αριστεράς για να την πραγματοποιήσει (που όπως λέει και ο Άγγελος Χάγιος αν έβγαινε σύσσωμη η Αριστερά στο Σύνταγμα θα μπορούσε να την επιβάλλει). Άλλωστε με αυτή την λογική σπεκουλάρανε στις πλατείες και την ίδια θέλησαν να κατοχυρώσουν και «προφυλάξουν» από την παρουσία των (άλλων) κομμάτων και Συνδικάτων.
Να το (ξανα)πούμε λοιπόν απλά και καθαρά. Μια τέτοια κυβέρνηση -ας την υποθέσουμε- και με τους δεδομένους όρους και συνθήκες θα σκόρπιζε τις πρώτες εβδομάδες -αν όχι μέρες- από την σύστασή της και μάλιστα χωρίς να χρειαστούν ιδιαίτερου τύπου πιέσεις από τη μεριά του συστήματος.
Σε σχέση λοιπόν με τέτοιας βαρύτητας ζήτημα οφείλουμε να έχουμε καθαρά ορισμένα πράγματα. Αν η ανατροπή έχει τις δυσκολίες, τους κινδύνους και τα προβλήματα που όλοι -οφείλουμε να- γνωρίζουμε, άλλα τόσα θα εμφανιστούν μετά και σε σχέση με το κράτημα, τη σταθεροποίηση της λαϊκής εξουσίας. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στις πιέσεις, τους εκβιασμούς, τους αποκλεισμούς, τις απειλές, τις παρεμβάσεις ή και επεμβάσεις των ιμπεριαλιστών. Αναφερόμαστε στα προβλήματα που θα θέσει η αναγκαιότητα συνολικής παραγωγικής οικονομικής, κοινωνικής ανασυγκρότησης της χώρας. Πολύ περισσότερο που μιλάμε για μια χώρα με αποσυγκροτημένο τον παραγωγικό οικονομικό της ιστό και σε νευραλγικούς τομείς. Μια χώρα με την όποια παραγωγική και οικονομική της δομή προσαρμοσμένη στην διασύνδεση-εξάρτησή της με την ΕΕ και άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Με αυτούς τους όρους θα υπάρξουν μεγάλα και σοβαρά προβλήματα και δυσκολίες και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δυσκολίες και προβλήματα που θα θέσουν σε δοκιμασία τις σχέσεις της Λαϊκής Εξουσίας με τον λαό, που θα θέσουν σε δοκιμασία τη συνοχή του μετώπου τόσο των κοινωνικών όσο και των πολιτικών δυνάμεων στήριξης της Λαϊκής Εξουσίας.
Βεβαίως, και όπως έχει τέτοια παραδείγματα να μας δείξει η ιστορία, η εργατική τάξη και ο λαός όταν παίρνουν τις τύχες τους στα χέρια τους είναι σε θέση να επιδείξουν τέτοια αυταπάρνηση και δημιουργικότητα ώστε να πραγματοποιήσουν θαύματα.
Μόνο που κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει έτσι του καλού καιρού. Προϋποθέτει μια εργατική τάξη συγκροτημένη στο ανώτερο δυνατό επίπεδο. Έναν λαό προετοιμασμένο απέναντι σ’ αυτά που θα αντιμετωπίσει. Ένα κίνημα συγκροτημένο και σφυρηλατημένο μέσα στη διαδικασία της επαναστατικής πάλης και διεκδίκησης της εξουσίας. Μια πολιτική πρωτοπορία (επαναστατική κομμουνιστική) που θα υφίσταται σαν τέτοια όχι επειδή θα το ‘χει «δηλώσει» αλλά επειδή θα ‘χει αναδειχτεί, διαμορφωθεί και συγκροτηθεί μέσα σ’ αυτήν και μέσα απ’ αυτή την άλλη. Επειδή μόνο έτσι θα έχει οικοδομήσει στέρεους δεσμούς με τον λαό, σχέσεις εμπιστοσύνης και κύρους, τέτοιες που να δίνουν την δυνατότητα αντιμετώπισης των δυσκολιών, των προβλημάτων που οπωσδήποτε θα τεθούν.
Όποιοι και όσοι φαντάζονται ότι αυτά μπορούν να πραγματοποιηθούν μέσω κάποιων διακηρύξεων, με ταχύρυθμες συνταγές και κοινοβουλευτικά τερτίπια, το αντιλαμβάνονται ή όχι, «παίζουν» εκτός πραγματικότητας.
Σε σχέση με τις πρόσφατες εξελίξεις
Το πώς έχει πραγματικά η κατάσταση το αντιλαμβάνονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Οι αντιφάσεις στις διάφορες τοποθετήσεις αποτελούν έκφραση από τη μια της επίδρασης που αναπόφευκτα ασκεί αυτή η πραγματικότητα και από την άλλη η εμμονή στις ιδεοληψίες τους.
Βεβαίως και για να μην τους αδικούμε τόσο, η εκτίμηση των δεδομένων μιας κατάστασης που διαμορφώνεται με όλο και πιο σύνθετο και περίπλοκο τρόπο δεν είναι εύκολη υπόθεση για κανέναν. Είναι συνεπώς ως ένα βαθμό αντικειμενικό να εμφανίζονται αδυναμίες, λάθη και αντιφάσεις και αυτό αφορά όλους χωρίς να εξαιρείται κανένας. Άλλο ωστόσο αυτό και άλλο το να προσπαθεί κανείς να φέρνει την πραγματικότητα στα μέτρα προειλημμένων αποφάσεων και θέσεών του.
Όσον αφορά το πώς διαμορφώνεται σε γενικές γραμμές αυτή η κατάσταση.
Το ελληνικό πολιτικό σύστημα φάνηκε σε μια φάση να καταρρέει. Βασικός παράγοντας που συνετέλεσε σ’ αυτό, πέρα από τις δικές του αντιφάσεις, προβλήματα και πιέσεις που αντιμετώπιζε, υπήρξε η έκρηξη της οργής του ελληνικού λαού. Το πρόβλημα ήταν ότι με βάση το σύνολο των δεδομένων η «ιδέα» που όπως προαναφέρθηκε επικράτησε με βάση και την πολιτική δυνάμεων της Αριστεράς ήταν η ιδέα της «επιστροφής». Πάνω σ’ αυτήν πάτησε η εκλογική έκρηξη του ΣΥΡΙΖΑ (και ξεφύτρωσαν και ένα σωρό άλλα μανιτάρια). Ταυτόχρονα η ίδια αυτή ιδέα προσδιόρισε και τα όρια αυτής της εκτόξευσης, καθώς όλο και περισσότερο γινόταν αντιληπτό ότι «επιστροφή» δεν υπάρχει. Η «κοιλιά» που εμφανίστηκε στις διαθέσεις και την κινητικότητα των λαϊκών μαζών έχει άμεση σχέση με την απογοήτευση που δημιουργούσε η αίσθηση του αδιεξόδου. Οι απαντήσεις βρίσκονται «μπροστά» μόνο που αυτό και οι απαιτήσεις που θέτει δεν είναι εύκολο και δεν μπορούν από τη μια στιγμή στην άλλη να γίνουν υπόθεση των λαϊκών μαζών. Πολύ περισσότερο που οι δυνάμεις της Αριστεράς συνέχιζαν να λειτουργούν αποπροσανατολιστικά σε σχέση με αυτά που απαιτούνταν.
Τα πράγματα λοιπόν δεν ήταν έτσι όπως τα φαντάστηκαν ορισμένοι. Όπως επισημαίνει και η ΑΡΑΣ το αστικό κράτος είναι το κατ’ εξοχήν «κόμμα» του συστήματος.
Ανεξάρτητα των όρων που χρησιμοποιεί ο καθένας, η ουσία του ζητήματος βρίσκεται στο ότι το σύστημα διέθετε και διαθέτει ισχυρές εφεδρείες τόσο «εσωτερικές» όσο και «εξωτερικές». Τις εσωτερικές του εφεδρείες τις είδαμε, τις βλέπουμε και θα τις δούμε. Όσο για τις εξωτερικές -που κι αυτές τις είδαμε- χρειάζεται να είναι ξεκαθαρισμένα ορισμένα πράγματα.
Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις μπορούν στα πλαίσια της γενικότερης πολιτικής τους να πιέζουν και να δημιουργούν προβλήματα στην αστική τάξη της χώρας μας. Αυτό όμως δεν έχει καμιά σχέση με το πώς αντιμετωπίζουν την σχέση ανάμεσα σ’ αυτή την αστική τάξη και τον λαό. Η αστική τάξη αποτελεί φορέα της εξάρτησης αυτής της χώρας από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Απέναντι στον λαό την στήριζαν και θα συνεχίσουν να την στηρίζουν με όλα τα μέσα που διαθέτουν.
Για τον υποκειμενικό παράγοντα
Απέναντι σε μια τέτοια κατάσταση και όπως ήδη προαναφέρθηκε αποκτάει ιδιαίτερη σημασία η εκτίμηση του πού βρίσκεται αυτός που θα ονομάζαμε υποκειμενικό παράγοντα εννοώντας τον στην ευρύτερή του έννοια (εργατική τάξη, λαός, συνδικάτα, μέτωπα πάλης, Αριστερά, κομμουνιστικό κίνημα).
Στο ζήτημα αυτό διατυπώνονται και σωστές αλλά και αντιφατικές εκτιμήσεις στις διάφορες παρεμβάσεις. Το κυρίως πρόβλημα ωστόσο βρίσκεται πέρα απ’ αυτά. Βρίσκεται στο ότι κατά κανόνα αποφεύγεται και δεν αξιολογείται το «βάθος» και η ουσία των ζητημάτων και των απαιτήσεων που θέτουν. Ας εξηγηθούμε. Στην τοποθέτηση των Αναγνωστάκη Α., Κόσμά Π. και Μάρκου Κ. αναφέρεται πως «αυτό το εν δυνάμει ανατρεπτικό ρεύμα … ξεκινάει αναγκαστικά από χαμηλή ιστορική βάση…». Τι σημαίνει αλήθεια κάτι τέτοιο;
Για να μην τους αποδώσουμε απόψεις που ίσως δεν έχουν, θα σταθούμε στο πώς εμείς αντιλαμβανόμαστε αυτή τη διάσταση του ζητήματος. Η κατάσταση στο λαό χαρακτηρίζεται πράγματι από την οργή, την αγανάκτηση, τις διαθέσεις αντίστασης κ.λπ. όπως περιγράφονται από διάφορες παρεμβάσεις. Μόνο που αυτή είναι η μια διάσταση του ζητήματος. Η άλλη αφορά το «έδαφος» πάνω στο οποίο εκδηλώθηκε αυτή η οργή. Αυτό καθορίζεται από το ότι οι λαϊκές μάζες (αλλά και συνολικά το κίνημα) βιώσανε μια μακροχρόνια περίοδο (μισόν αιώνα και) συνολικής αποσυγκρότησης και σε όλα τα πεδία. Το ιδεολογικό, το πολιτικό, το οργανωτικό. Σε επίπεδο αντιλήψεων που κυριάρχησαν, τρόπων αντιμετώπισης των προβλημάτων και πολιτικών ζητημάτων που αναδείχνονταν. Της αντιμετώπισης του αντιπάλου (ποιοι οι εχθροί και ποιοι οι φίλοι), της συγκρότησης των μετώπων πάλης.
Βασική αιτία για μια τέτοια εξέλιξη υπήρξε η οπισθοχώρηση, η ήττα του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος, η «στροφή»-παλινόρθωση στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες και τις οδυνηρές συνέπειες που υπήρξαν με βάση αυτά.
Την αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης σαν του σταθερού κορμού ισχύος της λαϊκής πάλης.
Την αποσύνθεση του κομμουνιστικού κινήματος σαν πρωτοπόρας πολιτικής καθοδηγητικής δύναμης του εργατικού λαϊκού επαναστατικού αγώνα.
Την διάλυση των μετώπων πάλης των εργαζόμενων λαϊκών μαζών.
Την συνολική αποσυγκρότηση των λαϊκών μαζών στο ιδεολογικό, πολιτικό και οργανωτικό πεδίο και στο επίπεδο της αγωνιστικής ετοιμότητας.
Ταυτόχρονα είχαμε την κυριαρχία αστικών, μικροαστικών, ρεφορμιστικών, οπορτουνιστικών αντιλήψεων, απόψεων και πολιτικών που τροφοδοτούσαν αναπαρήγαγαν και διαιώνιζαν αυτή την αρνητική κατάσταση.
Αυτά πέραν των άλλων καθόρισαν και τον χαρακτήρα, τα «όρια» και των αγωνιστικών κινητοποιήσεων των τελευταίων δεκαετιών. Το γεγονός ότι εκτός εξαιρέσεων δεν μπορούσαν να σπάσουν, να ξεπεράσουν τα πλαίσια του σκηνικού που είχε στηθεί με βάση όλα αυτά.
Το ότι έρχονταν ως «κινηματική επικουρία» των επιλογών, κινήσεων των πολιτικών και συνδικαλιστικών ηγεσιών της υποτιθέμενης αριστεράς στις διαπραγματεύσεις τους με τις δυνάμεις του συστήματος.
Αυτά καθόρισαν τις μορφές, την ένταση, το βάθος και το εύρος, την διάρκεια, την αν-αποτελεσματικότητα των έως τώρα αντιστάσεων και αντιδράσεων.
Το γεγονός ότι η οργή και η αγανάκτηση του κόσμου δεν μπόρεσε να ξεπεράσει ορισμένα όρια και να εκφραστεί σε ένα ανώτερο πολιτικά επίπεδο.
Αυτά καθόρισαν και συνεχίζουν σε σημαντικό βαθμό να καθορίζουν -και όχι μόνο στη χώρα μας- το ότι η πολιτική «κεφαλαιοποίηση» αυτών των αγώνων «πιστώνεται» στον λογαριασμό ρεφορμιστικών ή και αστικών δυνάμεων. (Στα πλαίσια και της εναλλαγής τους στην κυβερνητική εξουσία ή ακόμη και ιμπεριαλιστικών όρα Λιβύη, Συρία κ.ά.)
Οι συνέπειες αυτής της συνολικής αποσυγκρότησης δεν ξεπερνούνται από τη μια στιγμή στην άλλη ούτε και μπορούν να ξεπεραστούν με εκκλήσεις, αποφάσεις και διακηρύξεις.
Για τις αιτίες κάποιων «παραλείψεων»
Αυτή η βασική διάσταση του ζητήματος δεν αντιμετωπίζεται με το «βάρος» που έχει από πλευράς ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρ’ όλη την ύπαρξη και σωστών επισημάνσεων που αφορούν πλευρές και εκφράσεις του όλου ζητήματος.
Οι αιτίες γι’ αυτή την «έλλειψη» δεν οφείλονται στην αδυναμία αυτών των δυνάμεων να δουν ορισμένα ζητήματα αλλά έχει συγκεκριμένη πολιτική αφετηρία.
Βρίσκεται στο ότι η αναγνώριση ορισμένων βασικών στοιχείων του προβλήματος τους «βγάζει έξω» από την πολιτική λογική και τις κατευθύνσεις τους.
Βρίσκεται κατά πρώτο λόγο στο πώς αντιμετωπίζουν μια βασική διάσταση της επίθεσης του συστήματος.
Ας αφήσουμε στην άκρη το ότι επί χρόνια «δεν έβλεπαν» αυτή την επίθεση και μάλιστα σαρκάζανε το ΚΚΕ(μ-λ) και τον «αμυντισμό» του που εδώ και τρεις δεκαετίες έθετε την αναγκαιότητα αντιμετώπισής της.
Μια στάση που σχετιζόταν με τις εκτιμήσεις τους για την παγκόσμια κατάσταση και τα χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος και τις στοχεύσεις του. Αλλά και σήμερα που κάτω από την πίεση των εξελίξεων αυτές οι εκτιμήσεις έχουν σχετικά διαφοροποιηθεί αυτή η έλλειψη συνεχίζει να εμφανίζεται σ’ αυτές. Στις αναλύσεις τους συνδέουν -και σωστά κατ’ αρχάς- την επίθεση με τα χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού συστήματος, την κρίση και τις εξελίξεις στα πλαίσιά του, αν και ορισμένοι τείνουν στο να δίνουν ιδιαίτερο βάρος στην επικράτηση του «νεοφιλελευθερισμού».
Η έλλειψη στην οποία αναφερόμαστε αφορά την πολιτική διάσταση του ζητήματος. Την αναγνώριση τού ότι αν αυτή η επίθεση μπόρεσε να πάρει αυτές τις διαστάσεις και να εξελίσσεται ανεμπόδιστα σχεδόν εδώ και δεκαετίες με όλο και μεγαλύτερη ένταση και σε όλο και μεγαλύτερο εύρος και βάθος, αυτό συνδέεται με ένα καταλυτικό γεγονός. Την οπισθοχώρηση, την ήττα του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος, τις συνέπειες που είχε αυτό στην αρνητική διαμόρφωση των ταξικών κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών αλλά και τη συνολική αποσυγκρότηση στην οποία αναφερθήκαμε μόλις προηγούμενα.
Η αναγνώριση ωστόσο αυτού του δεδομένου οδηγεί αναπόφευκτα σε ορισμένες σκέψεις και συμπεράσματα.
α) Στην διαπίστωση ότι πριν την «στροφή» που οδήγησε στην ήττα είχαμε άλλους συσχετισμούς. Ότι αυτό συνδεόταν με την ύπαρξη των σοσιαλιστικών χωρών και ενός κινήματος που αποτελούσε μια δύναμη αντιπαράθεσης στο σύστημα και αποτελεσματικής υπεράσπισης των εργατικών λαϊκών συμφερόντων. Ότι ανεξάρτητα από αδυναμίες, λάθη και ανεπάρκειές του, που οπωσδήποτε πρέπει να δούμε, αυτό αποτελεί μια παρακαταθήκη από την οποία έχουμε και να διδαχτούμε.
β) Την αναγκαιότητα διερεύνησης των ευθυνών που έχουν ορισμένες δυνάμεις και τον ρόλο που έπαιζαν κάποιες ιδεολογικές και πολιτικές αντιλήψεις στην διαμόρφωση, αναπαραγωγή και συνέχιση αυτής της αρνητικής κατάστασης.
γ) Την ανάδειξη των πραγματικών ζητημάτων στα οποία οφείλουμε να απαντήσουμε ώστε να μπορέσει το κίνημα και οι λαϊκές δυνάμεις να ανασυγκροτηθούν και στο επίπεδο των σημερινών απαιτήσεων.
δ) Μια τέτοια αντιμετώπιση ωστόσο θα οδηγούσε σε μια άλλη κατεύθυνση από αυτή της «Νέας Επαναστατικής Στρατηγικής» στην οποία κινούνται οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ γι’ αυτό και την αποφεύγουν.
Για το ζήτημα της «δυαδικής εξουσίας»
Αυτή η «νέα Στρατηγική» ωστόσο των «μεταβατικών προγραμμάτων» και της «δυαδικής εξουσίας» είναι «νέα» μόνο κατά τη φόρμα της. Από άποψη ουσίας κινείται στα χνάρια του παλιού γνωστού μας ρεφορμισμού.
Η προσπάθεια διαφοροποίησής της από τον παλιό ρεφορμισμό έχει κατ’ αρχάς σχέση με την χρεοκοπία και του ρεφορμισμού. Ταυτόχρονα συνδέεται με τις πιέσεις που ασκεί η αγριότητα της επίθεσης του συστήματος σε όλες τις δυνάμεις. Άλλωστε και ο παραδοσιακός ρεφορμισμός αναγκάζεται κάτω από τις ίδιες πιέσεις να μεταμορφώνεται.
Έτσι από την «Αριστερά» των Κλίντον, Μπλερ κ.λπ. και τις γελοιότητες των Ανδρουλάκη, Μπίστη, Δαμανάκη περάσαμε στον «σοβαρό» Κωνσταντόπουλο και απ’ εκεί στον Αλαβάνο και την γραμμή της «ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών με κινηματική στήριξη». Απ’ εκεί και πέρα η εκτίναξη των εκλογικών του ποσοστών και η πιθανότητα «ανάληψης» αυτών των «κυβερνητικών ευθυνών», τους οδηγεί στον δρόμο της επιστροφής στον «ρεαλισμό».
Ανεξάρτητα από αυτή την εξέλιξη είναι εμφανής η κοινότητα λογικής που χαρακτηρίζει από τη μια την γραμμή της «ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών με κινηματική στήριξη» με την γραμμή του «μεταβατικού προγράμματος» και της «δυαδικής εξουσίας».
Ως προς το περιεχόμενο και την ουσία της αρκετά χαρακτηριστικά είναι τα όσα περιέχονται στις παρεμβάσεις των Π. Σωτήρη και Άγγελου Χάγιου (και όχι μόνο) και οι οποίοι εκπροσωπούν τις πιο διαφορετικές, υποτίθεται, αντιλήψεις ως προς την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος. Μια και έχουν παρατεθεί ήδη τα σχετικά αποσπάσματα απλά υπενθυμίζουμε τις απόψεις (Π. Σωτήρη) για «ξεδίπλωμα μορφών σύγχρονης δυαδικής με την δυνατότητα κατάληψης της κυβερνητικής εξουσίας μέσα σε μια συνθήκη κατάρρευσης των αστικών κομμάτων … μέσα από μια «Συντακτική Διαδικασία» που θα περιορίζει το δικαίωμα στην καπιταλιστική ιδιοκτησία … προσπάθεια επαναστατικοποίησης των κρατικών μηχανισμών … υπέρβασης του κοινοβουλευτισμού» κ.λπ., κ.λπ.
Όσο για τον Άγγελο Χάγιο να υπενθυμίσουμε τις απόψεις για το «ντόμινο των ανατροπών σε Ελλάδα και Ευρώπη» που θα οδηγήσει διαδοχικά από αστικές σε αστικές ρεφορμιστικές και επ’ εκεί σε αριστερές ρεφορμιστικές κυβερνήσεις, στις οποίες «μπορεί και να συμμετέχουν συναγωνιστές μας» κ.λπ.
Αλλά εδώ ας σταθούμε λίγο περισσότερο σ’ αυτό το ζήτημα της «δυαδικής εξουσίας».
Αυτό που οφείλεται να είναι καθαρό είναι πως αυτή η δυαδική εξουσία στην οποία αναφέρονται ούτε προγραμματίζεται, ούτε σχεδιάζεται. Η πιθανότητα να προκύψει κάπου, κάποτε σαν ιδιόμορφη φάση στην εξέλιξη της επαναστατικής πάλης δεν μπορεί να την μετατρέψει σε γενικό χαρακτηριστικό, σε στάδιο εξέλιξης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Σε περίοδο από την οποία «υποχρεωτικά» θα περάσει η κοινωνικοοικονομική εξέλιξη και συνεπώς και η επαναστατική πάλη. Ακόμη και στην περίπτωση που -ίσως- υπάρξει σαν ιδιόμορφο αποτέλεσμα αυτό που θα προκύψει δεν θα είναι μια περίοδος κοινωνικοοικονομικού χαρακτήρα αλλά μια πολιτικού χαρακτήρα φάση. Και βεβαίως σε καμιά περίπτωση δεν θα είναι τέτοια που να δίνει τα περιθώρια και την άνεση να οικοδομήσουμε όλα αυτά που αναφέρονται στις σχετικές προτάσεις, αν το κίνημα δεν είναι από τα πριν συγκροτημένο στη βάση επαναστατικών απαιτήσεων. Μια φάση όπου το ζήτημα της εξουσίας θα έχει τεθεί με την πιο οξυμένη του μορφή και θα λυθεί με τους πιο σκληρούς όρους, χωρίς περιθώρια χρόνου για κανέναν προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Και ή το κίνημα θα ‘ναι έτοιμο για κάτι τέτοιο ή δεν θα είναι.
Ανάλογη «παρεξήγηση» υφίσταται και σε σχέση με τα όργανα της λαϊκής «αντι-εξουσίας» που υποτίθεται θα βάλουμε μπρος να δημιουργήσουμε. Τα περισσότερα από αυτά που περιγράφονται στις διάφορες παρεμβάσεις μπορούν να νοηθούν -στην καλύτερη περίπτωση- σαν όργανα της λαϊκής πάλης δεν ασκούν καμιά εξουσία αν δίνουμε στις λέξεις το πραγματικό τους νόημα και περιεχόμενο. Είναι άλλο ζήτημα το αν στην εξέλιξη της επαναστατικής πάλης φτάσουν στο να ενσωματώσουν και τέτοια στοιχεία. Αυτό ωστόσο όχι επειδή από τα πριν ήταν ή τα «βαφτίσαμε» σαν τέτοια αλλά επειδή η ανατροπή των συσχετισμών θα έχει φτάσει σε ένα τέτοιο κορυφαίο επίπεδο. Και για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι.
Τα Σοβιέτ δημιουργήθηκαν το 1905 σαν όργανα λαϊκής αντίστασης απέναντι στην τσαρική πολιτική και τρομοκρατία. Το ότι μετά την επανάσταση του Φλεβάρη του 1917 μπόρεσαν να αναδειχτούν σε όργανα δυαδικής εξουσίας, αυτό το μόνο που δεν σημαίνει είναι ότι το στο διάστημα 1905-1917 ασκούσαν το οποιοδήποτε είδος εξουσίας.
Δυο αντίθετες στρατηγικές κατευθύνσεις
Αυτό που αναδείχνεται με όλα αυτά είναι δυο εντελώς διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις. Είναι άλλο πράγμα ο ορισμός σαν στρατηγικής επιδίωξης του κινήματος η επαναστατική ανατροπή και κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη και τον λαό και άλλο η υποτιθέμενη επιδίωξη διαμόρφωσης όρων «δυαδικής εξουσίας».
Στην πρώτη περίπτωση ο στρατηγικός στόχος ορίζει την κατεύθυνση, τον άξονα πάνω στον οποίο αρθρώνεται η πάλη του κινήματος. Την πολιτική γραμμή, τις ιεραρχήσεις, τα πεδία πάλης, τις μορφές κίνησης, τις τακτικές επιλογές κ.λπ.
Στην δεύτερη έχουμε το φαινόμενο να παίρνουν κάποιοι ένα πιθανό ενδεχόμενο της ταξικής πάλης -που «ίσως» υπάρξει- και πάνω σ’ αυτό να «χτίζουν» μια «άλλη» στρατηγική, την πολιτική τους γραμμή, τις επιλογές τους.
Βεβαίως θα μπορούσε να μας αντιταχθεί ότι στα πλαίσια αυτού του σεναρίου προβλέπεται και η «επαναστατική» τομή. Μόνο που δεν γίνεται -παρά μόνο στον χώρο της φαντασίας- να μπορεί να μεταπηδήσει κανείς έτσι του καλού καιρού από το πεδίο της μιας στρατηγικής στο πεδίο της άλλης, επειδή -και όπως αναφέρεται αλλού- «η επανάσταση στην εποχή μας θα είναι μάλλον μια κοινωνική περιπέτεια διαρκείας και λιγότερο ένα πολιτικό-στρατιωτικό μονόπρακτο».
Στην «καλύτερη» λοιπόν περίπτωση πρόκειται για αυταπάτη, για φαντασίωση-γέννημα ιδεοληψιών.
Στην πραγματικότητα έχουμε ξανά την εναγώνια αναζήτηση δρόμων και τρόπων που να επιτρέπουν την παράκαμψη των απαιτήσεων της ταξικής επαναστατικής πάλης και έτσι να φτάσουμε «έξυπνα» στο ζητούμενο.
Μια αναζήτηση που καθόλου συμπτωματικά ανοίγει διάπλατα τις πόρτες στις πιέσεις και τους «πειρασμούς» των «άμεσων» και «ρεαλιστικών» ρεφορμιστικών «λύσεων» τύπου ΣΥΡΙΖΑ ας πούμε.
Οι «βαθιές ρίζες» της «Νέας Επαναστατικής αντίληψης»
Αυτό το εφεύρημα δεν έπεσε από τον ουρανό. Οι αφετηρίες του βρίσκονται στο κοινό έδαφος παλιών και νέων ρεφορμιστικών αντιλήψεων και απόψεων.
Της θεωρίας των παραγωγικών δυνάμεων. Της «ουδετερότητας» του κράτους. Της αντιμετώπισης του ζητήματος της δημοκρατίας σε υπερταξική βάση. Τις θεωρήσεις του «νεωτερικού καπιταλισμού» και το αντίστοιχό του όσον αφορά το διεθνές πεδίο, της «παγκοσμιοποίησης». Της αποσιώπησης ή και άρνησης της προσφοράς του κομμουνιστικού κινήματος. Της συκοφάντησης της σοσιαλιστικής -«σταλινικής»- περιόδου. Της απαξίωσης της επαναστατικής κομμουνιστικής παράδοσης.
Και γενικά όλα εκείνα με τα οποία «εξόπλιζαν» την απόρριψη της λενινιστικής επαναστατικής στρατηγικής. Που τους επέτρεπαν να «διαφύγουν» από τις απαιτήσεις αυτής της στρατηγικής και να αναζητήσουν άλλες.
Σ’ αυτή τη βάση και λογική συνδιαμόρφωσαν ένα σύνολο ιδεολογικών και πολιτικών απόψεων και αντιλήψεων με τις οποίες «τράφηκαν» γενιές ολάκερες τα τελευταία πενήντα χρόνια. Εκτιμήσεις για την παγκόσμια κατάσταση και τα χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος. Για τις τάσεις που αναπτύσσονται στα πλαίσιά του και των «δυνατοτήτων» που δημιουργούν για το κίνημα. Απόψεις που υποβάθμιζαν τον ρόλο του ιμπεριαλισμού ή και αμφισβητούσαν την ίδια του την ύπαρξη. Για τον ρόλο της επιστήμης. Για το ποια είναι η εργατική τάξη σήμερα και ποιον ρόλο έχει. Για το πώς βλέπουν τον ρόλο της Αριστεράς στην εποχή μας. Για το πώς βλέπανε να εξελίσσεται το επαναστατικό προτσές. (Για όσους επιμένανε σ’ αυτή την ρητορική). Για το ποιες βλέπανε σαν τις κατ’ εξοχήν εκφράσεις της προοδευτικής, αριστερής ή και «επαναστατικής» πάλης της εποχής μας.
Θα μας πήγαινε μακριά να αναφερθούμε περισσότερο σε όλα αυτά. Να υπενθυμίσουμε μόνο ότι αυτές οι αντιλήψεις δεν χαρακτήρισαν τον «παραδοσιακό» ρεφορμιστικό χώρο και μόνο. Με την μια ή την άλλη παραλλαγή τους διαπερνούσαν και τις απόψεις δυνάμεων που προβάλλονταν ως ριζοσπαστικές, αντιρεφορμιστικές ή και επαναστατικές κομμουνιστικές.
Έτσι ενδεικτικά και μόνο θα αναφερθούν ορισμένες απόψεις του ΝΑΡ όπως εκφράστηκαν στις προσυνεδριακές του θέσεις του 1999, στο όνομα μιας «νέας θεωρητικής προσέγγισης» των πραγμάτων (και η οποία δεν αφορούσε βέβαια μόνο το ΝΑΡ).
Μια προσέγγιση στη βάση της οποίας γίνονται μια σειρά εκτιμήσεις. Για την κατάσταση στον κόσμο, τα χαρακτηριστικά που διαμορφώνει το καπιταλιστικό σύστημα. Τις νέες δυνατότητες που δημιουργούνται έτσι για το επαναστατικό κίνημα και τους δρόμους που μπορεί και οφείλει να ακολουθήσει. Γενικά όλα εκείνα που οδηγούν -και μέσα από την απόρριψη της «παρωχημένης» επαναστατικής κομμουνιστικής παράδοσης- σε μια Νέα Στρατηγική. Στην στρατηγική της «δυαδικής εξουσίας» ή και των μεταβατικών προγραμμάτων όπως διατυπώνεται σήμερα.
Μια -καθόλου- «νέα» θεωρητική προσέγγιση
Η νέα αυτή λοιπόν θεωρητική προσέγγιση είναι εκείνη «που θέτει οριστικά στο συρτάρι την μουμιοποιημένη (sic) θεωρία του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό». Ας την δούμε λίγο.
«Στο μεταξύ οι ακαταμάχητες δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης … εκφράζουν την ακατανίκητη κοινωνική τάση-αναγκαιότητα για κατάργηση των συνόρων και παγκόσμια συνεργασία».
Στα πλαίσια λοιπόν αυτής της εξέλιξης «κατά σατανική ειρωνεία της μοίρας η περίφημη τελική «κατάργηση του κράτους» που επαγγέλθηκε πρώτος ο μαρξισμός τείνει να προωθείται με εξαμβλωματικό τρόπο όχι από τον σοσιαλισμό ή τον αναρχισμό αλλά από τον πολυεθνικό καπιταλισμό».
Σ’ αυτές τις συνθήκες προβάλλει για πρώτη φορά όχι ο ανταγωνισμός στο εσωτερικό των κυρίαρχων τάξεων και των κρατών τους αλλά η βασική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας».
Αυτό που έχουμε εδώ είναι η πλήρης υιοθέτηση του ιμπεριαλιστικού θεωρήματος της «παγκοσμιοποίησης» ή αν θέλετε την αναπαλαίωση της θεωρίας του Κάουτσκι για τον υπεριμπεριαλισμό. Αυτού που υιοθέτησε σύμπασα σχεδόν η Αριστερά (πλην Λακεδαιμονίων»). Την κατάργηση των αντιθέσεων ανάμεσα στις αστικές τάξεις και τα κράτη (που συνειδητά αποφεύγεται να χαρακτηριστούν και σαν ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις) και την προώθηση της «παγκόσμιας συνεργασίας».
Ας σημειωθεί ότι την ίδια εκείνη περίοδο είχαμε πολύ συγκεκριμένες εκφράσεις αυτών των τάσεων «παγκόσμιας συνεργασίας» και της «κατάργησης κρατών». (Από άλλα -ιμπεριαλιστικά- κράτη που βεβαίως παρέμεναν ακλόνητα ως τέτοια). Είχαμε τον «πόλεμο του Κόλπου» (1991) που εγκαινίασε την εκστρατεία επανακατάκτησης επαναποικιοποίησης του κόσμου και την επιβολή της Νέας Τάξης Πραγμάτων (που μετονομάστηκε αργότερα σε «παγκοσμιοποίηση») από τις (Δυτικές στη φάση εκείνη) ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Στη συνέχεια την επιδρομή και διάλυση της Γιουγκοσλαβίας (δεκαετία 1990). Επεμβάσεις που υποστηρίχτηκαν από μια σειρά δυνάμεις της «Αριστεράς» ενώ κάποιες άλλες κράτησαν μια στάση «ίσων αποστάσεων» στο όνομα τάχα μιας «ταξικής» αντιμετώπισης των πραγμάτων. (Μιας και η «κύρια» -και μοναδική- αντίθεση ήταν άλλη). Όσο για τον ιμπεριαλισμό, ποιος ιμπεριαλισμός;
Φαίνεται ωστόσο ότι αυτές οι «ακαταμάχητες» δυνάμεις της «παγκοσμιοποίησης» δεν ήταν -κατά ΝΑΡ πάντα- και τόσο ακαταμάχητες. Έτσι διαβάζουμε: «Σήμερα φαίνεται καθαρά ότι ο καπιταλισμός παρ’ όλη την πολυθρύλητη διεθνοποίηση είναι ένα σύστημα που εμποδίζει, που αδυνατεί να επιτύχει την παγκοσμιοποίηση και ότι αντιστρατεύεται την διεθνική ανάγκη που προκύπτει από την νέου τύπου σύνδεση του «πολιτισμού» με την παραγωγή».
Τι σημαίνει αυτό; Μια λοιπόν και ο καπιταλισμός αδυνατεί να εκπληρώσει αυτή την ιστορικού χαρακτήρα αναγκαιότητα αυτό σημαίνει ότι αυτό τον ιστορικό ρόλο οφείλει και μπορεί να τον αναλάβει το προλεταριάτο. Σημαίνει ότι αυτή η αντίφαση του καπιταλισμού ορίζει και το πεδίο δράσης της επαναστατικής αριστεράς, το πεδίο έκφρασης και ανάπτυξης της Νέας Επαναστατικής Στρατηγικής.
Συντρέχουν άλλωστε σε κάτι τέτοιο και ορισμένες σοβαρές εξελίξεις.
«Όταν αναφερόμαστε στην επανάσταση στα παραγωγικά μέσα και στην παραγωγική δύναμη της εργασίας δεν εννοούμε την απλή παραγωγική εκμετάλλευση των όποιων τεχνολογικών επιτευγμάτων αλλά και την ακατανίκητη τάση «πυρηνικής σύντηξης» της επιστήμης και ιδίως της πληροφορικής, των τηλεπικοινωνιών των νέων υλικών και της βιοτεχνολογίας με την καπιταλιστική οικονομία».
«Είναι ενδεικτικό ότι το άυλο προϊόν της επιστήμης και της γνώσης καθοδηγεί την παραγωγή, το «πρόγραμμα παραγωγής» εμφανίζει άμεσα και έντονα στοιχεία κρίσης του εμπορευματικού χαρακτήρα και της υπαγωγής του στο νόμο της αξίας».
Εδώ βέβαια ανακύπτει το ερώτημα αν ο καπιταλισμός παραμένει …καπιταλισμός, μια και η επιστήμη πλέον και όχι το κεφάλαιο, το κριτήριο του κέρδους ή και ο νόμος της αξίας «καθοδηγούν την παραγωγή», αλλά ας συνεχίσουμε.
«Ο καπιταλισμός της εποχής μας φέρνει στην επιφάνεια … νέες δυνατότητες αλλά και κοινωνικές σχέσεις που εκφράζουν με στρεβλό τρόπο την τάση διάλυσης των σχέσεων της ατομικής ιδιοκτησίας και του συνολικού εκμεταλλευτικού τρόπου παραγωγής. Ή αν θέλετε ό,τι στον κομμουνισμό είναι αναγκαίο, εμφανίζεται ήδη σαν τάση έστω διαστρεβλωμένη ή εξαμβλωματικά μεταλλαγμένη στην ώριμη καπιταλιστική κοινωνία».
«Με αυτό τον τρόπο μέσα στα σπλάχνα της σημερινής κοινωνίας γεννιούνται εμβρυακές μορφές κοινωνικών σχέσεων-τάσεων που τείνουν να σπάσουν το καπιταλιστικό περίβλημα».
Έτσι λοιπόν το «νέο προλεταριάτο» (όπως αναφέρεται στη συνέχεια) μαζί με το έργο της προώθησης της παγκόσμιας συνεργασίας αναλαβαίνει και το έργο της αποφλοίωσης από το καπιταλιστικό τους περίβλημα των κομμουνιστικών παραγωγικών σχέσεων που -έστω στρεβλά- διαμορφώνει ο ίδιος ο καπιταλισμός της εποχής μας στα πλαίσια της «πυρηνικής σύντηξης» της επιστήμης με την καπιταλιστική οικονομία.
Η «επανάσταση» στην εποχή μας
Αυτά καθορίζουν και την μορφή και τον χαρακτήρα της επανάστασης στην εποχή μας.
Αυτή, όπως μας πληροφορεί ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου (Πριν, 09-11-1997), δεν θα είναι «ένα είδος αστραπής που εξαπολύει μια αποφασισμένη πρωτοπορία ισοπεδώνοντας την πάλη των τάξεων (sic) μαζί και τις διαφορετικές πλευρές και τα αναγκαία άλματα μέσα στον επαναστατικό αγώνα». Ή όπως μας πληροφορούν πλέον αρμοδίως οι θέσεις του ΝΑΡ «Η επανάσταση στην εποχή μας θα είναι μάλλον μια κοινωνική περιπέτεια διαρκείας και λιγότερο ένα πολιτικό-στρατιωτικό μονόπρακτο».
Όσο για το πού βρίσκονται τα σπέρματα και οι προδρομικές μορφές των επαναστάσεων της εποχής ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου (στο ίδιο άρθρο) τις αναζητά στον Γαλλικό Μάη, το αντιπολεμικό κίνημα των ΗΠΑ, την «Άνοιξη της Πράγας» κ.λπ. Το ότι δεν αναφέρεται σε επαναστάσεις που άλλαξαν τον κόσμο όπως π.χ. η Οκτωβριανή, η Κινέζικη, η Βιετναμική κ.ά. είναι προφανώς επειδή τις κατατάσσει σ’ εκείνες που «ισοπέδωσαν» την πάλη των τάξεων. Το ότι αντίστοιχες «παραλείψεις» παρατηρούνται και στις θέσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι μάλλον απλή «σύμπτωση».
Αυτό λοιπόν το ιστορικό έργο θα το αναλάβει το νέο προλεταριάτο που αποτελεί και το επαναστατικό υποκείμενο της εποχής μας.
«Φορέας αυτής της κοινωνικής κίνησης και αποφασιστικής προτεραιότητας πεδίο δράσης της επαναστατικής αριστεράς είναι πρώτα απ’ όλα το νέο προλεταριάτο των σύγχρονων συνδυασμών πνευματικής-χειρωνακτικής εργασίας, το προλεταριάτο των επιχειρήσεων και των υπηρεσιών αιχμής αυτού του νέου «βιομηχανικού-επιστημονικού-τεχνολογικού συμπλέγματος της εποχής μας». Όσο για το ποιοι συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτή την σύγχρονη εργατική τάξη υπάρχει σε άλλο σημείο μια απαρίθμηση ενός συνόλου κοινωνικών κατηγοριών και ομάδων που ξεκινάει από αυτούς που προαναφέρθηκαν και φθάνει μέχρι τις κοινωνικές και πολιτισμικές μειονότητες.
Έτσι με αυτή την «παλλαϊκή», θα μπορούσε να ειπωθεί, «εργατική τάξη» «λύνονται» και μια σειρά σοβαρά προβλήματα που τόσο έχουν ταλανίσει κατά καιρούς το κίνημα. «Λύνεται» το πρόβλημα της πλειοψηφίας που χρειάζεται το κίνημα μια και συμπεριλαμβάνεται το πλειοψηφικό μέρος της κοινωνίας.
Το πρόβλημα των συμμαχιών που γίνονται «αχρείαστες» μια και οι διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες συνενώνονται σε μία.
Το πρόβλημα του χαρακτήρα της αλλαγής μια και οι ιδιαιτερότητες και διαφορές αυτών των κοινωνικών ομάδων συγχωνεύονται σε ενιαία εργατική βάση.
Φοβερό σχέδιο!
Αλλά έχουμε και συνέχεια. «Στις νέες συνθήκες αντί η εργατική χειραφέτηση να τείνει περισσότερο να «ενσωματώνεται» από τους ενδοαστικούς ανταγωνισμούς, οι οξυμένοι ενδοαστικοί ανταγωνισμοί μπορεί περισσότερο από κάθε άλλη φορά να «ενσωματώνονται από τον αγώνα για την εργατική χειραφέτηση … να μεταφέρει την «κρίση ηγεμονίας» μέσα στις γραμμές της αστικής τάξης και τελικά να διαμορφώνει μια επαναστατική κατάσταση μια κατάσταση δυαδικής εξουσίας» με τον έναν ή τον άλλο τρόπο (μικρότερης ή μεγαλύτερης διάρκειας) που θα βάλει στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της προλεταριακής εξουσίας, της στρατηγικής εργατικής ηγεμονίας και της πλήρους ανατροπής της αστικής κυριαρχίας».
Και κάπως έτσι, για να επιστρέψουμε στα σημερινά, θα μας προκύψει εκείνη η διαδοχή κυβερνήσεων, αστικών -αστικών ρεφορμιστικών- αριστερών ρεφορμιστικών. Ή και για να πάρουμε και την «άλλη» άποψη θα προχωρήσουμε μέσα από μια «Συντακτική Διαδικασία» που θα περιορίζει την καπιταλιστική ιδιοκτησία, θα επαναστατικοποιεί τους κρατικούς μηχανισμούς, θα υπερβαίνει τον κοινοβουλευτικό ορίζονται κ.λπ., κ.λπ.
Τώρα βέβαια πώς στο όνομα της απόρριψης «των κακόφημων τριτοδιεθνιστικών σταδίων» μας προέκυψε ένα υπερστάδιο -και μάλιστα εντός του καπιταλισμού- μεταβατικής δυαδικής εξουσίας, ας το αφήσουμε.
Γι’ αυτά που απαιτούνται
Για το ζήτημα των συσχετισμών
Τι πρέπει να γίνει, πώς να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση μέσα από ποιους δρόμους και τρόπους μπορούμε και πρέπει να πορευτούμε. Όσο μας αφορά δεν έχουμε να προτείνουμε τίποτα μεγάλες και βροντερές καινοτομίες. Επιμένουμε στις «παλιές» και δοκιμασμένες μορφές και τρόπους. Πρώτα και πάνω απ’ όλα στην συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Ποια ζητήματα μας θέτει. Πώς μπορούμε και πρέπει να τα αντιμετωπίσουμε. Με ποια ιεράρχηση, με ποιους τρόπους, σε ποια πεδία οφείλουμε να κινηθούμε. Ως προς το πρώτο, μια και δεν γίνεται να επεκταθούμε εδώ και σ’ αυτό το θέμα, παραπέμπουμε σε θέσεις, αναλύσεις και τοποθετήσεις του ΚΚΕ(μ-λ).
Ως προς τα άλλα, θα θέλαμε να ξεκινήσουμε με ένα ζήτημα που απασχολεί -και απόλυτα δικαιολογημένα- όλους.
Αναφερόμαστε στο ζήτημα των συσχετισμών. Τόσο αυτούς που αφορούν την παγκόσμια κατάσταση όσο και αυτούς που χαρακτηρίζουν την κατάσταση στη χώρα μας αλλά και αυτούς στα πλαίσια του κινήματος, της Αριστεράς όπως λέγεται. Αυτοί οι συσχετισμοί είναι κατά την εκτίμησή μας (αλλά και άλλων) αρνητικοί και στα τρία αυτά πεδία. Αυτό είναι κάτι που οφείλουμε να το δούμε, να το εξηγήσουμε, να το αντιμετωπίσουμε. Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα η ωραιοποίηση της κατάστασης. Κάτι τέτοιο δεν αποτελεί παρά συγκάλυψη της πραγματικότητας και η οποία με τη σειρά της ωθεί στην κατεύθυνση παράκαμψης των προβλημάτων που τίθενται και την αναζήτηση εύκολων, γρήγορων και «έξυπνων» απαντήσεων.
Η επαναστατική αισιοδοξία δεν μπορεί να στηρίζεται σε αυταπάτες. Μπορεί να βασίζεται μόνο στον συγκεκριμένο προσδιορισμό των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε και την αναζήτηση τρόπων απάντησής τους. Σε σχέση λοιπόν μ’ αυτό.
Σε σχέση λοιπόν μ’ αυτό, το πρώτο πράγμα που χρειάζεται να έχουμε κατά νου είναι ότι οι συσχετισμοί σε οποιοδήποτε πεδίο δεν είναι κάτι σταθερό, αμετακίνητο και αμετάβλητο. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας είναι πέραν των άλλων και μια ιστορία μεταβολής, ανατροπής συσχετισμών σε όλα τα πεδία. Στο διακρατικό, το ταξικό, το πολιτικό. Το «τέλος της ιστορίας» ούτε υπήρξε ούτε πρόκειται να υπάρξει ποτέ.
Το δεύτερο, ότι οι λαοί και η εργατική τάξη διαθέτουν ένα τέτοιο «βάθος ισχύος» που όπως επίσης έχει δείξει η ιστορία, είναι ικανή να ανατρέψει συσχετισμούς, να επικρατήσει των δυνάμεων του συστήματος. Αυτό όμως δεν ήταν κάτι που έγινε επειδή «έτυχε». Μπόρεσε να γίνει επειδή οι λαϊκές εργατικές επαναστατικές δυνάμεις μπόρεσαν μέσα από την πορεία της πάλης τους να συγκροτήσουν αυτή την εν δυνάμει υπάρχουσα ισχύ. Να της προσδώσουν συγκεκριμένη υλική, πολιτική υπόσταση τέτοια που τις έκανε ικανές να αντιμετωπίσουν νικηφόρα τις δυνάμεις του συστήματος.
Όσον αφορά τώρα τους σημερινούς αρνητικούς συσχετισμούς, αυτοί συνδέονται άμεσα με τις δυο όψεις ενός συγκεκριμένου ζητήματος. Με το ότι η ισχύς του συστήματος βρίσκεται όχι μόνο στα στοιχεία που την συναποτελούν αλλά κυρίως στο ότι αυτά είναι συγκροτημένα σε πολύ υψηλό επίπεδο. Αντιπροσωπεύει και εκφράζει μια τάξη συγκροτημένη σε τάξη για τον εαυτό της με πλήρη επίγνωση των συμφερόντων της, με γνώση, διάθεση και αποφασιστικότητα να τα υπερασπίσει με κάθε τρόπο.
Αντίθετα η συγκρότηση της εργατικής τάξης και των λαϊκών δυνάμεων, αποτελεί ένα διαρκές ζητούμενο. Ιδιαίτερα σήμερα όπου αντιμετωπίζουμε μια κατάσταση συνολικής αποσυγκρότησης σε όλα τα πεδία που συντελείται εδώ και δεκαετίες.
Το τρίτο λοιπόν που χρειάζεται να δούμε είναι το πού οφείλεται αυτή η κατάσταση, ποια ζητήματα θέτει, πώς τα αξιολογούμε, πώς τα ιεραρχούμε, πώς τα αντιμετωπίζουμε.
Σαν τέταρτο και το οποίο συνδέεται με την άμεση καθημερινή πολιτική -«πρακτική»- διάσταση της πάλης μας θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την επίγνωση τού ότι οι συσχετισμοί εξελίσσονται, διαφοροποιούνται την κάθε στιγμή. Προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση. Από μικρές και μεγάλες μάχες που δίνονται αλλά κι απ’ εκείνες που δεν δίνονται. Σε αναφορά λοιπόν με αυτή την διάσταση του ζητήματος «δεν υπάρχουν» μικρές και μεγάλες μάχες. Οι μεγάλες μάχες δεν έρχονται χωρίς τις «μικρές» που έχουν προηγηθεί. Γενικότερα κάθε μικρή ή μεγάλη μάχη «πατάει» πάνω στο έδαφος και τους συσχετισμούς που έχουν διαμορφώσει οι προηγούμενες και με τη σειρά τους τούς διαμορφώνουν για τις επόμενες.
Για την ανασυγκρότηση της εργατικής τάξης
Σε σχέση πλέον με τα βασικά ζητήματα που έχουν τεθεί και που η αντιμετώπισή τους αποτελεί την αναγκαία και απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει το κίνημα να προωθήσει τους στόχους του. Από τη μεριά μας έχουμε θέσει σαν θεμελιακή προϋπόθεση την «εκ νέου» συγκρότηση του προλεταριάτου σε «τάξη για τον εαυτό της».
Αυτή η άποψη συνδέεται με την επίγνωση τού ότι εδώ και δεκαετίες η εργατική τάξη βαδίζει σε μια πορεία αποσυγκρότησης. Μια εξέλιξη που συνδέεται με την συνολική οπισθοχώρηση και ήττα του κινήματος. Με την μακροχρόνια κυριαρχία του ρεφορμισμού που τροφοδοτούσε αυτή την κατεύθυνση. Που συνδέεται και με τα χτυπήματα που επέφερε η επίθεση του συστήματος καθώς κεντρικός στόχος αυτής της επίθεσης ήταν η συνολική αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης. Καθόλου τυχαία βέβαια μια και το σύστημα γνωρίζει πολύ καλά ποιος είναι ο κύριος, ο πιο επικίνδυνος εχθρός του, από τι έχει να φοβάται. Πολύ περισσότερο εμείς από τη μεριά μας οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε αυτό το ζήτημα με βάση τη σημασία και το «βάρος» που έχει. Με βάση το ότι η εργατική τάξη αποτελεί τον κορμό ισχύος της λαϊκής πάλης. Την βασική κοινωνική δύναμη ανατροπής. Τον κοινωνικό φορέα της προοπτικής του κινήματος και της οικοδόμησης μιας άλλης κοινωνίας. Με επίγνωση του ότι η δυναμική, η συνέχεια, η σταθερότητα, η αντοχή και η αποτελεσματικότητα της λαϊκής πάλης βρίσκονται σε ευθεία συνάρτηση με το κάθε φορά επίπεδο συγκρότησης της εργατικής τάξης. Ταυτόχρονα με επίγνωση τού ότι αυτό το ζήτημα δεν θα απαντηθεί εύκολα, γρήγορα κι απλά, αλλά ότι απαιτείται συνεχής προσπάθεια και αγώνες σε βάθος χρόνου.
Όσοι λοιπόν εκπονούν μεγαλεπήβολα σχέδια και θέτουν «κυβερνητικούς» στόχους «υπερβαίνοντας» τόσο την πραγματικότητα όσο και τις απαιτήσεις της, είτε δεν έχουν κατανοήσει το βάθος του προβλήματος, είτε απλώς «βιάζονται». Και τέτοιου είδους «γρήγορες» λύσεις διατίθενται μόνο στα ράφια του ρεφορμισμού και την πιάτσα του συστήματος.
Ποιες «αλλαγές συσχετισμών στην -ποια- Αριστερά»
Ανάλογο πρόβλημα υφίσταται σε σχέση με την αναγκαιότητα -και σε διαλεκτική σχέση με την προηγούμενη- ανασύσταση, ανασυγκρότησης συνολικά του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος. Έχουμε και εδώ τις ανάλογες «βιασύνες» και πιο εμφανείς καθώς συνδέονται πιο άμεσα με την πολιτική γραμμή των μεταβατικών προγραμμάτων και της υποτιθέμενης δυαδικής εξουσίας. Χαρακτηριστικά τα ανοίγματα σε ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ αλλά και οι απόψεις για «αλλαγή συσχετισμών» στα πλαίσια της Αριστεράς. Ποιων συσχετισμών αλήθεια και ποιας Αριστεράς;
Σε ποια βάση και προς ποια κατεύθυνση μπορεί να απαντηθεί ένα τέτοιο ζήτημα με θέσεις και προτάσεις που -συνειδητά- το αποσυνδέουν από το πρόβλημα του κομμουνιστικού κινήματος. Την ιστορία, την προσφορά αλλά και την παλινόρθωση, την ήττα, τα διδάγματα αλλά και τις συνέπειες για το κίνημα, σαν να πρόκειται οι απαντήσεις να προέρχονται από παρθενογένεση. Ή νομίζουν ότι αποτελεί απάντηση η ρητορική για τον ρόλο που θέλουν για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή τον «αντικαπιταλιστικό πόλο» στα πλαίσια αυτών των πολιτικών κατευθύνσεων; Στην πραγματικότητα και εδώ παίρνουν τις «αποστάσεις» τους από ένα ζήτημα που οι απαιτήσεις που θέτει θα έβαζαν πρόβλημα στην πολιτική τους κατεύθυνση.
Όσο μας αφορά όταν αναφερόμαστε σε αυτή την αναγκαιότητα και στον τρόπο με τον οποίο την θέτουμε αυτό συνδέεται με την επίγνωση των δραματικών εξελίξεων σ’ αυτό το πεδίο, των προβλημάτων που έχουν αναδείξει και των απαιτήσεων που εγείρονται. Της πορείας αποσύνθεσης του κομμουνιστικού κινήματος που συντελείται εδώ και δεκαετίες και σε σύνδεση με την διαδικασία αποσυγκρότησης της εργατικής τάξης.
Της αποσύνθεσης σε όλα τα στοιχεία που το χαρακτήριζαν και το συγκροτούσαν. Στο θεωρητικό, το ιδεολογικό, στο πεδίο της σχέσης του με την σοσιαλιστική προοπτική με βάση και τις απογοητεύσεις από την παλινόρθωση. Το πολιτικό, το οργανωτικό, της σχέσης του με την εργατική τάξη και τις λαϊκές μάζες, τα προβλήματα, τις διαθέσεις, την κίνησή τους. Όλα αυτά που συνδυάστηκαν με την κυριαρχία αστικών, μικροαστικών, ρεφορμιστικών και οπορτουνιστικών απόψεων και αντιλήψεων. Όλες αυτές τις σάπιες ιδέες με τις οποίες γαλουχήθηκαν γενιές ολάκερες που διαμόρφωσαν και χαρακτήρισαν και συνεχίζουν να χαρακτηρίζουν την κατάσταση στον χώρο της Αριστεράς. Αυτές οι συνέπειες είναι που θέτουν το καθήκον της συνολικής ανασύστασης, ανασυγκρότησης του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος και στη βάση των απαιτήσεων της εποχής μας. Ένα καθήκον που μπορεί να εκπληρωθεί μέσα στην πάλη ενάντια στο σύστημα και με όρους πάλης.
Ταυτόχρονα ένα καθήκον που η εκπλήρωσή του περνάει μέσα από την αποτίναξη όλης αυτής της ιδεολογικής και πολιτικής σαβούρας που έχει σωρευτεί επί χρόνια και μέσα στην οποία εξακολουθεί να βρίσκεται παγιδευμένος ένας κόσμος. Μόνο σε μια τέτοια βάση μπορεί να αλλάζει το τοπίο στον χώρο της Αριστεράς και να δοθεί μια άλλη ώθηση στο κίνημα.
Έχουμε την επίγνωση ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εύκολα, γρήγορα κι απλά αλλά μόνο αν αντιμετωπισθεί στη βάση των απαιτήσεων που θέτει και οπωσδήποτε όχι με διάφορες λύσεις ευκολίας που απλώς αναπαράγουν την ίδια κατάσταση.
Μέτωπα πάλης ή «κυβερνητικές» αυταπάτες
Σε άμεση συνάρτηση με τα προηγούμενα η κατεύθυνση της συνολικής, ολόπλευρης κα πολύμορφης συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων και στα επίπεδα εκείνα που να μπορούν να αντιπαρατεθούν αποτελεσματικά στην επίθεση και την προοπτική της συνολικής αναμέτρησης με τις δυνάμεις του συστήματος.
Μια συγκρότηση που περνάει μέσα από την προώθηση των καθηκόντων που προαναφέρθηκαν και την ανάπτυξη των μετώπων πάλης των λαϊκών δυνάμεων.
Αναφορές σε πλευρές και εκφράσεις αυτής της κατεύθυνσης έχουν γίνει ήδη στα πλαίσια αυτής της παρέμβασης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα μπορούσε να εξαντληθεί σ’ αυτές ένα τόσο σημαντικό και πολύπλευρο ζήτημα.
Όσον αφορά την αντιμετώπισή του από πλευράς ΑΝΤΑΡΣΥΑ το κύριο πρόβλημα δεν βρίσκεται σε σειρά επισημάνσεων, εκτιμήσεων, θέσεων και προτάσεων με πλευρές των οποίων μπορεί να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει κανείς. Ούτε στην αγωνιστική διάθεση που χαρακτηρίζει έναν κόσμο που κινείται στις γραμμές της και που αναμφισβήτητα έχει μαχητική συμμετοχή σε μια σειρά αγώνων.
Το πρόβλημα βρίσκεται στο πώς αντιμετωπίζουν, πώς ιεραρχούν και σε ποια πολιτική εντάσσουν αυτή την πάλη. Αυτό που την καθορίζει είναι η συνάρτησή της με την κατεύθυνση των μεταβατικών προγραμμάτων.
Μια κατεύθυνση που επί του «πολιτικά πρακτέου» συγκεκριμενοποιείται στη θέση «να πέσει η κυβέρνηση» δηλαδή την αλλαγή της κυβερνητικής πολιτικής μέσα από μια «άλλη» κυβέρνηση. Σ’ αυτή την κατεύθυνση υποτάσσουν κινήσεις και επιλογές, όπως λ.χ. ο οίστρος που τους καταλαμβάνει κάθε φορά που επίκεινται εκλογές (βουλευτικές, ευρωεκλογές, δημοτικές). Η αναγωγή τους σε «μάχη των μαχών», στο όνομα μάλιστα της οποίας έπρεπε να «αναβληθούν» έως και αγώνες που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Αυτή η πολιτική πρακτική δεν αποτελούσε τίποτε άλλο παρά έκφραση του πώς αντιλαμβάνονται και ιεραρχούν την σχέση του στόχου ανατροπής της επίθεσης με εκείνον της ανατροπής της κυβέρνησης αλλά και της σημασίας που αποδίδουν στο εκλογικό πλασάρισμα. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ένας από τους δύο στόχους μπορεί να είναι ο κύριος και αυτός που εν προκειμένω προτάσσεται είναι ο στόχος ανατροπής της κυβέρνησης και στον οποίο υποτάσσονται οι άλλοι. Αυτή η λογική και ιεράρχηση εκφράζεται και στο πώς αντιλαμβάνονται και προωθούν ορισμένες άλλες προτάσεις τους.
Όπως όταν λ.χ. προτείνονται «κέντρα αγώνα», συμπράξεις και συντονισμοί πάλης, κοινή δράση απέναντι στην επίθεση και ταυτόχρονα μπαίνει σαν αδιαπραγμάτευτος όρος η συνολική αποδοχή του προγράμματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε τι είδους κοινή δράση και κέντρα αγώνα αναφέρονται. Ποιον -νομίζουν- ότι κοροϊδεύουν;
Αν πραγματικά αυτό ήταν που τους απασχολούσε θα το αντιμετώπιζαν με βάση το ότι η αποτελεσματική αντιπαράθεση στην επίθεση προϋποθέτει την κοινή δράση όσων δυνάμεων στοχεύουν πραγματικά σε κάτι τέτοιο και στην λογική της πιο πλατιάς λαϊκής συμπαράταξης.
Υπάρχει βέβαια και το ζήτημα της «προοπτικής». Στα σοβαρά λοιπόν πιστεύουν ότι έτσι και κοτσάρουν τον όρο «αντικαπιταλιστικό» σε ένα «πολιτικό σχέδιο» διασφαλίζουν όρους προοπτικής («αντικαπιταλιστικούς» κ.λπ.) περισσότερους απ’ όσους αναπτύσσονται σε μια πραγματική αντιπαράθεση με τις δυνάμεις του συστήματος και μάλιστα σ’ ένα ζήτημα κομβικού χαρακτήρα;
Το θέμα, και όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι ότι αυτό που σε πρώτο πλάνο τους απασχολεί είναι αυτό που εκφράζεται με την θέση «να πέσει η κυβέρνηση» και όλα όσα συναρθρώνονται γύρω απ’ αυτό.
Ταυτόχρονα η δημιουργία του «αντικαπιταλιστικού πόλου» ή όπως επίσης αναφέρεται του «τρίτου πόλου στα πλαίσια της Αριστεράς». Έτσι αντιλαμβάνονται την «αλλαγή των συσχετισμών» στα πλαίσια της Αριστεράς. Την δυνατότητα -όπως και να ‘χει- να πλασαριστούν κι αυτοί στο εκλογικό κοινοβουλευτικό πολιτικό παιχνίδι.
Η αναγκαιότητα του μετώπου αντίστασης
Όσον αφορά την προώθηση αυτών των στόχων, αυτή δεν μπορεί να πραγματοποιείται παρά στο έδαφος και σε συνάρτηση με την αντιμετώπιση των άμεσων ζητημάτων που έθετε η κατάσταση.
Σ’ αυτή τη βάση προωθείται εδώ και χρόνια από την μεριά του ΚΚΕ(μ-λ) η κατεύθυνση της αντίστασης, διεκδίκησης και πάλης για την αντιμετώπιση της επίθεσης, μέσα από την κοινή δράση και με στόχο την οικοδόμηση του ευρύτερου δυνατού μετώπου αντίστασης.
Η κατεύθυνση αυτή δέχτηκε κατά καιρούς την κριτική του συνόλου των δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά. Αφετηριακό στοιχείο της στάσης τους το ότι για χρόνια «δεν βλέπαν» καν την επίθεση των δυνάμεων του συστήματος. Αυτή η άρνηση της πραγματικότητας υπαγορευόταν από τις εκτιμήσεις τους για τη νέα φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού και των νέων μεγάλων δυνατοτήτων που ξανοίγονται για το κίνημα με βάση αυτή την εξέλιξη. Η πραγματικότητα ωστόσο υπήρξε όπως πάντα αμείλικτη και η όλο και μεγαλύτερη σκληρότητα της επίθεσης τούς ανάγκασε να την «δουν» (όσο και όπως την «είδαν»). Παραμένοντας ωστόσο αιχμάλωτοι των εκτιμήσεών τους βρίσκαν ανεπαρκή, «ολίγη» έως και «φτωχοπροδρομική» την θέση της αντίστασης. Χαρακτηριστική η περίπτωση του ΚΚΕ με το ανεκδιήγητο σύνθημα της «αντεπίθεσης». Μόνο που στον ίδιο αστερισμό (της «αντεπίθεσης») συνέχισαν να κινούνται όλοι τους. Δεν τους ήταν εύκολο (και εξακολουθεί να μην είναι) να παραιτηθούν από την λογική και την κατεύθυνση αξιοποίησης των «ευκαιριών» που παρείχε η εξέλιξη του συστήματος.
Αυτό εκφράστηκε και στο επίπεδο των συνθημάτων και διεκδικήσεων απορρίπτοντας αυτά που θεωρούσαν σαν «αμυντικού» χαρακτήρα και προτάσσοντας «επιθετικά» συνθήματα και διεκδικήσεις. Ας υπενθυμίσουμε απλώς τις θέσεις για 35ωρο και 30ωρο. Το «λιγότερη δουλειά, δουλειά για όλους». Το «φέρτε πίσω τα κλεμμένα». Την «φορολόγηση του κεφαλαίου» και σειρά άλλων που εκφράζανε αυτή την «επιθετική» κατεύθυνση. Δηλαδή τις αυταπάτες τους σε σχέση με το πού και πώς κινείται το σύστημα, την απογείωσή τους από το έδαφος της πραγματικότητας.
Μια τέτοια αντιμετώπιση συνδέονταν -υποτίθεται- με την αναγκαιότητα να αναδειχτεί η προοπτική του κινήματος σε οδηγό της διαμόρφωσης των άμεσων συνθημάτων και διεκδικήσεων. Μια προοπτική που εξαντλούνταν στην θέση «να πέσει η κυβέρνηση» κ.λπ. Αλλά σ’ αυτά έχουμε κιόλας αναφερθεί.
Σε σχέση λοιπόν με όλα αυτά και με εκείνα που απαιτούνται. Αν δεν μας απωθούσε ο όρος (και ιδίως όπως χρησιμοποιείται) θα λέγαμε ότι η πιο «επιθετική» πολιτική δεν είναι εκείνη που αναλώνεται σε «επιθετικά» ρητορικά σχήματα και σχέδια. Είναι εκείνη που πατάει στο έδαφος της πραγματικότητας και της αξιοποίησης των δυνατοτήτων που αυτή προσφέρει.
Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με το ζήτημα της προοπτικής. Οι όροι προοπτικής διαμορφώνονται και οικοδομούνται πραγματικά μόνο σ’ αυτό το έδαφος και καθόλου επειδή θα τους «δηλώσουμε» σαν τέτοιους.
Η αντιμετώπιση της επίθεσης και η προοπτική του κινήματος
Ας αναφερθούμε πλέον λίγο περισσότερο στην κατεύθυνση, στην γραμμή της αντίστασης και στην προοπτική της οικοδόμησης του ευρύτερου δυνατού μετώπου αντίστασης που προσδιορίστηκε.
Μια τέτοια κατεύθυνση έχει κατ’ αρχάς στο στόχαστρό της το άμεσο και βασικό. Την αντιμετώπιση της επίθεσης των δυνάμεων του συστήματος ενάντια στις εργαζόμενες λαϊκές μάζες και τη νεολαία.
Σ’ αυτό που καίει τον κόσμο. Στα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Που καθώς αναφέρεται και σε παρεμβάσεις στελεχών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχουν σε σημαντικό βαθμό χαρακτήρα έως και επιβίωσης.
«Πατάει» πάνω στην αντίθεση με το σύστημα όπως την βιώνουν οι εργαζόμενες λαϊκές μάζες και της δίνει συγκεκριμένη μορφή. Στηρίζεται σε διεκδικήσεις που γεννιόνται με βάση αυτή την αντίθεση και αναπτύσσεται στο πεδίο που γνωρίζουν και «αναγνωρίζουν» οι εργαζόμενοι. Δίνει άμεση πρακτική διέξοδο στις διαθέσεις τους και πεδίο συγκρότησής τους. Αξιοποιεί άμεσα τις δυνατότητες που υπάρχουν και αναπτύσσονται στο συγκεκριμένο «σημερινό» έδαφος χωρίς να περιμένει εκείνες που -ίσως- αναπτυχθούν αύριο.
Προσφέρει το πεδίο «συνάντησης» ενός κόσμου και συντελεί αποφασιστικά στην αποτίναξη της αίσθησης ότι ο καθένας είναι μόνος του απέναντι στη θύελλα. Συνενώνει τις διαθέσεις αντίστασης και πάλης που έτσι κι αλλιώς εκδηλώνονται στην κίνηση των λαϊκών μαζών.
Συμβάλει αποφασιστικά στην πολιτικοποίηση των λαϊκών μαζών καθώς στην αντιπαράθεση, τη σύγκρουση με τις δυνάμεις του συστήματος «μαθαίνουν» να αναγνωρίζουν ποιοι είναι οι φίλοι τους και ποιοι εχθροί τους. Αυτό δηλαδή που αποτελεί το αφετηριακό στοιχείο, την βάση της πολιτικοποίησής τους. Και ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους, η πολιτικοποίηση των λαϊκών μαζών συντελείται στο πεδίο της πάλης σε κλίμακες και με ρυθμούς πολλαπλάσιους σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη διεργασία.
Ταυτόχρονα αποτελεί και το μοναδικό σήμερα πεδίο όπου κάτω από την πίεση των πραγμάτων μπορεί ίσως να υποχρεωθούν να συμπράξουν σ’ αυτόν ή εκείνο τον βαθμό οι δυνάμεις της Αριστεράς.
Με αυτή την έννοια αποτελεί και την πολιτική κατεύθυνση που μπορεί να διεμβολίσει τον χώρο αυτών των δυνάμεων, να πιέσει την βάση τους αξιοποιώντας τις αντιφάσεις τους. Το λιγότερο, να αναδείξει την διάσταση ανάμεσα σε διακηρύξεις «ενότητας» στο ψηλότερο -πολιτικό- επίπεδο, την ίδια στιγμή που δεν διατίθενται να συμπράξουν στο στοιχειώδες πεδίο της κοινής δράσης πάνω σε προβλήματα του λαού που ζητούν άμεσες απαντήσεις.
Όσον αφορά την προοπτική και τους μεγάλους στόχους του κινήματος, σ’ αυτούς δεν θα φτάσουμε με αερογέφυρα αλλά πατώντας και στηριζόμενοι πάνω στους όρους και τις προϋποθέσεις που μόνο στο πεδίο της καθημερινής πάλης διαμορφώνονται και οικοδομούνται.
Στο πεδίο όπου δοκιμάζονται απόψεις, ιδέες, αντιλήψεις, προτάσεις, πολιτικές θέσεις και πολιτικές δυνάμεις, όπου αναδείχνονται, ισχυροποιούνται ή απορρίπτονται. Στο έδαφος όπου γεννιούνται και αναπτύσσονται οι ριζοσπαστικές ιδέες και αντιλήψεις. Ακριβώς επειδή στην κίνησή τους στην αντιπαράθεσή τους με το σύστημα είναι που αναζητούν τις απόψεις που δίνουν απάντηση στα προβλήματά τους και διέξοδο στις αγωνιστικές τους διαθέσεις. Αντίθετα είναι στο έδαφος της αδρανοποίησης, στο τέλμα της ακινησίας όπου ανθούν όλα τα ρεφορμιστικά και οπορτουνιστικά σαπρόφυτα.
Στην ίδια βάση αποτελεί το πεδίο ανάπτυξης, διαμόρφωσης και σφυρηλάτησης των πρωτοπόρων αγωνιστών με τον μοναδικό τρόπο που πραγματοποιείται αυτό σε συνθήκες πάλης, το πεδίο «συνάντησης» συνένωσης, συγκρότησής τους.
Μια τέτοια κατεύθυνση προσδιορίζει το πραγματικό -υπαρκτό- έδαφος πάνω στο οποίο -ήδη- δημιουργούνται οι διάφορες εστίες αντίστασης. Το πεδίο όπου μπορούν να συγκροτηθούν οι επιτροπές πάλης να ενεργοποιηθούν, να λειτουργήσουν, να συγκροτηθούν τα πρωτοβάθμια σωματεία και γενικότερα οι πρωταρχικές στοιχειώδεις μορφές οργάνωσης ενός κόσμου. Όσον αφορά τις προτάσεις συντονισμού -και σαφώς υπάρχει και μια τέτοια αναγκαιότητα- θα πρέπει πρωτίστως να είναι κατανοητό ότι για να υλοποιηθεί οποιοσδήποτε συντονισμός ο εκ των ων ουκ άνευ όρος είναι να …υπάρχουν τα σχήματα που μέλλεται να συντονιστούν.
Το πεδίο της αντίστασης είναι εκείνο που προσφέρει την δυνατότητα άμεσης συμβολής στην διαφοροποίηση, διαμόρφωση ευνοϊκότερων συσχετισμών. Για την σημασία αυτού του ζητήματος δεν χρειάζεται να ειπωθεί εδώ τίποτε περισσότερο από την υπενθύμιση αυτών που ήδη προαναφέρθηκαν. Το ότι οι συσχετισμοί διαμορφώνονται την κάθε ώρα, την κάθε στιγμή προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση, μέσα από μικρές και μεγάλες μάχες, τόσο αυτές που δίνονται όσο και εκείνες που «δεν δίνονται».
Γενικότερα λοιπόν η κατεύθυνση της αντίστασης, πέρα από την αντιμετώπιση των άμεσων προβλημάτων διαμορφώνει και το πεδίο συγκρότησης της εργατικής τάξης, του κομμουνιστικού κινήματος, των μετώπων πάλης του λαού και συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων μέσα στην πάλη, σε συνθήκες πάλης και με όρους πάλης. Συνολικά την δυνατότητα διαμόρφωσης των όρων και των προϋποθέσεων που οικοδομούν την δυνατότητα του κινήματος να θέσει στην ημερήσια διάταξη τους πιο υψηλούς και προωθημένους στόχους του.
Οι δρόμοι υπάρχουν. Υπάρχουν και εκείνοι και στην πορεία θα εμφανίζονται όλο και περισσότεροι που θα τους αναζητήσουν, θα τους βρουν και θα τους βαδίσουν. Μ’ εμάς ή και χωρίς εμάς.
Βασίλης Σαμαράς
Διαβάστε επίσης:
01 Μαρ 2026Το ζήτημα της αριστεράς και οι απαιτήσεις της ταξικής πάλης
(Ομιλία Β. Σαμαρά)
Η Συνδιάσκεψη αυτή έχει σαν αντικείμενό της το ζήτημα της Αριστεράς. Πώς θα μπορούσαμε να το ορίσουμε; Θα έλεγα ότι το ζήτημα της Αριστεράς είναι το ζήτημα των λαών. Των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν. Του προσδιορισμού των αιτιών αυτών των προβλημάτων. Των λύσεων που απαιτούνται. Των δυνάμεων που θα προωθήσουν αυτές τις λύσεις, με ποιους τρόπους και
Διαβάστε περισότερα
01 Μαρ 2026Δεν υπάρχουν «εύκολες» απαντήσεις. Το ζήτημα του πολέμου και η κριτική του ΜΛΚΚΕ
του Βασίλη Σαμαρά
Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία φυλ. 317, στις 27/4/1996
Ζούμε σε μια εποχή δύσκολη. Το καπιταλιστικό σύστημα κυριαρχεί σε παγκόσμια κλίμακα πολιτικά οικονομικά ακόμη και σε επίπεδο ιδεών απόψεων «αξιών». Αυτή η κυριαρχία εκφράζεται ακόμη και στις απόψεις εκείνων που το «αντιπολιτεύονται» και κάπως έτσι έχουμε τις διάφορες «αριστερές» λιτότητες τον «σοσιαλισμό της αγοράς» κλπ.
Ταυτόχρονα αντανακλάται με έναν τρόπο ακόμη και στις απόψεις αυτών που θέλουν να το ανατρέψουν με αποτέλεσμα την δημιουργία τάσεων «φυγής» είτε προς τα «εμπρός» («εδώ και τώρα»)
Διαβάστε περισότερα
01 Μαρ 2026Για τις θέσεις του ΚΚΕ στο θέμα της παλινόρθωσης και του σοσιαλισμού.
Α. ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΛΙΝΟΡΘΩΣΗΣ
του Βασίλη Σαμαρά
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αντίθεση» Νο 5, τον Ιούνιο του 2010
Η ΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΑΡΞΙΑΚΟ ΤΗΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑ
Το Φλεβάρη του 2009 δημοσιοποιήθηκαν οι αποφάσεις του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ -το δεύτερο θέμα τους αφορούσε τις «Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα με επίκεντρο την
Διαβάστε περισότερα
01 Μαρ 202630 χρόνων από την Συνδιάσκεψη Ανασυγκρότησης του ΚΚΕ(μ-λ) το 1982
Η ομιλία του σ. Βασίλη Σαμαρά
Αγαπητοί σύντροφοι, συντρόφισσες, φίλοι και φίλες,
Χαιρετίζω την παρουσία σας σ’ αυτήν την εκδήλωση που γίνεται για τη συμπλήρωση 30 χρόνων από την Συνδιάσκεψη Ανασυγκρότησης του ΚΚΕ(μ-λ) το 1982.
Δεν πρόκειται να κάνω κάποιο απολογισμό εδώ. Αυτό είναι ένα ζήτημα μιας άλλης διαδικασίας. Ούτε και θα κάνω μια πλήρη αναφορά σ’
Διαβάστε περισότερα
01 Μαρ 2026«Αντεπίθεση» Ενα γελοίο σύνθημα με «σοβαρές» αφετηρίες και στοχεύσεις
Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία, φυλ. 654, στις 04/12/2010
Εδώ και αρκετά χρόνια βασικό σύνθημα του ΚΚΕ αποτελεί αυτό της «Αντεπίθεσης». Μάλιστα με βάση την λογική με την οποία έχει οδηγηθεί σε τέτοιου συνθήματα η ηγεσία του ΚΚΕ έφτασε και σε απίστευτης γελοιότητας τοποθετήσεις, όπως λ.χ. ότι το αποτέλεσμα των εκλογών (των τελευταίων, των προηγούμενων, των πιο προηγούμενων, των…) θα
Διαβάστε περισότερα
01 Μαρ 2026Για τις απόψεις του ΝΑΡ ή πώς οι επικείμενες εκλογές αποκτούν «επαναστατικό» χαρακτήρα
Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία, φυλ. 491, στις 13/12/2003
Πριν Αλέκτωρ φωνήσαι
Σε προηγούμενα φύλλα της ΠΣ αναφερθήκαμε στον προεκλογικό αναβρασμό που επικρατεί στο σύνολο των πολιτικών δυνάμεων μηδέ του χώρου της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς εξαιρουμένου. Συναγωνίστηκαν όλοι μεταξύ τους να μας πείσουν για την κρισιμότητα των επικείμενων εκλογών. Για τη σημασία της απλής αναλογικής. Για την αναγκαιότητα να σπάσει