Η αντιμετώπιση της πραγματικότητας έχει τις δικές της απαιτήσεις
Του Βασίλη Σαμαρά
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντίθεση νο22
Πρόλογος
Είναι πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ο κόσμος διανύει μια από τις πιο ζοφερές περιόδους της ιστορίας του. Μια περίοδο, όπου η κυριαρχία των δυνάμεων του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος επιφέρει όλο και μεγαλύτερα δεινά στις εργαζόμενες λαϊκές μάζες σε όλο τον κόσμο. Ταυτόχρονα, η παρόξυνση των ανταγωνισμών ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις οδηγεί σε επεμβάσεις που κομματιάζουν χώρες και μακελεύουν λαούς. Ακόμη περισσότερο, δημιουργεί κινδύνους συνολικότερης ανάφλεξης και θέτει ζήτημα ακόμη και επιβίωσης της ανθρωπότητας. Ολοφάνερα τίθεται σειρά κρίσιμων ζητημάτων που ζητούν τις απαντήσεις τους.
Απέναντι σ’ αυτό θεωρώ ότι τα βασικά πεδία και αναγκαία προς διερεύνηση είναι βασικά δύο..
Το πρώτο αφορά την «αναγνώριση» της κατάστασης στον κόσμο. Το δεύτερο την «αναγνώριση της υποκειμενικής κατάστασης. Το πού βρίσκονται και πώς κινούνται οι δυνάμεις που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τοποθετούνται απέναντι στις δυνάμεις του συστήματος.
Το ότι χρησιμοποιώ και για τα δύο ζητήματα τον όρο «αναγνώριση» της κατάστασης αντί της κλασικής διατύπωσης «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης» ή άλλων εννοιολογικά παραπλήσιων δεν είναι τυχαίο..’
Τον χρησιμοποιώ τόσο με την έννοια της ανάλυσης της πραγματικής κατάστασης όσο και με την έννοια της «παραδοχής» ότι αυτή είναι η κατάσταση και όχι κάποια άλλη, περισσότερο αρεστή.
Το θέτω έτσι επειδή θεωρώ ότι εδώ βρίσκεται ένα βασικό έλλειμμα των δυνάμεων της -υπό ευρεία έννοια- Αριστεράς. Ένα έλλειμμα που λιγότερο, μάλλον, οφείλεται σε αδυναμία ανάλυσης της κατάστασης και πολύ περισσότερο σε ένα φαινόμενο ιδιότυπης «άρνησης της πραγματικότητας». Μια άρνηση που αφορά τόσο την αντικειμενική κατάσταση, όσο και τη θέση τους ως υποκείμενα μέσα σ’ αυτήν. Μια άρνηση που οδηγεί στην αντιμετώπιση μιας κατάστασης που υπάρχει μόνο στη φαντασία τους και με υποκειμενικές δυνατότητες και ρόλους που υπάρχουν μόνο στις επιθυμίες τους. Το αποτέλεσμα είναι να τελματώνουν μέσα στα αδιέξοδά τους.
Σημείωση 1
Σε σχέση με αυτό το ζήτημα, πριν μερικά χρόνια είχα δημοσιοποιήσει τρία κείμενα με τον τίτλο 100+1 χρόνια (Α-Β-Γ). Κείμενα στα οποία έθιγα διάφορες πλευρές και ζητήματα που αφορούν τα χαρακτηριστικά και την πολιτική των δυνάμεων της εν γένει Αριστεράς. Με βάση το σύνολο των εξελίξεων θεωρώ αναγκαίο να επανέλθω σ’ αυτό το ζήτημα. Από την άποψη αυτή, το κείμενο αυτό μπορεί να θεωρηθεί και σαν συνέχεια εκείνων των κειμένων, πιο συνολική και πιο διευρυμένη, καθώς αναφέρομαι και σε ορισμένα άλλα ζητήματα που απασχολούν το κίνημα.
Σημείωση 2
Το κεφάλαιο για την «κατάσταση στον κόσμο» γράφηκε αρκετά πριν την εκλογή Τράμπ. Μια οπωσδήποτε σημαντική εξέλιξη. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ότι δεν αλλάζει τα βασικά στοιχεία της τοποθέτησής μου, τα οποία και αφήνω στην αρχική τους μορφή. Ωστόσο και επειδή ακριβώς πρόκειται για σημαντική εξέλιξη, αναγκαίες ορισμένες εκτιμήσεις. Στην αναγκαιότητα αυτή προσπάθησα να ανταποκριθώ στις παρεμβάσεις μου που δημοσιοποιήθηκαν στην
«Προλεταριακή Σημαία» στις 14 Δεκεμβρίου 2024 και στις 25 Ιανουαρίου του 2025.
- «Εκλογή Τράμπ και τι μπορεί να περιμένουμε», α. φ. 975/14 – 12 – 2024 και «Τα παγόβουνα ενέχουν κινδύνους» α.φ. 977/25 – 01 – 2025\
Θεώρησα, λοιπόν, χρήσιμο στο τέλος του κεφαλαίου για την κατάσταση στον κόσμο να προστεθεί ένα τμήμα με τα βασικά σημεία αυτών των παρεμβάσεων.
Μέρος Α’ Για την κατάσταση στον κόσμο
Αναμφίβολα πρόκειται για το πιο βασικό και θεμελιώδες ζήτημα. Με βάση τα πραγματικά δεδομένα της κατάστασης στον κόσμο, τίθενται τόσο τα ζητήματα που ζητούν απάντηση, όσο και οι όροι, οι δυνατότητες προς απάντηση. Παρ’ όλα αυτά, θα είμαι σύντομος και περιληπτικός. Ένας λόγος είναι ότι στα ζητήματα αυτά έχω αναφερθεί επανειλημμένα και αναλυτικά σε σειρά παρεμβάσεών μου. Το να αναφερθώ και εδώ το ίδιο αναλυτικά θα βάρυνε δυσανάλογα αυτό το κείμενο, που περισσότερο θέλει να σταθεί σε άλλα ζητήματα. Από εκεί και πέρα η αναφορά σ’ αυτό το θέμα κρίνεται αναγκαία για να προσδιοριστεί -έστω σε συντομία- το γενικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο αναδεικνύονται και εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά τους τα προβλήματα που έχουν τεθεί. Η περίοδος που διανύουμε
Διανύουμε εδώ και δεκαετίες μια περίοδο κυριαρχίας των δυνάμεων του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος και μάλιστα των πιο αντιδραστικών και επιθετικών. Βασική αιτία για τη διαμόρφωση μιας τέτοιας κατάστασης υπήρξε η ήττα του Εργατικού Επαναστατικού Κομμουνιστικού Κινήματος (ΕΕΚΚ) και η παλινόρθωση στις σοσιαλιστικές χώρες.
Καθοριστική συνέπεια, η διαμόρφωση ολότελα αρνητικών συσχετισμών σε βάρος των λαών και σε όλα τα πεδία, το ταξικό, το κοινωνικό, το πολιτικό, το ιδεολογικό, σε κάθε χώρα και συνολικά στον κόσμο. Ταυτόχρονα, άνοιξε ο δρόμος για μια ιστορικών διαστάσεων και πολλαπλής σημασίας εξέλιξη. Την επέκταση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και με τάσεις πλήρους κυριάρχησης σε πλανητική κλίμακα. Στο πλαίσιο αυτών των αρνητικών συσχετισμών κλιμακώθηκε στον μέγιστο βαθμό η επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη. Μια επίθεση που επεκτάθηκε και ενάντια στα μεσοστρώματα, οξύνοντας παραπέρα τις κοινωνικές αντιθέσεις.
Εξελίσσεται ασυγκράτητα η εκστρατεία επανακατάκτησης επαναποικιοποίησης του κόσμου από τη μεριά των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Συνεχίζονται οι πιέσεις, οι εκβιασμοί αλλά και οι στρατιωτικές επεμβάσεις των ιμπεριαλιστών στις ζώνες των πιο αδύναμων και εξαρτημένων χωρών. Ταυτόχρονα, οξύνονται στο έπακρο οι αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για το ξαναμοίρασμα του κόσμου.
Σε συνθήκες κρίσης
Ωστόσο, παρόλα αυτά και με όλα αυτά και παρά τις αναμφισβήτητες επιτυχίες, το σύστημα δεν μπόρεσε να αποφύγει την εκδήλωση μιας βαθιάς, πολύπλευρης και παρατεταμένης κρίσης, η οποία εκφράζεται σε όλα τα πεδία. Το οικονομικό, το κοινωνικό, το πολιτικό, σε επίπεδο θεσμών, στο πεδίο των διεθνών σχέσεων και των «σταθερών» που τις διέπουν.
Μια κρίση που, αν χρειάζεται να της δοθεί ένα «όνομα», θα την χαρακτήριζα σαν κρίση μετάβασης. Μετάβασης «από έναν κόσμο σ’ έναν άλλον». Από τον κόσμο που είχε διαμορφωθεί με αφετηρία την Οκτωβριανή Επανάσταση και με σταθμό ιστορικής σημασίας τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον κόσμο που διαμορφώνεται μέσα από την ήττα του ΕΕΚΚ και την παλινόρθωση. Στον κόσμο της πλήρους κυριαρχίας των δυνάμεων του συστήματος, αλλά και της επέκτασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στον πλανήτη.
Μια κρίση που έχει τις γενεσιουργές της αφετηρίες στα χαρακτηριστικά, τις αντιφάσεις και τις αντινομίες της λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος. Ταυτόχρονα, μια κρίση που παροξύνεται, πάντα με όρους αλληλεπίδρασης από την αντικειμενική αναγκαιότητα διαμόρφωσης των νέων όρων και σχέσεων που απαιτούν οι κοσμογονικού χαρακτήρα μεταβολές που έχουν συντελεστεί και σε όλα τα πεδία.
Στο οικονομικό πεδίο, με την αναγκαιότητα μεταβολών στην παραγωγική, οικονομική διάρθρωση, τις ιεραρχήσεις και σε σχέση αλληλεπίδρασης με τις αντίστοιχες μεταβολές που συντελούνται στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Τις αντίστοιχες κοινωνικές αναδιαρθρώσεις με όλες τις αναταράξεις που αυτές συνεπάγονται. Τις μεταβολές στο πολιτικό πεδίο, καθώς το πολιτικό σύστημα είναι αναγκαίο να βρει τις νέες μορφές διαμεσολάβησης και διαχείρισης των υποθέσεων του συστήματος. Και βεβαίως τις μεταβολές στο διεθνές πεδίο και σ’ όλες τις εκφράσεις του ζητήματος και πάντα σε σχέση αλληλεπίδρασης με τις εσωτερικές. Μεταβολές ιδιαίτερου βάρους, δυσκολίας αλλά και επικινδυνότητας, καθώς συντελούνται σ’ ένα πλαίσιο αναδιάταξης δυνάμεων και παρόξυνσης των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών.
Ενεργοποίηση – παρόξυνση αντιθέσεων
Στο πλαίσιο που διαμορφώνεται παραμένουν ενεργές αλλά και οξύνονται όλες οι αντιθέσεις στο πλαίσιο του συστήματος.
Η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας. Η αντίθεση ιμπεριαλισμού-λαών.
Οι αντιθέσεις και ανταγωνισμοί ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ταυτόχρονα, αναπτύσσονται και «δευτερογενείς», αν μπορεί να ειπωθεί έτσι, αντιθέσεις. Στο κοινωνικό πεδίο, ανάμεσα στις άρχουσες ελίτ και «ενδιάμεσα» στρώματα ως συνέπεια της επέκτασης της επίθεσης του κεφαλαίου.
Ιδιαίτερου χαρακτήρα η ενεργοποίηση αντιθέσεων στο πλαίσιο των αρχουσών ελίτ σε όλες σχεδόν τις χώρες. Στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, ανάμεσα σε οικονομικοπολιτικούς σχηματισμούς και σε αναφορά με τις επιλογές στρατηγικής σε ένα όλο και πιο «θερμό» διεθνές περιβάλλον. Στην αντιμετώπιση των οικονομικοκοινωνικών αναταράξεων που επιφέρουν οι αναδιαρθρώσεις σε όλα τα πεδία. Στις άλλες χώρες, ανάμεσα σε μερίδες των αρχουσών τάξεων που αναζητούν τη θέση και τον ρόλο τους, πιεζόμενες τόσο από τις συνέπειες της κρίσης, όσο και από ένα όλο και πιο ασφυκτικό διεθνές περιβάλλον. Από τις πιο χαρακτηριστικές, η αντίθεση ανάμεσα στις φεουδαρχικές και αστικές κλίκες βασικά στις μουσουλμανικές χώρες.
Οι αντιθέσεις αυτές συμπλέκονται και αλληλεπιδρούν, βασικά κατά τον λόγο των συσχετισμών που διαμορφώνονται κατά χώρα και διεθνώς.
Καθοριστικός σε αυτό και ιδιαίτερα σε βάθος χρόνου ο ρόλος της αντίθεσης εργασίας- κεφαλαίου και της αντίθεσης ιμπεριαλισμού-λαών. Των αντιθέσεων που κατά τον βαθμό ενεργοποίησής τους σε κάθε χώρα επιδρούν στη διαμόρφωση των εσωτερικών συσχετισμών, το υπόβαθρο των «ορατών» διαμορφώσεων αλλά και των «ορίων» κίνησης των δυνάμεων που στη σημερινή περίοδο κυριαρχούν. Των αντιθέσεων που σε βάθος χρόνου διαμορφώνουν το έδαφος και τους όρους για μια άλλη τροπή των εξελίξεων.
Η αναμέτρηση και το διακύβευμα της
Στις σημερινές συνθήκες, η αντίθεση που δίνει τον «τόνο» και δείχνει να επιδρά στις συνολικές διαμορφώσεις είναι η παρόξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Μια αντίθεση που οι γενεσιουργές της αιτίες βρίσκονται στη φύση και τον χαρακτήρα αυτών των δυνάμεων. Μια παρόξυνση που η αφετηρία της βρίσκεται στη διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων που έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό και που την αιματοβαμμένη της κορύφωση την είδαμε να εμφανίζεται στην αναμέτρηση που εξελίσσεται στο έδαφος της Ουκρανίας. Μια εξέλιξη που σε πρώτο πλάνο εμφανίζεται σαν αναμέτρηση των ΗΠΑ-Δύσης με τη Ρωσία αλλά που, ταυτόχρονα, εμπεριέχει και σοβαρά στοιχεία και τάσεις μιας αναμέτρησης «Δύσης»-«Ανατολής», καθώς υπάρχει η σοβαρή πιθανότητα εμπλοκής και της Κίνας. Μια αναμέτρηση που διευρύνεται, καθώς, όπως όλα δείχνουν, παίρνει φωτιά και το μέτωπο της Μέσης Ανατολής. Τη σφαγή των Παλαιστινίων από τα σιωναζιστικά κτήνη, την διαδέχεται πλέον η εμπλοκή στη σύγκρουση και ισχυρών δυνάμεων της περιοχής, με ορατή την ανάμειξη και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Όσον αφορά το πώς και γιατί φτάσαμε μέχρις εδώ, παραπέμπω στα όσα επανειλημμένα και αναλυτικά έχω ήδη επισημάνει σε προηγούμενες παρεμβάσεις μου. Εδώ θα ήθελα κατ’ αρχάς να αναφερθώ σ’ αυτό που ήδη έχω προσδιορίσει ως το πλέον κρίσιμο ζήτημα. Το κύριο διακύβευμα αυτής της αναμέτρησης.
Αυτό που αφορά το αν ΗΠΑ-Δύση θα συνεχίσουν να έχουν τον δεσπόζοντα ρόλο και λόγο στο διεθνές ταμπλό ή θα περάσουμε σε μια άλλη διάταξη και «ιεραρχία» δυνάμεων.
Είναι καθαρό πως είτε στη μια ή την άλλη εκδοχή των πραγμάτων, οι συνέπειες για την κάθε δύναμη θα είναι ανυπολόγιστες και σε όλα τα πεδία. Το οικονομικό, το πολιτικό, το γεωστρατηγικό.
Αυτό είναι που εξηγεί και το γιατί καμιά πλευρά δεν δείχνει διάθεση υποχώρησης μήτε καν – ουσιαστικών- συμβιβασμών, καθώς αντιλαμβάνεται το ποιες συνέπειες θα είχε μια εξέλιξη που θα καταγραφόταν σαν ήττα της στρατηγικού χαρακτήρα. Για τους ίδιους λόγους έχουμε και μια διαρκή «τροφοδοσία» της σύγκρουσης και της κλιμάκωσής της σε όλο και υψηλότερα και όλο και πιο επικίνδυνα επίπεδα. Ένα θανάσιμο πόκερ, στο οποίο η κάθε πλευρά ποντάρει κάθε τόσο πολεμικά μέσα και ανθρώπινα κορμιά, επισείοντας ταυτόχρονα τα πυρηνικά της ρέστα.
Στην πραγματικότητα και όπως από την πρώτη στιγμή επεσήμανα, οι αντιμαχόμενες πλευρές βρίσκονται πλέον «αιχμάλωτες» ενός αδιεξόδου που οι ίδιες έχουν δημιουργήσει με τις ενέργειές τους. Ένα αδιέξοδο που υπογραμμίζεται από την επέκταση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και τη συνεχή κλιμάκωσή της.
Όλα αυτά σημαίνουν ορισμένα πράγματα. Σημαίνει ότι αυτή η αναμέτρηση έχει πολύ δρόμο ακόμη, καθώς και ότι θα κλιμακώνεται σε όλο και πιο επικίνδυνα επίπεδα.
Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι μπροστά στα αδιέξοδα και τους κινδύνους που επικρέμονται για όλους, τα πράγματα οδηγηθούν σε ένα είδος «παύσης» των ένοπλων αναμετρήσεων, αυτό δεν θα είναι παρά προσωρινό. Μια «ανάπαυλα» που θα χρησιμοποιηθεί για τη διαμόρφωση ευνοϊκότερων όρων από την κάθε πλευρά. Στο στρατιωτικό πεδίο, στο πεδίο των συμμαχιών, της δια- μόρφωσης ευνοϊκού διεθνούς κλίματος σε αναφορά με τις επιδιώξεις της καθεμίας. Αυτά που χωρίζουν τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είναι τόσα και τέτοιας σημασίας που δεν μπορούν να γεφυρωθούν. Σε οποιαδήποτε περίπτωση θα συνεχίσουν να αναμετρώνται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης και σε όλα τα πεδία, οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά και σε όλες τις κλίμακες.
«Εσωτερικές» και άλλες συνέπειες
Η κατάσταση όπως διαμορφώνεται και όπως μέλλεται να επιδεινωθεί, θα έχει τις συνέπειές της τόσο στα πεδία των διεθνών διαμορφώσεων όσο και στο εσωτερικό όλων των χωρών. Τόσο των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων όσο και των χωρών δεύτερης και τρίτης τάξης.
Καίριας σημασίας και όλο και πιο ισχυρές οι τάσεις στρατιωτικοποίησης της βιομηχανικής παραγωγής, γενικότερα της οικονομίας, αλλά και των κοινωνικών συνθηκών. Αντίστοιχα, θα υπάρξουν επιδράσεις και στην εσωτερική οικονομική, κοινωνική διάρθρωση, που θα προκαλέσουν τριβές και οξύνσεις σε όλο το κοινωνικό σώμα,
Ταυτόχρονα και όπως άλλωστε συνηθίζεται, τα κόστη αυτών των μεταβολών θα φορτώνονται στις πλάτες των λαϊκών στρωμάτων. Με ανάλογο τρόπο θα αντιμετωπίζεται το ζήτημα όσον αφορά τη διεθνή του πλευρά, καθώς τα βάρη θα επιχειρείται να μεταφέρονται από τις μητροπόλεις στις πιο αδύναμες χώρες. Μια τέτοια εξέλιξη αναπόφευκτα θα οξύνει τις εσωτερικές αντιθέσεις, θα προκαλεί όλο και πιο έντονες λαϊκές αντιδράσεις. Πολύ περισσότερο, καθώς θα γίνεται αντιληπτό ότι πέραν αυτών μεγαλώνουν και οι κίνδυνοι για τις λαϊκές μάζες να μετατραπούν σε κρέας για τα κανόνια. Έχοντας επίγνωση των αντιδράσεων που αναπόφευκτα θα προκαλέσουν οι επιλογές τους, οι δυνάμεις του συστήματος προσανατολίζονται στην παραπέρα σκλήρυνσή του. Προωθούν την αναβάθμιση των μηχανισμών και ιδιαίτερα εκείνων της καταστολής των λαϊκών αντιδράσεων.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι και οι κυρίαρχες δυνάμεις θα αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα. Τόσο οι διεθνείς εξελίξεις όσο και οι εσωτερικές αντιφάσεις ήδη δημιουργούν αντιθέσεις έως και στα επίπεδα των ηγετικών ελίτ. Στις ΗΠΑ, στις ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές χώρες και – υποθέτω πως, όσο και αν δεν δημοσιοποιούνται, και σε Ρωσία-Κίνα αλλά και σε άλλες χώρες, λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές. Αντιθέσεις που αφορούν κρίσιμα ζητήματα και σε αναφορά τόσο στις επιλογές στο διεθνές πεδίο όσο και στην αντιμετώπιση σημαντικών εσωτερικών προβλημάτων.
Το ζήτημα, ωστόσο, βρίσκεται στο ότι τα περιθώρια σημαντικών ανατροπών δεν είναι τόσα όσα εμφανίζονται στις διάφορες διακηρύξεις. Βρίσκεται στο ότι όλες οι δυνάμεις του συστήματος κινούνται εκ των πραγμάτων μέσα σε ένα ήδη δοσμένο πλαίσιο. Ένα πλαίσιο που οι ίδιες έχουν διαμορφώσει με τις επιλογές τους μέσα από μια πορεία χρόνων. Επιλογές που έγιναν στη βάση των βασικών πολιτικών και στρατηγικών τους επιδιώξεων. Αυτό σημαίνει ότι σ’ αυτές τις ράγες κατά βάση θα κινηθούν, πράγμα που προσδιορίζει και τα όρια των όποιων διαφοροποιήσεων επιχειρηθούν.
Από εκεί και πέρα, ανατροπές κλίμακας μπορούν να νοηθούν είτε στη βάση σοβαρών εσωτερικών κοινωνικών αναταράξεων είτε μεταβολών κρίσιμου χαρακτήρα στο διεθνές πεδίο. Ένα πεδίο σύνθετο, με πολλούς αστάθμητους παράγοντες και με ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα, τέτοια που να μπορούν να θέσουν την κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη μπροστά σε κρίσιμα διλήμματα. Είναι προφανές ότι σε σχέση με όλα αυτά δεν χωρά κανενός είδους πρόβλεψη.
Όπως και να έχει και ανεξάρτητα της τροχιάς και των μορφών που θα πάρουν οι εξελίξεις, το βέβαιο είναι πως ο κόσμος έχει μπει σε μια ζοφερή περίοδο. Μια περίοδο όπου οι λαοί θα αντιμετωπίζουν με όλο και πιο επώδυνο τρόπο τις συνέπειες της κυριαρχίας των δυνάμεων του συστήματος. Συνέπειες που αφορούν το σύνολο των δικαιωμάτων τους, οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, που θα αφορούν έως και το δικαίωμά τους στη ζωή.
Για την πάλη των λαών
Απέναντι σ’ αυτή την αρνητική πραγματικότητα και τις ακόμα πιο ζοφερές προοπτικές, οι λαοί αντιδρούν. Αντιστέκονται, μάχονται, διεκδικούν. Καθημερινά και σε κάθε γωνιά της γης. Ενάντια στην εκμετάλλευση, την καταπίεση, τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, ενάντια στον πόλεμο. Ξεσπούν καθημερινά απεργίες, διαδηλώσεις και κινητοποιήσεις κάθε μορφής, έως και εξεγέρσεις, ενώ σε ορισμένες περιοχές δρουν και ένοπλα κινήματα. Μια διαρκής αναταραχή δια- τρέχει όλο τον πλανήτη, καθώς ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις εκδηλώνουν με διάφορους τρόπους την αντίθεσή τους στις πολιτικές του συστήματος. Ένα πρώτο συμπέρασμα που χρειάζεται να συγκρατήσουμε από όλα αυτά είναι ότι οι δυνάμεις του συστήματος, παρ’ όλη τη δεδομένη υπεροχή τους και τα μέσα που διαθέτουν, δεν μπορούν να «πείσουν» τον κόσμο για την πολιτική και τις επιδιώξεις τους.
Παρ’ όλα αυτά, οι αγώνες των λαών παρά τις κατά περιπτώσεις επιτυχίες τους δεν μπορούν να φτάσουν σε επίπεδα ολοκλήρωσης και σταθεροποίησής τους. Οι δυνάμεις του συστήματος και με τα μέσα που διαθέτουν, βρίσκουν κατά κανόνα τους τρόπους να ελέγχουν τις καταστάσεις και να δρομολογούν τις επιδιώξεις τους. Ένα πρόβλημα που ζητάει τις απαντήσεις του.
Εκλογή Τράμπ
Η εκ νέου εκλογή Τράμπ στην προεδρία των ΗΠΑ αποτελεί αναμφίβολα σημαντική εξέλιξη. Με αφορμή το γεγονός διατυπώθηκαν πολλές απόψεις και εκτιμήσεις από πολλές πλευρές. Όσο με αφορά θα ‘θελα να ξεκινήσω από τα βασικά.
Ο Τράμπ είναι άνθρωπος του κεφαλαίου, πολιτικός του εκπρόσωπος και κάτι περισσότερο, καθώς και ο ίδιος είναι εξέχον μέλος του κλαμπ των μεγιστάνων του κεφαλαίου στις ΗΠΑ. Είναι άνθρωπος – συνολικά- του αμερικανικού κεφαλαίου και ανεξαρτήτως των -υπαρκτών αντιθέσεων ανάμεσα σε διάφορες μερίδες του. Αυτές αφορούν «εσωτερικές κατανομές» και που κατά περίπτωση συνδέονται και με «εξωτερικές» ιεραρχήσεις και επιλογές.
Οι φοροαπαλλαγές που εξαγγέλλει και η εν γένει οικονομική του «φιλοσοφία» δείχνει ποιους έρχεται να υπηρετήσει και ενάντια σε ποιους. Καθώς μάλιστα αυτή η πολιτική προωθείται στην «ατμομηχανή» του καπιταλιστικού συστήματος, αποτελεί και σήμα ενθάρρυνσης των κεφαλαιοκρατών σε όλες τις χώρες να κλιμακώσουν την επίθεσή τους ενάντια στις εργαζόμενες λαϊκές μάζες.
Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά την προς τα «έξω» πολιτική του. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μπορεί να είναι παρά ο εκφραστής των συνολικών οικονομικών, πολιτικών και στρατηγικών συμφερόντων και επιδιώξεων του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Σ’ αυτή την πλευρά του ζητήματος θα σταθώ βασικά σ’ αυτό το κείμενο.
Όσον αφορά αυτό το ζήτημα και σε αναφορά με τα όσα λέγονται και γράφονται, ένα ζήτημα πρώτα και πάνω απ’ όλα θα ήθελα να ξεκαθαρίσω. Ένα πράγμα αποτελούν οι δηλώσεις, τα σενάρια, οι υποθέσεις και ένα άλλο τα πραγματικά δεδομένα. Εκείνα δηλαδή που τελικά «αποφασίζουν».
Το κρίσιμο διακύβευμα
Ας αναφερθώ κατ’ αρχάς και απ’ ευθείας σε αυτό που έχει αναδειχθεί σαν το πλέον βασικό και κρίσιμο ζήτημα της περιόδου που διανύουμε. Το μεγάλο διακύβευμα το οποίο έφερε στην ημερήσια διάταξη με τον πιο άμεσο (και αιματηρό) τρόπο η σύγκρουση στην Ουκρανία. Η σύγκρουση των ΗΠΑ-Δύσης από τη μια με τη Ρωσία από την άλλη.
Μια σύγκρουση που αποτελεί την «τρέχουσα» μορφή μιας ευρύτερης αναμέτρησης. Της αναμέτρησης «Δύσης»-«Ανατολής». Μια σύγκρουση που η έκβασή της θα κρίνει το εάν ΗΠΑ- Δύση θα συνεχίσουν να έχουν τη δεσπόζουσα θέση και ρόλο στα τεκταινόμενα στον κόσμο ή θα περάσουμε σε μια νέα διάταξη και ιεραρχία δυνάμεων.
Με βάση αυτό ως δεδομένο, ό,τι και αν δηλώνει ο Τράμπ, ό,τι κι αν σκέφτεται και σχεδιάζει, ένα δεν μπορεί να κάνει. Να παρακάμψει αυτό που έχει ήδη τεθεί. Το διακύβευμα αυτής της αναμέτρησης.
Αφετηρίες της κρίσης
Το ζήτημα δεν είναι σημερινό. Η ανάδειξή του στην πρώτη γραμμή αποτελεί έκφραση της συσσώρευσης πολλών παραγόντων, κινήσεων και διεργασιών που συντελέστηκαν τα προηγούμενα χρόνια.
Εδώ θα αναφερθώ σε ορισμένα μόνο σημεία, τόσο για λόγους οικονομίας αυτού του κειμένου, όσο και γιατί στα θέματα αυτά έχω αναφερθεί επανειλημμένα και αναλυτικά ήδη από τη δεκαετία του 1990.
Σαν αφετηρία του ζητήματος μπορεί να προσδιοριστεί η διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων που έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια.
Μια εξέλιξη που στην πορεία της διαμόρφωνε όρους αμφισβήτησης της οικονομικής, πολιτικής και στρατηγικής υπεροχής των ΗΠΑ-Δύσης.
Μια προοπτική που δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή από τους επιτελείς της Δύσης και πάνω απ’ όλα των ΗΠΑ ως ηγέτιδας δύναμής της. Μια τέτοια εξέλιξη «έπρεπε» να αναστραφεί ή έστω να ανακοπεί. Να αναστραφεί μέσω μιας θεαματικής εκτίναξης του οικονομικού στάτους των ΗΠΑ. Να ανακοπεί μέσω της χρήσης της υπαρκτής ακόμα ισχύος και υπεροχής των ΗΠΑ. Μόνο που εδώ υπήρχαν κάποια προβλήματα.
Σε συνθήκες ιμπεριαλισμού και ανελέητου ανταγωνισμού υφίσταται πλήρης συνάρτηση των εξελίξεων στα δύο αυτά πεδία. Η οικονομική άνοδος των ιμπεριαλιστικών χωρών αναπτύχθηκε σε πλήρη συνάρτηση με την επιβολή «οικονομικών» όρων δια της ισχύος.
Από την άλλη μεριά, η διατήρηση της στρατιωτικής στρατηγικής ισχύος μπορεί να βασίζεται μόνο σε μια αντίστοιχα ισχυρή οικονομία, που να είναι σε θέση να την αναπαράγει και να την αναπτύσσει. Ένας συνδυασμός που δεν ήταν ποτέ εύκολος και γίνεται ακόμη πιο δύσκολος στις συνθήκες και τους συσχετισμούς που διαμορφώνονται πλέον στον κόσμο.
Το πρόβλημα του «χρόνου»
Αυτά ήταν τα ζητήματα που αντιμετώπιζαν οι επιτελείς των ΗΠΑ και τόσο πιο οξυμένα όσο αντιμετώπιζαν το πρόβλημα του «χρόνου». Το ότι η συνέχιση αυτής της κατάστασης με τους ίδιους όρους θα δημιουργούσε όλο και πιο αρνητικούς συσχετισμούς για τις ΗΠΑ-Δύση. Αυτό ήταν που όξυνε την αντίθεση ανάμεσα στους υποστηρικτές της ακολουθούμενης πολιτικής και σε εκείνες τις πλευρές που θεωρούσαν ότι αυτή οφείλει να αναπροσαρμοστεί, ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει την κατάσταση.
Και εδώ ας σταθώ στις διάφορες ανοησίες που λέγονται από διάφορους επιφανείς για τους λόγους που όξυναν αυτή την αντίθεση. Από αναλυτές που με το πιο βαρυσήμαντο ύφος συνηθίζουν να προσπερνούν τα πραγματικά δεδομένα χάριν ιδεολογημάτων. Όπως λ.χ. την αναγωγή του προβλήματος στις «ιδεολογικές» διαφορές ανάμεσα στους υποστηρικτές της «παγκοσμιοποίησης» και σε εκείνους που στηρίζουν τις έννοιες έθνους-κράτους. Ή ακόμη ανάμεσα σ’ εκείνους που προωθούν την woke ατζέντα και στους άλλους που στηρίζουν τις «παραδοσιακές αξίες» που εκπροσωπεί ο Τράμπ. Θα αποφύγω τον πειρασμό να πω το πού τις έχει γραμμένες αυτές τις αξίες ο Τράμπ για να παραμείνω στα ουσιώδη.
Η «παγκοσμιοποίηση» και οι παρενέργειές της
Τα πραγματικά δεδομένα μάς λένε τα εξής. Η πολιτική της «παγκοσμιοποίησης» δεν προωθήθηκε επειδή έτσι την «συνέλαβαν» κάποιες «δεξαμενές σκέψης» στις ΗΠΑ. Αποτέλεσε έκφραση των στοχεύσεων που διαμορφώθηκαν σε ΗΠΑ-Δύση μετά τις ανατροπές του 1989 – 1991, που τις έφεραν σε θέση «οδηγού» στον κόσμο. Τη διαμόρφωση εκείνων των συσχετισμών με βάση τους οποίους θεώρησαν ότι θα μπορούσαν να εδραιώσουν τη θέση τους ως «ιδιοκτήτες» του κόσμου.
Τη θεσμοθέτηση εκείνων των όρων που θα διασφάλιζαν εις το διηνεκές την υποταγή όλου του κόσμου στις αδηφάγες, αρπακτικές, εκμεταλλευτικές τους διαθέσεις.
Την επιβολή της «ελευθερίας» της κίνησης κεφαλαίων, των επενδύσεων, των εμπορικών συναλλαγών κ.λπ.
Την αναγωγή της «διεθνούς κοινότητας», δηλαδή του εαυτού τους, σε θεσμό που θα νομιμοποιεί τις ιμπεριαλιστικές τους επεμβάσεις, όταν αυτές οι «ελευθερίες» συναντούσαν εμπόδια. Μια πολιτική που απέδωσε πολύ μεγάλα οφέλη στις ΗΠΑ-Δύση, οικονομικά,
πολιτικά, γεωστρατηγικά όλα αυτά τα χρόνια. Γι’ αυτό άλλωστε προωθήθηκε, γι’ αυτό και συνέχισε να αποτελεί τη βασική τους επιλογή.
Μόνο που στην πορεία συντελέστηκαν και καθοριστικής σημασίας «ανεπιθύμητες- παράπλευρες» εξελίξεις. Όπως η ραγδαία άνοδος της Κίνας και μάλιστα μέσα από τη χρησιμοποίηση του «παγκοσμιοποιητικού» πλαισίου που είχαν διαμορφώσει ΗΠΑ-Δύση. Η ανασυγκρότηση της Ρωσίας με την αξιοποίηση του βάθους ισχύος που παρά την ήττα συνέχιζε να διαθέτει. Η άνοδος δυνάμεων, όπως Ινδία, Βραζιλία κ.ά., που διεκδικούσαν θέση και ρόλο στις εξελίξεις.
Γενικότερα, η διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων που συντελούνταν όλα αυτά τα χρόνια και διαμόρφωναν πλαίσιο και συσχετισμούς που δεν υπόκεινταν στους σχεδιασμούς και τις διαθέσεις της Δύσης. Εξελίξεις που έφεραν ξανά στο προσκήνιο την αντίθεση ανάμεσα στους υποστηρικτές της ακολουθούμενης πολιτικής και σ’ εκείνους που αμφισβητούσαν -και όχι αβάσιμα πλέον- την αποτελεσματικότητά της.
Με βάση, συνεπώς, τα πραγματικά δεδομένα, εκείνο που μπορούμε να πούμε είναι πως δεν ήταν ο Τράμπ που «δημιούργησε» αυτή την αντίθεση, αλλά η ανάδειξη αυτής της διάστασης έφερε τον Τράμπ στο προσκήνιο.
Ένα «διπλό» δίλημμα
Με βάση αυτά τα δεδομένα για τις ΗΠΑ τέθηκε ένα «διπλό» δίλημμα. Να ιεραρχήσουν σε πρώτο πλάνο την οικονομική τους άνοδο ή να επιχειρήσουν να ανακόψουν την αρνητική εξέλιξη με τη χρήση της πολιτικής, στρατιωτικής, στρατηγικής τους υπεροχής. Ένα δίλημμα που συνδέονταν άμεσα με το αντίστοιχο τού να προταχθεί η αντιμετώπιση της Κίνας ή της Ρωσίας.
Όσον αφορά τις επιλογές Τράμπ, όπως τις είδαμε στην πρώτη του προεδρία, μπορούν να συνοψιστούν σε δύο βασικές και συμπλεκόμενες ιεραρχήσεις: την επιλογή του δρόμου της οικονομικής ανάπτυξης με την ολόπλευρη στήριξη του αμερικανικού κεφαλαίου τόσο προς τα «μέσα» όσο και προς τα «έξω».
Μια επιλογή που εναρμονιζόταν με εκείνη που έθετε στο στόχαστρο τη δύναμη που άμεσα απειλούσε την οικονομική πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ. Τη δύναμη που ο Τράμπ (και όχι μόνο) θεωρούσε ότι προοπτικά αποτελούσε τον στρατηγικό ανταγωνιστή των ΗΠΑ. Την Κίνα.
Ανεξάρτητα από το πώς αξιολογεί κανείς τις επιδόσεις των ΗΠΑ στο οικονομικό πεδίο και γενικότερα, το ζήτημα είναι ότι δεν έδωσε τις αναμενόμενες απαντήσεις στο συνολικό ζήτημα που αντιμετώπιζαν οι ΗΠΑ. Ή την επιλογή της ισχύος.
Η επιλογή της ισχύος
Με αυτά τα δεδομένα, τα πράγματα οδηγήθηκαν στην επιλογή Μπάιντεν, η προεδρία του οποίου κινήθηκε σε μια συγκεκριμένη τροχιά. Στην επιλογή της επιβολής δια της ισχύος, με βάση την οποία τέθηκε ως στόχος η εξουδετέρωση του ρωσικού παράγοντα.
Μια επιλογή που θεωρήθηκε ότι αποτελεί τον κρίκο που θα σύρει την αλυσίδα των εξελίξεων στην τροχιά των επιδιώξεων των ΗΠΑ. Βασικός μοχλός η περίπτωση της Ουκρανίας. Η μετατροπή της σε προκεχωρημένο οχυρό του ΝΑΤΟ στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας. Η άσκηση μιας πίεσης που θα εξανάγκαζε τη Ρωσία σε αποδοχή τετελεσμένων που θα αποδυνάμωναν τη θέση και τον ρόλο της στην περιοχή αλλά και στο παγκόσμιο ταμπλό. Μια επιλογή που, ας σημειωθεί, είχε προετοιμαστεί και προωθηθεί και από προηγούμενες προεδρίες των ΗΠΑ (Κλίντον, Μπους, Ομπάμα) και με άμεση συνέργεια των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών. Υπήρξε σειρά παρεμβάσεων με αποκορύφωμα το πραξικόπημα του Μαϊντάν (2014), που ανατρέποντας τον εκλεγμένο πρόεδρο της Ουκρανίας, έφερε στην εξουσία τα ενεργούμενα των ΗΠΑ και τις ακροδεξιές φασιστικές δυνάμεις.
Για τη ρωσική πλευρά
Από την άλλη μεριά, η Ρωσία και όσον αφορά το ζήτημα της Ουκρανίας είδε να ναυαγούν βασικές στρατηγικές της επιλογές. Αιφνιδιάστηκε από το πραξικόπημα του Μαϊντάν, που άνοιξε ολόπλευρα τον δρόμο στην προώθηση των επιδιώξεων των ΗΠΑ-Δύσης. Είδε τις συμφωνίες του Μινσκ να παραβιάζονται και να αξιοποιούνται για την αναδιοργάνωση και τον εξοπλισμό του στρατού του Κιέβου. Είδε το νέο καθεστώς να προωθεί το βίαιο ξερίζωμα του οτιδήποτε παρέπεμπε στην ιστορική ρωσική κληρονομιά στο έδαφος της Ουκρανίας, (γλώσσα, έθιμα κ.λπ.). Είδε τον στρατό του Κιέβου να προχωρά σε δολοφονικές επιθέσεις ενάντια στους ρωσόφωνους του Ντονμπάς. Είδε να απορρίπτονται ασυζητητί οι προτάσεις της για την εκπόνηση μιας νέας και συνολικής «αρχιτεκτονικής ασφάλειας» για την Ευρώπη. Και αντίθετα, είδε να επιταχύνονται οι διεργασίες για εισδοχή της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, μια εξέλιξη που θα επισφράγιζε μια ιστορικών διαστάσεων στρατηγική της ήττα.
Η εισβολή και οι συνέπειές της
Με αυτά τα δεδομένα, ο ρωσικός ιμπεριαλισμός προχώρησε στη στρατιωτική του επέμβαση στο έδαφος της Ουκρανίας. Θα παρακάμψω εδώ τα όσα επακολούθησαν για να σταθώ στις κύριες συνέπειες αυτής της εξέλιξης. Η ρωσική εισβολή σηματοδότησε το πέρασμα της
αναμέτρησης στο στρατιωτικό της επίπεδο. Το πέρασμα στην κόλαση του πολέμου. Των χιλιάδων νεκρών και σακατεμένων και των ανυπολόγιστων καταστροφών.
Μια εξέλιξη που εκ των πραγμάτων «χρεώνεται» στον ρωσικό ιμπεριαλισμό, χωρίς αυτό να συνεπάγεται και την παραγραφή των ευθυνών των ΗΠΑ- Δύσης. Των δυνάμεων που συνδιαμόρφωσαν τους όρους που οδήγησαν σε αυτήν (αν χωράει «επιμερισμός» ευθυνών σε μια τέτοια τραγική εξέλιξη).
Έφερε στην ημερήσια διάταξη και σε πρώτο πλάνο το κρίσιμο διακύβευμα στο οποίο ήδη αναφέρθηκα. Αυτό είναι που εξηγεί την άμεση εμπλοκή των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών. Τις ευρύτερες διαστάσεις αυτής της σύγκρουσης. Αυτό είναι που εξηγεί τη διαρκή τροφοδοσία της ένοπλης σύγκρουσης, την κλιμάκωσή της σε όλο και ψηλότερο επίπεδο, τη δημιουργία κινδύνων συνολικότερης ανάφλεξης έως και πυρηνικής. Όχι επειδή κάτι τέτοιο θα ήθελε ή σχεδιάζει οποιαδήποτε πλευρά, αλλά επειδή βρίσκονται πλέον «αιχμάλωτες» ενός αδιεξόδου που οι ίδιες αυτές δυνάμεις έχουν δημιουργήσει με τις επιδιώξεις και κινήσεις τους.
Δημαγωγία και πραγματικότητες
Αυτά είναι που είχε πλέον μπροστά του ο Τράμπ, αυτά που έχει να αντιμετωπίσει. Πριν αναφερθώ σε αυτά, θα θεωρούσα χρήσιμες κάποιες παρατηρήσεις σε σχέση και με ορισμένα άλλα θέματα της ατζέντας Τράμπ.
Κατ’ αρχάς σε σχέση με το ζήτημα των μεταναστών. Εδώ και για «να μην ξεχνιόμαστε», αναγκαία η υπενθύμιση της αφετηριακής αιτίας του προβλήματος που συστηματικά αποσιωπάται. Η καταλήστευση, η καταστροφή σειράς χωρών από τους ιμπεριαλιστές με τις ΗΠΑ σε πρώτο ρόλο.
Το δεύτερο στοιχείο συνδέεται με τα φθηνά εργατικά χέρια που προσφέρουν οι μετανάστες στο μητροπολιτικό κεφάλαιο. Στην πραγματικότητα, οι μετανάστες αποτελούν βασικό γρανάζι των παραγωγικών-οικονομικών μηχανισμών και όχι μόνο των ΗΠΑ, από το οποίο ούτε θέλουν ούτε μπορούν να «απαλλαγούν». Το μόνο που τους ενδιαφέρει πραγματικά σε σχέση με αυτό το θέμα είναι ο έλεγχος της ροής. Από εκεί και πέρα, ο όλος θόρυβος τόσο από τον Τράμπ όσο και από πολλούς άλλους έχει κυρίως δημαγωγικό χαρακτήρα προς άγραν οπαδών.
Ειδικότερα για τον Τράμπ, η κτηνώδης μεταχείριση των «παράνομων» μεταναστών χρησιμοποιείται και για την άσκηση πιέσεων σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, ώστε να ενδώσουν σε αμερικανικές απαιτήσεις.
Δεν διαφέρει, επίσης, το ζήτημα σχετικά με την προπαγάνδα, για την υποτιθέμενη σχέση των μεταναστών με τη διάδοση των ναρκωτικών και την άνοδο της εγκληματικότητας. Να θυμίσω και πάλι ότι ήταν οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ που από την εποχή του πολέμου στο
Βιετνάμ αποτέλεσαν τον βασικό μοχλό της διάδοσης των ναρκωτικών. Έργο των οικονομικών, πολιτικών και «πολιτιστικών» υπηρεσιών των ΗΠΑ ήταν η εξάπλωση της ναρκοκουλτούρας σε όλο τον κόσμο.
Όσο για το ζήτημα της εγκληματικότητας, σταθερά φορτώνεται στους «αποδιοπομπαίους τράγους». Τους «μαύρους», τους μετανάστες και τους εν γένει «ξένους». Στην πραγματικότητα, η εγκληματικότητα είναι ένα φαινόμενα που καθημερινά «παράγεται» από το καπιταλιστικό σύστημα και μέσα από όλους τους αρμούς του. Ειδικότερα στις ΗΠΑ, όπου σε παράλληλη γραμμή με τον «παραδοσιακό» υπόκοσμο δρα ένα αναρίθμητο πλήθος ένοπλων ακροδεξιών συμμοριών, που «συμπτωματικά» πολλές από αυτές διάκεινται φιλικά απέναντι στον Τράμπ.
Εν κατακλείδι, είναι από χρόνια γνωστή η ύπαρξη ενός πολυπλόκαμου κυκλώματος που περιλαμβάνει παραγωγούς και διακινητές ναρκωτικών, εγκληματικές οργανώσεις τύπου μαφίας κ.λπ., «τρομοκρατικές» οργανώσεις. Ενός κυκλώματος που ενορχηστρώνεται από τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ για πάσα χρήση και ιδιαίτερα για «μαύρες» επιχειρήσεις.
Για τα ζητήματα της οικονομίας
Ας έρθω στο μεγάλο θέμα της οικονομίας, που όντως απασχολεί πολύ σου βαρά τον Τράμπ και συνολικά τους ιθύνοντες των ΗΠΑ. Οι επιλογές του Τράμπ έχουν μια σαφή κατεύθυνση. Ολόπλευρη στήριξη του αμερικανικού κεφαλαίου τόσο προς τα «μέσα» όσο και προς τα «έξω».
Οι μέγιστες δυνατές φοροαπαλλαγές.
Τα κίνητρα επενδύσεων, «επαναπατρισμού» αμερικανικών επιχειρήσεων, προσέλκυση ξένων (ιδιαίτερα ευρωπαϊκών) επιχειρήσεων να λειτουργήσουν στο έδαφος των ΗΠΑ.
Τα σχέδια επένδυσης δισεκατομμυρίων στους τομείς της πιο προωθημένης τεχνολογίας. Η επιβολή δασμών σε εισαγόμενα προϊόντα και κινήτρων για ενίσχυση εξαγωγών.
Η στροφή στα ορυκτά καύσιμα.
Η άσκηση πιέσεων σε χώρες που προτίθενται να εγκαταλείψουν το δολάριο σαν κύριο μέσο των διεθνών συναλλαγών.
Η άσκηση πιέσεων στους συμμάχους του ΝΑΤΟ για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών στο 5% (Αναφέρομαι στην οικονομική πλευρά του θέματος. Για τη στρατιωτική, στρατηγική παρακάτω).
Οι επιδιώξεις αυτές βασίζονται κατ’ αρχάς στις «εσωτερικές» δυνατότητες της αμερικανικής οικονομίας, η οποία εξακολουθεί να είναι και η πιο αναπτυγμένη στον κόσμο.
Δεύτερο, στη δεσπόζουσα θέση των ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή στα περισσότερα πεδία. Τον οικονομικό, τον πολιτικό, τον ηγετικό της ρόλο στον ισχυρότερο υπαρκτό στρατηγικό συνασπισμό (ΝΑΤΟ), τον έλεγχο σειράς διεθνών οργανισμών, των θαλάσσιων διαδρομών, της «πληροφορίας». Μια θέση που ολοφάνερα επιχειρεί να αξιοποιήσει ο Τράμπ, ασκώντας πιέσεις σε εχθρούς και «φίλους», ώστε να τους εξαναγκάσει σε ρυθμίσεις, όσο γίνεται πιο επωφελείς για τις ΗΠΑ.
Το αν, ωστόσο, το κατορθώσει και σε ποιο βαθμό, παραμένει ερώτημα. Όπως και να ‘χει το ζήτημα, θα κριθεί, όπως πάντα, με βάση τα πραγματικά δεδομένα. Της συνάρτησης ανάμεσα στις εσωτερικές δυνατότητες των ΗΠΑ με τα επίπεδα αντίδρασης ή «συμμόρφωσης» εχθρών και «φίλων».
Οι επιδιώξεις και οι όροι τους
Ας σταθούμε λίγο περισσότερο σ’ αυτά τα ζητήματα. Η συνολική οικονομική εκτίναξη των ΗΠΑ προϋποθέτει κατ’ αρχάς μια εκτεταμένη ανανέωση – επέκταση της βιομηχανικής της υποδομής. Με βάση το μέγεθός της, ακόμη και με τους καλύτερους όρους, μπαίνει το πρόβλημα του χρόνου που απαιτείται για την πραγματοποίησή της. Ας υπενθυμίσω και εδώ ότι και ο Μπάιντεν προώθησε ένα πρόγραμμα επενδύσεων ύψους τρισεκατομμυρίων για την ανανέωση των υποδομών των ΗΠΑ με τα αποτελέσματα να υπολείπονται των προσδοκιών.
Έτσι ή αλλιώς, ένα τέτοιο εγχείρημα απαιτεί έναν μεγάλο όγκο κεφαλαίων, τα οποία πρέπει να «βρεθούν» είτε από την εσωτερική αγορά είτε από τη διεθνή. Ένα ζήτημα που η αντιμετώπισή του δεν εξαρτάται μόνο από τις διαθέσεις του Τράμπ.
Όσον αφορά τις σχεδιαζόμενες μεγάλες επενδύσεις στους τομείς της πιο προωθημένης τεχνολογίας, της τεχνητής νοημοσύνης, με τον Έλον Μασκ κ.λπ. Πρόκειται σίγουρα για σημαντική κίνηση. Μόνο που ούτε σ’ αυτό το γήπεδο «παίζουν» μόνες τους οι ΗΠΑ. Είναι ένα πεδίο στο οποίο όλες οι άλλες δυνάμεις κινούνται σε παράλληλες τροχιές «κυνηγώντας» η μια την άλλη. Με τους υπάρχοντες όρους, μόνο εύκολο δεν είναι το να «αποσπαστεί» μια δύναμη από τις άλλες σε αποστάσεις αποφασιστικής υπεροχής.
Βασικό, επίσης, μοχλό των επιδιώξεων Τράμπ αποτελεί η στροφή στα ορυκτά καύσιμα και μέσω της αξιοποίησης των παραγωγικών δυνατοτήτων που διαθέτουν οι ΗΠΑ. Μια πρώτη στόχευση αφορά την παροχή ενέργειας φθηνού κόστους στην αμερικανική βιομηχανία. Μια δεύτερη, την προσδοκία εσόδων από τη διάθεσή τους στη διεθνή αγορά.
Χαρακτηριστικές ως προς αυτό οι πιέσεις προς τους Ευρωπαίους «εταίρους», ώστε να προμηθεύονται αμερικανικά ενεργειακά προϊόντα, καθώς και οι απειλές για κατάσχεση των φορτίων των πλοίων που μεταφέρουν ρωσικό πετρέλαιο ή αέριο. Είναι γεγονός ότι οι
Ευρωπαίοι βρίσκονται για την ώρα «στα σχοινιά» σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ωστόσο σε βάθος χρόνου, το πιο πιθανό είναι ότι θα αναζητήσουν πιο επωφελείς λύσεις. Όσο για τις άλλες χώρες, υπάρχει πληθώρα λύσεων στη διεθνή αγορά.
Ας σταθούμε λίγο στο ζήτημα των δασμών, που κάθε τόσο εξαγγέλλει ο Τράμπ. Ήδη έχουν εκδηλωθεί σοβαρές αντιδράσεις από όλες σχεδόν τις πλευρές, ενώ έχει ανοίξει και μια μεγάλη σχετική συζήτηση.
Το σύνολο σχεδόν των οικονομικών αναλυτών εκδηλώνουν τις ανησυχίες τους για τις επιπτώσεις που θα έχει το πέρασμα σε μια κατάσταση εμπορικού «πολέμου». Όπως και να ‘χει, τόσο η Κίνα όσο και οι Ευρωπαίοι, καθώς και άλλες χώρες ξεκαθαρίζουν ότι θα απαντήσουν με δικά τους αντίμετρα στα μέτρα που προωθεί ο Τράμπ. Προβλήματα που δεν νομίζω πως αγνοεί ο Αμερικανός πρόεδρος. Εκεί που φαίνεται να ποντάρει είναι πως οι πιέσεις του θα πετύχουν ορισμένες πιο επωφελείς ρυθμίσεις για τις ΗΠΑ.
Ιδιαίτερη και «διπλής στόχευσης είναι η πίεση για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών των χωρών μελών του ΝΑΤΟ στο 5% των προϋπολογισμών τους. Εδώ θα σταθώ στην οικονομική πλευρά του πράγματος (για την άλλη σε επόμενο κεφάλαιο). Μια τέτοια εξέλιξη σημαίνει ότι άμεσα τουλάχιστον, αυτές οι χώρες θα αναγκαστούν να προμηθευτούν μεγάλο μέρος των οπλικών τους συστημάτων από τις ΗΠΑ. Με αυτόν τον τρόπο θα δοθεί ώθηση στην αμερικανική βιομηχανία όπλων και κατά συνέπεια συνολικά στην αμερικανική βιομηχανία- οικονομία.
Το ζήτημα βρίσκεται στο ότι ορισμένες τουλάχιστον χώρες του ΝΑΤΟ, όπως Γαλλία, Αγγλία, Γερμανία κ.ά. έχουν τη δικιά τους σημαντική βιομηχανική υποδομή, καθώς και βιομηχανίες παραγωγής οπλικών συστημάτων. Είναι σε θέση, τόσο άμεσα όσο και πολύ περισσότερο στην πορεία, να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και να παράγουν οι ίδιες τα οπλικά τους συστήματα. Όσο για τις άλλες χώρες, τόσο εντός όσο και κυρίως εκτός του ΝΑΤΟ, έχουν πάντα μπροστά τους μια παγκόσμια αγορά όπλων «ανοιχτή» για κάθε ενδιαφερόμενο.
Πολιτική επίσης είναι η συνάρτηση στο θέμα του δολαρίου. Πρόσφατα ο Τράμπ διατύπωσε απειλές σε χώρες των BRICS και σε όσες προτίθενται να συναλλάσσονται με αυτές, ότι θα επιβάλλει κυρώσεις αν εγκαταλείψουν το δολάριο σαν το κύριο νόμισμα των συναλλαγών και αποθεματικών τους. Το ότι αυτό μπορεί να το επιβάλλει σε χώρες άμεσης επιρροής των ΗΠΑ, καθώς και σε άλλες που αισθάνονται ευάλωτες απέναντι σ’ αυτές τις απειλές, δεν σημαίνει ότι μπορεί να το επιβάλλει και σε δυνάμεις που έχουν μια άλλη υπόσταση.
Όπως ήδη ανέφερα, είναι άλλο το τι σκέπτεται ο Τράμπ, τι θέλει, τι σχεδιάζει, τι θα επιχειρήσει και άλλο το τι τελικά θα πετύχει. Τα αποτελέσματα όλων αυτών των σχεδίων και κινήσεων συναρτώνται με τις επιδράσεις πολλών παραγόντων. Των εξελίξεων στα ενεργά μέτωπα και πρώτα απ’ όλα των στρατιωτικών. Των αντιδράσεων των άλλων δυνάμεων, ακόμη και των φίλα προσκείμενων στις ΗΠΑ. Των εξελίξεων στο ζήτημα των συμμαχιών όλων των διαβαθμίσεων. Των διαμορφώσεων στο εσωτερικό των ΗΠΑ και πάντα σε σχέση αλληλεπίδρασης με τις διεθνείς εξελίξεις. Εν κατακλείδι υπάρχει για όλα σαν βασική η πολιτική (με την ευρύτερη έννοια του όρου) συνάρτηση του πράγματος.
Το σύνδρομο του αρπακτικού
Κατά πολύ σημαντικότερο ρόλο έχει αυτή η πολιτική συνάρτηση σε αναφορά με τα ζητήματα που έχουν αναδειχτεί στο διεθνές, πολιτικό, στρατιωτικό, στρατηγικό πεδίο.
Αιφνιδιάζοντας εχθρούς και φίλους, ο Τράμπ διακήρυξε τις προθέσεις του να ενσωματώσει στις ΗΠΑ τον Καναδά, τη Γροιλανδία, τη διώρυγα του Παναμά και πρόσφατα να αποικήσει τη Γάζα.
Δεν είναι κάτι το εντελώς «πρωτότυπο» αυτό για τις ΗΠΑ. Το σύνδρομο του αρπακτικού που εκδηλώθηκε με τον Τράμπ έχει τις ιστορικές του ρίζες. Ήδη από τα μισά του 19ου αιώνα οι ΗΠΑ κήρυξαν τον πόλεμο στο Μεξικό και από το οποίο απέσπασαν τις περιοχές του Τέξας, της Καλιφόρνια, της Αριζόνα, της Νεβάδα, του Νέου Μεξικό.
Υπάρχουν, όμως, ακόμη πιο «κοντινές» εκφράσεις των βλέψεων των ΗΠΑ πριν φτάσουμε στις σημερινές του Τράμπ. Στα 1992 υπογράφηκε η «Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Βόρειας Αμερικής» ανάμεσα σε ΗΠΑ-Καναδά-Μεξικό. Σε πρώτη ανάγνωση θα μπορούσε να ειπωθεί πως επρόκειτο για μια ακόμη συμφωνία οικονομικού, εμπορικού χαρακτήρα, όπως τόσες άλλες (ΕΟΚ λ.χ.). Μόνο που υπήρχε και μια δεύτερη ανάγνωση, την οποία από τα τότε είχα επιχειρήσει.
Βρισκόμασταν στην περίοδο διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης και της ανάδειξης των ΗΠΑ σε μοναδική υπερδύναμη. Στα επιτελεία των ΗΠΑ τέθηκε το ζήτημα τού αν οι ΗΠΑ θα έπρεπε να επικεντρωθούν στην εδραίωση της δεσπόζουσας ηγεμονικής θέσης τους στον κόσμο ή να αξιοποιήσουν την «ιστορική ευκαιρία» για την προώθηση του στόχου της παγκόσμιας κυριαρχίας. Τέθηκε, ωστόσο, το ερώτημα και ιδιαίτερα σε αναφορά με τον στόχο της κυριαρχίας, αν οι ΗΠΑ διέθεταν το απαιτούμενο «βάθος» ισχύος για την επίτευξή του. (Όπως άλλωστε φάνηκε λίγο αργότερα, όταν η ομάδα Τσέινι-Μπους επιχείρησε την προώθηση αυτού του στόχου, εκείνο που αναδείχθηκε ήταν η αναντιστοιχία στόχου-μέσων που διέθεταν από μόνες τους οι ΗΠΑ για την επίτευξή του). Με αυτούς τους όρους, η ΝΑΦΤΑ αποτελούσε το πρώτο βήμα μιας ευρύτερης στόχευσης. Μιας στόχευσης που ήθελε να διασφαλίσει για τις ΗΠΑ ένα ευθύτερο οικονομικό, γεωγραφικό, πληθυσμιακό και συνολικά στρατηγικό «βάθος».
Μπορούμε συνεπώς να δούμε πως οι διακηρύξεις του Τράμπ δεν είναι κάποιες φαεινές και εκδηλώσεις ενός ανεξέλεγκτου τύπου. Απηχούν δεδομένες, υπαρκτές βλέψεις του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Έχουν την ιδιαιτερότητά τους, αλλά υπάγονται στην ίδια λογική του αμερικανικού ιμπεριαλισμού οι «προτάσεις» του για τη Γάζα. Το άμεσο και ολοφάνερο είναι πως δεν αποτελούν παρά μια συνέχεια της επέκτασης των εποικισμών που προωθεί εδώ και καιρό το ναζισιωνιστικό κράτος και με στόχο τη συνολική εκδίωξη των Παλαιστίνιων από τη γη τους.
Ταυτόχρονα αποτελεί και μια σύγχρονη -αλλά όχι πρωτότυπη μορφή του τρόπου που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ τους λαούς. Του τρόπου με τον οποίο αντιμετώπισαν τον γηγενή πληθυσμό των ΗΠΑ, τους γνωστούς ως «Ινδιάνους». Μια «λογική» στη βάση της οποίας και κατά παράφραση του γνωστού σλόγκαν των αμερικάνων «πιονιέρων» «καλός Ινδιάνος είναι μόνον ο νεκρός… Παλαιστίνιος».
Απέναντι σε αντιδράσεις
Βεβαίως και όπως πάντα, υπάρχει μια απόσταση ανάμεσα στο τι διακηρύσσεται και στο τι μπορεί πραγματικά να ακολουθήσει. Ήδη έχουν εκδηλωθεί σοβαρές αντιδράσεις από πλευράς Δανίας, Γροιλανδίας, Γαλλίας, Γερμανίας και πολλών άλλων δυνάμεων. Σε σύνοδο μάλιστα υπουργών Δανίας, Γαλλίας, Γερμανίας διακηρύχθηκε η στήριξη της Δανίας, στην οποία υπάγεται η Γροιλανδία, η αποφασιστικότητα υπεράσπισης του θεωρούμενου ως ευρωπαϊκού εδάφους της Γροιλανδίας, έως και η διάθεση να στείλουν στρατεύματα.
Ταυτόχρονα, υπάρχει και ένα ζήτημα σε σχέση με το κατά πόσο ο στενότερος σύμμαχος των ΗΠΑ (Αγγλία) θα αποδεχόταν εύκολα την προσάρτηση από τις ΗΠΑ ενός μέλους της Βρετανικής Κοινοπολιτείας (Καναδάς). Όσον αφορά το ζήτημα της Γάζας, μέχρι και ο ταλαίπωρος ΟΗΕ εδέησε να καταγγείλει τις προτάσεις Τράμπ σαν λογικές εθνοκάθαρσης.
Σε τελευταία ανάλυση, πόσο απλό είναι να παρακάμψουν οι ΗΠΑ τις αντιδράσεις όλων αυτών των δυνάμεων για να υλοποιήσουν αυτούς τους σχεδιασμούς; Άλλο τόσο, και περισσότερο ίσως σοβαρό, ποιους δρόμους ανοίγουν; Τι θα ‘χουν να αντιτάξουν στην περίπτωση που και άλλες ισχυρές δυνάμεις επιχειρήσουν να κινηθούν με ανάλογους τρόπους; Και για να γίνω λίγο πιο συγκεκριμένος, τι θα μπορούν να επικαλεστούν στην περίπτωση που η Κίνα επιχειρήσει να ενσωματώσει βίαια την Ταϊβάν, καθώς μάλιστα θα μπορούσε αυτή να ισχυριστεί ότι ιστορικά η Ταϊβάν αποτελούσε κινεζικό έδαφος;
Άμεσες και απώτερες στοχεύσεις
Πρόκειται συνεπώς για διακηρύξεις του αέρος; Είναι ως ένα βαθμό και τέτοιες, αλλά όχι ακριβώς. Όπως ήδη ανέφερα, απηχούν βαθύτερες διαθέσεις του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Το ζήτημα βρίσκεται στο αν οι επιτελείς των ΗΠΑ διατίθενται να τις θέσουν στην ημερήσια διάταξή τους και προς άμεση υλοποίησή τους. Δεν είναι από τις πιο πιθανές μια τέτοια εκδοχή. Τότε προς τι;
Το προφανές βρίσκεται στο ότι με αυτές τις διακηρύξεις ο Τράμπ βάζει υποθήκες. Προετοιμάζει το έδαφος για πιθανές μελλοντικές κινήσεις των ΗΠΑ. Το δεύτερο, και σε σχετική σύνδεση με το προηγούμενο, βρίσκεται στο ότι «ρίχνει στο τραπέζι» ζητήματα. Αντιλαμβάνεται ότι στο πλαίσιο της μεγάλης αναμέτρησης που εξελίσσεται, θα ανοίξουν κύκλοι διαπραγματεύσεων όλων με όλους. Κραδαίνοντας, συνεπώς, και τέτοιας μορφής διεκδικήσεις, ευελπιστεί ότι θα ισχυροποιήσει τις ήδη υπαρκτές διαπραγματευτικές δυνατότητες των ΗΠΑ.
Από εκεί και πέρα, εκεί που σε σημαντικό βαθμό απευθύνεται ο Τράμπ είναι «προς τα μέσα». Να δημιουργήσει κλίμα και όρους αντιμετώπισης της εσωτερικής αμφισβήτησης. Ο Τράμπ είναι ένας αδίστακτος και ταυτόχρονα ικανός δημαγωγός. Γνωρίζει ότι τα οικονομικά του μέτρα δεν πρόκειται να αποδώσουν, τουλάχιστον όχι στο άμεσα ορατό μέλλον, τα αποτελέσματα που ευαγγελίζεται. Γνωρίζει πολύ καλά ότι είναι πολύ δύσκολο να πετύχει μια αποφασιστική νίκη είτε στο μέτωπο της Μ. Ανατολής είτε πολύ περισσότερο στο μέτωπο της Ουκρανίας. Γνωρίζει ακόμη ότι το όραμα της «μεγάλης και πανίσχυρης Αμερικής» που ανέξοδα πλάσαρε προεκλογικά δεν είναι μια οικοδομική εργολαβία σαν αυτές στις οποίες διαπρέπει. Έχει επίγνωση ότι τα προβλήματα των ΗΠΑ -οικονομικά, στρατηγικά- θα συνεχίσουν να ζητούν τις απαντήσεις τους και επί της δικής του προεδρίας. Αντιλαμβάνεται ότι είναι ζήτημα χρόνου να αρχίσουν να τίθενται ερωτήματα και αμφισβητήσεις και όχι μόνο από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Απέναντι, λοιπόν, σε τέτοιες όχι και τόσο ευοίωνες προοπτικές, πλασάρει μεγαλεπήβολους στόχους και οράματα. Μόνο που η προεκλογική περίοδος έχει τελειώσει. Είναι πλέον πρόεδρος.
Αναζητώντας διέξοδο
Με βάση, συνεπώς, το σύνολο των δεδομένων, τι μπορούμε να περιμένουμε για τη συνέχεια; Είναι γεγονός ότι η συνθετότητα των ζητημάτων που έχουν αναδειχτεί, η εμπλοκή πολλών δυνάμεων, με τις δικές της στοχεύσεις η κάθε μία, η ύπαρξη εξελίξεων που συνεχώς εμφανίζουν νέα και διαρκώς μεταβαλλόμενα δεδομένα, δεν προσφέρονται για «ασφαλείς» προβλέψεις. Εκείνο που (όσο) μπορεί να γίνει, είναι κάποιες εκτιμήσεις, να ειπωθούν κάποια πράγματα και πάντα με επιφυλάξεις για ορισμένα απ’ αυτά.
Για να ξαναγυρίσουμε στον Τράμπ. Ας ξεκινήσουμε με την υπόθεση ότι ο Τράμπ σκοπεύει να κινηθεί με βάση τη δική του ατζέντα. Αυτήν που μπορούμε να συνάγουμε από την πρώτη προεδρία, τις σημερινές του δηλώσεις, διακηρύξεις και κινήσεις, εκείνη στην οποία ως ένα βαθμό αναφέρθηκα στις προηγούμενες σελίδες. Θα περάσω άμεσα σ’ αυτό που θεωρώ ότι αποτελεί το πλέον κρίσιμο. Θεωρώ ότι ο βασικός όρος για οποιαδήποτε κίνηση κλίμακας είναι η απαγκίστρωση των ΗΠΑ από την ουκρανική εμπλοκή, χωρίς να υποτιμώ τα άλλα θέματα, όπως λ.χ. της Μ. Ανατολής. Σε σχέση με αυτό ήδη διακινούνται πολλά σενάρια. Για αφανείς διαπραγματεύσεις, για αδήλωτες συνομιλίες Πούτιν-Τράμπ, για σχέδια και προτάσεις που τοποθετούνται στο τραπέζι, για ρυθμίσεις τέτοιες και αλλιώτικες αυτού ή εκείνου του ζητήματος κ.λπ. Ανεξάρτητα από το ότι τίποτα δεν έχει δημοσιοποιηθεί επισήμως, σε σχέση με όλα αυτά και όσο με αφορά θα είχα να σημειώσω δυο πράγματα.
Πρώτον, το ότι στην περίπτωση της ουκρανικής εμπλοκής εμφανίζονται συμπυκνωμένες και σε πλήρη σύμπλεξη ανάμεσά τους σειρά κρίσιμων πλευρών. Δεν μπορεί να «ρυθμιστούν» μια ή δύο χωρίς να «σύρουν» όλες όσες συνθέτουν το συνολικό πρόβλημα.
Δεύτερον, και όσον αφορά τις φόρμουλες που κυκλοφορούν. Κανένας Τράμπ και κανένας Πούτιν δεν είναι διατεθειμένος να αποδεχτεί μια συμφωνία που θα μπορούσε να καταγραφεί σαν ήττα στρατηγικής σημασίας.
Ο ορίζοντας παραμένει σκοτεινός
Είναι άλλο ζήτημα αν στην πορεία των πραγμάτων οδηγηθούν σε ακόμη μεγαλύτερα αδιέξοδα και ενεργοποιηθούν μεγαλύτερες πιέσεις από διάφορες πλευρές και γεγονότα.
Από δραματικές εξελίξεις στα πεδία των μαχών σε βάρος της μιας ή της άλλης πλευράς. Από σημαντικές εξελίξεις στο πεδίο των συμμαχιών και της στάσης άλλων δυνάμεων. Από ρήγματα που ενδεχομένως εμφανισθούν στη μια ή την άλλη πλευρά, είτε σε επίπεδο ελίτ είτε στο κοινωνικό πεδίο. Από την κλιμάκωση των συγκρούσεων μέχρι του σημείου μηδέν και όπου το επόμενο βήμα θα είναι η πυρηνική αναμέτρηση. Μια εξέλιξη που κανείς δεν θα ήθελε.
Όπως έχουν σήμερα τα πράγματα. Εκείνο που κατ’ αρχάς διαφαίνεται είναι πως ανοίγεται μπροστά μας μια περίοδος όπου θα εναλλάσσονται οι μάχες με διαπραγματεύσεις αυτού ή εκείνου του τύπου. Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι μπροστά στα αδιέξοδα γίνει κάποια συμφωνία «παγώματος» των συγκρούσεων, αυτή δεν θα είναι παρά προσωρινή. Η αναμέτρηση, και την εννοώ στις ευρύτερες διαστάσεις της ανάμεσα στο σύνολο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, θα συνεχιστεί. Θα εξελίσσεται σε όλα τα πεδία, μέσα από όλες τις μορφές, οικονομικές, πολιτικές, στρατιωτικές και σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη. Και είναι εν όψει μιας τέτοιας προοπτικής των πραγμάτων, τόσο της πιο «κοντινής» όσο και της πιο μακροπρόθεσμης, που αναδείχνεται η σημασία μιας συγκεκριμένης κίνησης τους Τράμπ. Οι πιέσεις που ασκεί για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών του ΝΑΤΟ στο 5% των προϋπολογισμών τους. Όπως από την αρχή ακόμη αυτής της κρίσης είχα επισημάνει, στο πλαίσιο αυτής της αναμέτρησης ενισχύονται στο έπακρο οι τάσεις στρατιωτικοποίησης της βιομηχανίας, της οικονομίας και συνολικά των κοινωνιών όλων των άμεσα εμπλεκόμενων (και όχι μόνο). Στη βάση, λοιπόν, αυτών των δεδομένων, ο Τράμπ έρχεται να δώσει ακόμη μεγαλύτερη ώθηση σε αυτές τις τάσεις και με στόχο τη γιγάντωση της στρατιωτικής ισχύος του ΝΑΤΟ. Απέναντι, λοιπόν, σε όλα αυτά, εκείνο που θα ‘χα να πω είναι να επαναλάβω την άποψη που εξ αρχής είχα χρησιμοποιήσει και σαν τίτλο της σχετικής μπροσούρας για την Ουκρανία. «Ο πόλεμος δεν ξεκίνησε χθες, δεν θα τελειώσει αύριο».
Αιτίες – όροι – συνέπειες
Με βάση αυτά τα δεδομένα τίθενται σειρά σημαντικών ζητημάτων. Ποιες οι αιτίες; Το αν υπάρχει απάντηση και σε ποιους δρόμους πρέπει να αναζητηθεί. Ποιος ο ρόλος των δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά;
Όσον αφορά τις αιτίες, επιγραμματικά κατ’ αρχάς αναφέρομαι. Αυτές βρίσκονται στην ήττα του ΕΕΚΚ, την παλινόρθωση στις σοσιαλιστικές χώρες και τις συνέπειές τους.
Την αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης σαν κορμού ισχύος της λαϊκής πάλης.
Την αποσύνθεση του κομμουνιστικού κινήματος σαν πολιτικής οδηγητικής δύναμης της πάλης των λαών.
Τη φθορά του σοσιαλιστικού οράματος, σαν συνεκτικής δύναμης και προοπτικής που οιστρηλατούσε την πάλη των εργαζόμενων λαϊκών μαζών.
Την αποσυγκρότηση, διάλυση των μετώπων πάλης των λαϊκών δυνάμεων. Αυτό είχε σαν συνέπεια το να βρεθούν οι λαϊκές μάζες αφοπλισμένες ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά απέναντι στην πολύμορφη επίθεση του συστήματος και χωρίς τους πολιτικούς κινητήρες που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν και να προσανατολίσουν τις αντιστάσεις τους. Με όλα αυτά αναδεικνύονται σαν βασικό το ζήτημα της εν γένει Αριστεράς και του ρόλου της στις εξελίξεις.
Ας σταθώ λίγο περισσότερο σ’ αυτό το θέμα. Η τομή στην πορεία του κινήματος και συνολικά της πάλης των λαών ήταν η σύνδεση της πάλης της εργατικής τάξης με την κομμουνιστική κοσμοαντίληψη. Κορύφωση αυτής της εξέλιξης αποτέλεσε η Οκτωβριανή Επανάσταση, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού και το επαναστατικό κύμα που άλλαξε τη μορφή του κόσμου.
Αντίθετα, η υποχώρηση και τελικά η ήττα συνδέεται με την αποσύνδεση των δυο αυτών παραγόντων. Η εργατική τάξη στη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες σταδιακά αδρανοποιήθηκε και με όλο και μικρότερη επίδραση στις εξελίξεις.
Η κομμουνιστική άποψη αποσυνδεόμενη από αυτή τη σχέση μετεξελίχθηκε σε μια ρεβιζιονιστική θεωρία, που ιδεολογικοποίησε τον εκτοπισμό της εργατικής τάξης από τα τεκταινόμενα.
Σταθμός σε μια τέτοια εξέλιξη αποτέλεσε το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, που οδήγησε στην πλήρη αστικοποίηση αυτών των αντιλήψεων και άνοιξε τον δρόμο στην παλινόρθωση. Κόντρα σε αυτό το ρεύμα κινήθηκε βασικά ο Μάο Τσε Τουνγκ με την ΜΠΠΕ και το μ-λ ρεύμα που δημιουργήθηκε. Ωστόσο, δεν μπόρεσαν τελικά να οδηγήσουν σε αναστροφή αυτών των αρνητικών εξελίξεων.
Το τελικό αποτέλεσμα ήταν η κυριάρχηση στον χώρο της Αριστεράς δυνάμεων που ούτε ήθελαν, ούτε μπορούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις που έθεταν οι εξελίξεις.
Αυτή η σχέση πραγμάτων ίσχυσε τόσο μέχρι τις καταρρεύσεις του 1989 – 1991, όσο και πολύ πιο αρνητικά μετά απ’ αυτές.
Και για να ξεκαθαρίσω ένα ζήτημα προς αποφυγή παρανοήσεων. Δεν εννοώ καθόλου ότι αυτή η Αριστερά θα μπορούσε να αναστρέψει την αρνητική πορεία των εξελίξεων. Ο,τι συνέβη, συντελέστηκε επειδή οι παράγοντες κίνησης των πραγμάτων ήταν αυτοί και όχι άλλοι και δεν μπορούμε να τους αλλάξουμε ταξιδεύοντας στον χρόνο.
Ακόμη και το ζήτημα της απόδοσης ευθυνών για τα πεπραγμένα τους δεν είναι από εκείνα που θα με απασχολούσαν ιδιαίτερα. Η αναφορά μου σε αυτά (και όποιο άλλο ζήτημα θέτω) έχει να κάνει βασικά με το σήμερα και το αύριο. Έχει την έννοια της καταγραφής των όσων συντελέστηκαν και με τον μόνο στόχο που έχει πλέον νόημα. Τη συναγωγή των αναγκαίων διδαγμάτων. Την κατάδειξη τού ότι και οι σημερινές τους πολιτικές κατευθύνσεις και επιλογές, όντας ταυτόσημες ή το πολύ παραλλαγές εκείνων που οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση, έχουν τις ίδιες προοπτικές.
Οι εκδοχές των πραγμάτων
Η κατάσταση, όπως διαμορφώνεται, θέτει σειρά σημαντικών ζητημάτων. Ας ξεκινήσω από τα βασικά.
Μπροστά στους λαούς αλλά και τις πολιτικές δυνάμεις που θέλουν (ή διατείνονται πως θέλουν) να υπηρετήσουν τη λαϊκή υπόθεση προβάλλουν -αντικειμενικά- τρεις κατά βάση επιλογές.
- Να αποδεχτούν την κυριαρχία του συστήματος και να αναζητήσουν τρόπους και μορφές επιβίωσης (πολιτικά και κοινωνικά) στο πλαίσιο αυτού του καπιταλιστικού μονόδρομου.
- Να κινηθούν σε κατευθύνσεις μεταρρύθμισης του συστήματος, οι οποίες μπορούν να εκκινούν από απόψεις «ειρηνικής μετάβασης» στον σοσιαλισμό και να καταλήγουν σε παραλλαγές της πρώτης εκδοχής, όπως η επιδίωξη διαμόρφωσης ενός καπιταλισμού με «ανθρώπινο πρόσωπο».
- Να προσανατολισθούν στην κατεύθυνση της πάλης για την ανατροπή αυτού του συστήματος και τον επαναστατικό, σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.
Επιχείρηση «μονόδρομος»
Όσον αφορά την πρώτη εκδοχή, είναι αυτή που, όπως είναι αναμενόμενο, υποστηρίζεται από τους φορείς και εκπροσώπους του συστήματος. Σ’ αυτό ας συνυπολογίζεται και η συμβολή εκείνων που «αντιπολιτευόμενοι» υποστηρίζουν στην πραγματικότητα την ίδια άποψη.
Οι προσπάθειες αυτές κινούνται βασικά σε δύο άξονες. Ο πρώτος αφορά την προβολή των υποτιθέμενων αρετών του συστήματος. Ο δεύτερος, στην απαξίωση της σοσιαλιστικής προοπτικής και της συκοφάντησης του κομμουνιστικού κινήματος.
Οι προσπάθειές τους και στα δύο πεδία συγκλίνουν σε μια ορισμένη κατεύθυνση. Στο να περάσουν και να εμπεδώσουν την άποψη πως ο καπιταλισμός είναι «μονόδρομος» και πως η ανθρωπότητα δεν έχει άλλη διέξοδο.
Στην επιχείρηση αυτή χρησιμοποιούνται όλα τα μέσα. Οι καταναγκασμοί που επιβάλλονται μέσω της συνολικής κυριαρχίας του συστήματος στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πεδίο.
Η χρήση των πολύμορφων μηχανισμών ιδεολογικής χειραγώγησης και, όταν αυτά δεν επαρκούν, η άσκηση της πιο ωμής βίας.
Έτσι, το καπιταλιστικό σύστημα προβάλλει σαν αυτό που διασφαλίζει την οικονομική ανάπτυξη και επόμενα την ευημερία των πολιτών. Το σύστημα που εκπροσωπεί, λέει, τη δημοκρατία. Και με περίσσιο θράσος διατείνονται πως διαφυλάσσει την ασφάλεια και την ειρήνη στον κόσμο.
Όσο για τις εξόφθαλμα αρνητικές του πλευρές, αυτές μπορούν να αποσιωπούνται ή όταν αυτό δεν είναι δυνατό, να ανάγονται σε «αντικειμενικούς» παράγοντες και περίπου υπερκόσμιους.
Σε σχέση με αυτό το ζήτημα και για λόγους οικονομίας αυτού του κειμένου θα περιοριστώ στο να αναφερθώ σε δύο αστικά θεωρήματα που προβλήθηκαν ιδιαίτερα μετά τις καταρρεύσεις του 1989 – 1991 και με τον ίδιο στόχο. Την προώθηση και εμπέδωση της άποψης του «μονόδρομου».
Το πρώτο αφορά τη λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση». Ένα ιδεολόγημα που προβλήθηκε με κάθε τρόπο. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτό, μετά τις ανατροπές του 1989 – 1991, ένας νέος κόσμος ανέτειλε. Ένας κόσμος συνεργασίας όλων των λαών, ένας κόσμος χωρίς σύνορα.
Ένας κόσμος ειρήνης, δημοκρατίας, ευημερίας και άνθισης του πολιτισμού. Ένα ιδεολόγημα που, ας σημειωθεί, υιοθετήθηκε ενθουσιωδώς από μεγάλα τμήματα της Αριστεράς, ενώ έως και δυνάμεις κομμουνιστικής αναφοράς αποδέχτηκαν βασικές πλευρές του.
Το τι ακολούθησε από τα τότε μέχρι τα σήμερα, είναι πλέον γνωστό. Κλιμάκωση της επίθεσης των δυνάμεων του συστήματος σε όλο και ευρύτερη κλίμα κα και μεγαλύτερο βάθος. Συρρίκνωση οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις που κομμάτιασαν χώρες και μακέλεψαν λαούς με τους νεκρούς και σακατεμένους να μετρούνται σε εκατομμύρια.
Όσον αφορά το δεύτερο, περί «τέλους της ιστορίας». Ένα θεώρημα που προβλήθηκε μετά βαΐων και κλάδων και μάλιστα σαγήνευσε πλήθος αναλυτών και διανοουμένων, μη εξαιρουμένων και πολλών της Αριστεράς. Αν κανείς δεν κατανοούσε τη σκοπιμότητα της προβολής του εν λόγω θεωρήματος, έως και θα απορούσε με το πώς μπορεί να γίνεται αποδεκτή από «σοβαρούς» (λέμε τώρα) ανθρώπους μια τέτοια ανοησία. Επειδή -ως αυτό καθ’ αυτό δεν πρόκειται για τίποτε περισσότερο από ανοησία. Ας εξηγηθώ με τον πιο απλό και σύντομο τρόπο. «Τέλος» δεν υπάρχει σε τίποτε και πουθενά. Τίποτε δεν μένει αμετάβλητο», ούτε στη φύση, ούτε στην κοινωνία, ούτε στο σύμπαν. Τα πάντα υπόκεινται στον αδήριτο νόμο της εξέλιξης και της μεταβολής. Μόνο που αυτή η ανοησία είχε ορισμένες πολύ σοβαρές πολιτικές στοχεύσεις.
Εκείνο στο οποίο αποσκοπούσε, ήταν να περάσει την άποψη πως η ανθρώπινη, η κοινωνική εξέλιξη «τερματίζεται» στον καπιταλισμό. Να εμπεδώσει την άποψη ότι ο καπιταλισμός είναι «μονόδρομος». Ως εκ τούτου δεν έχει νόημα η πάλη ενάντιά του, μιας και πέραν αυτού δεν υπάρχει ούτε και μπορεί να υπάρξει κάτι άλλο.
Ο δεύτερος άξονας
Ιδιαίτερο βάρος έδιναν πάντα και συνεχίζουν να δίνουν οι εκπρόσωποι του συστήματος στην απαξίωση της σοσιαλιστικής προοπτικής και τη συκοφάντηση του κομμουνιστικού κινήματος. Ιδιαίτερα μετά την παλινόρθωση, που κατ’ αυτούς «απέδειξε» το ανέφικτο, το «ουτοπικό» του σοσιαλιστικού εγχειρήματος. Το πρώτο που θα ‘χα να τους καταλογίσω είναι ένα σοβαρό έλλειμμα κατανόησης της ιστορικής εξέλιξης. Η αστική τάξη από εμφανίσεώς της στο ιστορικό προσκήνιο ηττήθηκε (ή αλλιώς «απέτυχε») όχι λίγες φορές στους αιώνες που προηγήθηκαν.
Αντίστοιχα οι απόπειρές της θεωρήθηκαν από τους τότε αντιπάλους της ως «ουτοπικά» εγχειρήματα, που μάλιστα αντιβαίνουν στους φυσικούς και.. θεϊκούς νόμους. Βεβαίως, η ιστορία είχε τις δικές της απόψεις και η αστική τάξη μέσα από τις διαδοχικές της ήττες έφτασε τελικά στο να επιβάλλει το καπιταλιστικό της σύστημα σχεδόν σε όλο τον κόσμο. Γεννιέται, λοιπόν, το ερώτημα. Αν ο καπιταλισμός χρειάστηκε αυτή τη διαδρομή, βάση ποιας λογικής ο σοσιαλισμός θα έπρεπε με την πρώτη του -ουσιαστικά- απόπειρα να κυριαρχήσει και να εδραιωθεί σαν κοινωνικό σύστημα; Το δεύτερο που θα ‘χα να επισημάνω είναι ότι παρ’ όλα αυτά η ιστορία «πρόλαβε» να μας δώσει και κάποιες από τις απαντήσεις της. Ο σοσιαλισμός και σε πείσμα των εκπροσώπων του συστήματος.. υπήρξε. Μπόρεσε να ανατρέψει τον καπιταλισμό και να λειτουργήσει σαν κοινωνικό σύστημα σε μεγάλο μέρος του πλανήτη και για δεκαετίες.
Ακόμη περισσότερο, απάντησε σε σειρά ζητημάτων που ήταν αδιανόητο να απαντηθούν στο πλαίσιο και μέσα από τις λειτουργίες του καπιταλιστικού συστήματος. Μέσα από αυτή του την ύπαρξη και σε συνδυασμό με την πάλη του ΕΕΚΚ άλλαξε συνολικά τον κόσμο. Αυτήν την πραγματικότητα, όσο και να πασχίζουν οι επιτελείς του συστήματος, δεν μπορούν να τη διαγράψουν από την ιστορία.
Αθλιότητες
Ως προς την άλλη πλευρά του θέματος. Αποτελεί πρόκληση να μιλάνε για εγκλήματα («του κομμουνισμού») οι εκπρόσωποι μιας τάξης πραγμάτων που βαρύνεται με τα μεγαλύτερα των εγκλημάτων. Που έχει στο «ενεργητικό» της ασύλληπτο αριθμό δολοφονημένων. Τη μαζική εξόντωση ολόκληρων λαών. Τη διαγραφή από τον χάρτη σειράς χωρών. Την εξαφάνιση πολιτισμών που είχαν επιβιώσει αιώνες. Ανάλογης θρασύτητας είναι και τα διάφορα ψηφίσματα κοινοβουλίων και ευρωκοινοβουλίων. Που φτάνουν μέχρι το εξωφρενικό, την εξομοίωση του κομμουνισμού με τον ναζισμό. Αθλιότητα και υποκρισία. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο ναζισμός υπήρξε δικό τους δημιούργημα. Ότι ο φασισμός αποτέλεσε γέννημα της καπιταλιστικής μήτρας. Ότι ο κομμουνισμός είναι το ακριβώς αντίθετο. Ότι ήταν αυτός που συνέτριψε τον ναζιφασισμό. Ότι ο κομμουνισμός υπήρξε η δύναμη που όρθωσε τους πιο ισχυρούς φραγμούς στην ανάπτυξη της εγκληματικής τους δράσης. Εκείνο που τους κινεί είναι ο φόβος τους ότι μπορεί να τον δουν ξανά μπροστά τους να υψώνει φραγμούς στα νέα εγκλήματα που σχεδιάζουν.
Διακεκριμένη θέση στο πάνθεον των αθλιοτήτων διεκδικεί εκείνος ο πρώην «αριστερός» που ξεδιάντροπα ξεστόμισε τη φράση «ευτυχώς, σύντροφοι, νικηθήκαμε». Μια δήλωση που εξέφραζε τις διαθέσεις πολύ περισσότερων «αριστερών» από εκείνους που έσπευσαν να την επικροτήσουν ανοιχτά.
Όλους εκείνους που θεώρησαν πως οι εξελίξεις «δικαίωναν» τη στάση ευθυγράμμισής τους με το σύστημα. Που τους «απελευθέρωνε» από τον βραχνά να εμφανίζονται ως «αριστεροί».
Που τους έδινε τη δυνατότητα να ενταχθούν στο σύστημα χωρίς «ενοχές» (αν υποθέσουμε ότι μπορούν να έχουν και τέτοιες) και χωρίς κρατήματα από «παρωχημένες αγκυλώσεις».
Ταυτόχρονα, μια δήλωση που στον πυρήνα της εμπεριείχε ένα βαθύτερο νόημα. Την άρνηση του δικαιώματος των κολασμένων της γης να αγωνιστούν για έναν καλύτερο κόσμο.
Σαν συμπέρασμα
Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο. Το καπιταλιστικό ιμπεριαλιστικό σύστημα δεν είναι εκείνο που προσπαθούν να μας παρουσιάσουν οι απολογητές του. Ούτε εκείνο στο οποίο, υποτίθεται, θα μπορούσε να εξελιχθεί, όπως υποστηρίζεται από κάποιες άλλες πλευρές. Είναι το σύστημα της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και των πολέμων.
Είναι τέτοιο από τη φύση του και οι λαοί δεν έχουν να περιμένουν τίποτε άλλο απ’ αυτό, παρά αυτά που ήδη βιώνουν.
Είναι γεγονός ότι στις σημερινές συνθήκες και με βάση τους συσχετισμούς που έχουν διαμορφωθεί, το σύστημα κατορθώνει να προωθεί σε μεγάλο βαθμό τους στόχους και τις επιδιώξεις του. Ένα πράγμα, ωστόσο, δεν μπορεί να κάνει παρ’ όλα τα μέσα που διαθέτει
Να καταργήσει την πραγματικότητα. Να συγκαλύψει τη βαρβαρότητα που το χαρακτηρίζει. Να καταργήσει τις κοινωνικές, ταξικές αντιθέσεις. Να διαγράψει αυτά που βιώνει ο κόσμος υπό την κυριαρχία του. Εκείνα που γεννάνε την αντίθεση, την εναντίωση των εργαζόμενων λαϊκών μαζών και τις διαθέσεις της πάλης ενάντια σε αυτό το σύστημα. Και είναι τελικά σ’ αυτό το πεδίο που αργά ή γρήγορα θα δοθούν οι απαντήσεις.
Μέρος Β’ Προβλήματα του κινήματος
Λογικές μεταρρύθμισης
Στο κεφάλαιο αυτό αναφέρομαι βασικά σε απόψεις, τάσεις και δυνάμεις που κινούνται στη λογική της δυνατότητας αλλαγής του χαρακτήρα του καπιταλιστικού συστήματος μέσω μεταρρυθμίσεων. Αντιλήψεις που εκκινούν από την άποψη περί δυνατότητας «βαθιών διαρθρωτικών αλλαγών» που αλλάζουν το σύστημα, μέχρι την άποψη περί δυνατότητας μετεξέλιξης του και σε σοσιαλιστικό.
Πριν προχωρήσω θεωρώ αναγκαίες ορισμένες διευκρινήσεις. Η πρώτη αφορά τις υποτιθέμενες «μεταρρυθμίσεις» που προωθεί το σύστημα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για το ακριβώς αντίθετο. Ας εξηγηθώ.
Ο όρος μεταρρύθμιση, όπως έχει καθιερωθεί ιστορικά, παραπέμπει σε αλλαγές θετικής κατεύθυνσης. Αυτό είναι που προσπαθεί να αξιοποιήσει το σύστημα βαφτίζοντας ως μεταρρυθμίσεις τις αντιδραστικές αλλαγές που προωθεί και οι οποίες στην πραγματικότητα αποτελούν αντιμεταρρυθμίσεις.
Η δεύτερη αφορά ένα ζήτημα ιδιαίτερου χαρακτήρα. Τα όσα αναφέρω εδώ σε σχέση με ορισμένες δυνάμεις δεν αφορούν τον απλό κόσμο της Αριστεράς που κινείται στις γραμμές τους.
Έχω άμεση εμπειρία της διάθεσης προσφοράς που χαρακτηρίζει αυτόν τον κόσμο, των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν, των θυσιών στις οποίες υποβάλλονται, της αγωνίας τους για την υπόθεση του κινήματος.
Εκείνο που θεωρώ πως συμβαίνει είναι ότι αυτός ο κόσμος βρίσκεται παγιδευμένος στις λαθεμένες και αδιέξοδες επιλογές του εν γένει ρεφορμιστικού φάσματος. Όσο για τις αιτίες μιας τέτοιας κατάστασης, θα περιοριστώ να τις συνοψίσω στο ότι αποτελεί έκφραση των συνεπειών της ήττας του κινήματος.
Ας περάσω στο θέμα μας. Στον ευρύτερο ρεφορμιστικό χώρο κινείται ένα ευρύ φάσμα δυνάμεων, τάσεων και απόψεων της εν γένει Αριστεράς. Δυνάμεων που εμφανίζονται σαν αριστερές, σοσιαλιστικές ή και κομμουνιστικές, επαναστατικές. Δυνάμεων που έχουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους η κάθε μια αλλά και αρκετά κοινά στοιχεία. Ένα βασικό και κοινό τους χαρακτηριστικό αποτελεί ένα φαινόμενο «άρνησης της πραγματικότητας». Μια λογική που τους οδηγεί στο να βλέπουν τον κόσμο όπως «θα ήθελαν να είναι και τον δικό τους ρόλο σ’ αυτόν στη βάση των αυταπατών τους.
Μια λογική που τροφοδοτείται από θεωρίες, όπως αυτές των παραγωγικών δυνάμεων, της ιμπεριαλιστικής «αλληλεξάρτησης», των τεχνοεπιστημονικών καινοτομιών που αλλάζουν τον καπιταλισμό, του «νεωτερικού» καπιταλισμού κ.λπ. Από κοντά και η άκριτη αποδοχή αστικών θεωρημάτων (π.χ. «παγκοσμιοποίηση») έως και φαινόμενα αβάσταχτης ελαφρότητας στην αντιμετώπιση σοβαρών ζητημάτων, όπως η αναζήτηση «έξυπνων» κινήσεων που «κόβουν δρόμο» και μας οδηγούν άκοπα στο επιθυμητό αποτέλεσμα.
Σε τελευταία ανάλυση, απόψεις και κινήσεις το λιγότερο αδιέξοδες και οι οποίες συνθέτουν, ως τελικό αποτέλεσμα, μια κατεύθυνση αποδοχής του καπιταλιστικού «μονόδρομου».
Ο «παραδοσιακός» ρεφορμισμός
Από τον Μπερλιγκουέρ στον Ντ’ Αλέμα κι από τον Παρτσαλίδη στον… Κασσελάκη
πρόκειται για ένα ρεύμα που οι αφετηρίες του βρίσκονται ήδη στον 19ο αιώνα. Στον πυρήνα του, η αντίληψη πως ο καπιταλισμός μπορεί να μετεξελιχθεί μέσω του «ειρηνικού» κοινοβουλευτικού δρόμου και να φτάσει έτσι μέχρι και τον σοσιαλισμό.
Μια αντίληψη που, μετά τον θρίαμβο της Οκτωβριανής Επανάστασης, πέρασε στο περιθώριο για πολύ καιρό. Επανέρχεται, ωστόσο, και αναδεικνύονται σαν ισχυρό ρεύμα μετά το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956) και όσον αφορά το ΚΚΕ με το πραξικόπημα της 6ης Ολομέλειας την ίδια χρονιά.
Έναν δεύτερο σταθμό στην πορεία του αποτέλεσε η ρήξη του 1968, με αφορμή την εισβολή των δυνάμεων του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία. Αναδείχτηκαν έτσι οι δύο τάσεις που έως τα τότε συνυπήρχαν.
Από τη μια, οι τάσεις και τα κόμματα που επέλεξαν να παραμείνουν προσδεδεμένα στο άρμα και την πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης και του ΚΚΣΕ. Από την άλλη, εκείνα που αναζήτησαν τη στήριξή τους στις αστικές δυνάμεις του ευρωπαϊκού χώρου.
Το γνωστό ως «ευρωκομμουνιστικό» ρεύμα, με τον Μπερλιγκουέρ ως τον πιο επιφανή εκπρόσωπό του (Γενικός Γραμματέας του ΚΚ Ιταλίας και εμπνευστής του «ιστορικού συμβιβασμού»). Ένα ρεύμα που κινήθηκε στις ράγες του «παραδοσιακού» ρεφορμισμού και που συνέχισε σ’ αυτόν, παρά τις διαψεύσεις που του επεφύλασσε η πραγματικότητα. Μια νέα έξαρση στις προσδοκίες του προσέδωσε η άνοδος του Γκορμπατσόφ στην ηγεσία του ΚΚΣΕ. Μια εξέλιξη που εξέθρεψε νέες αυταπάτες στο σύνολο σχεδόν (εκτός Λακεδαιμονίων) των δυνάμεων του ευρύτερου αριστερού χώρου.
Ολοταχώς δεξιά
Η προσγείωση ήρθε σύντομη και απότομη με τις καταρρεύσεις του 1989 – 1991 και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Μια εξέλιξη με καταλυτικές επιδράσεις στη διαμόρφωση του διεθνούς πλαισίου και βεβαίως στο σύνολο των δυνάμεων που κινούνταν στον αριστερό χώρο. Όσον αφορά αυτό το ρεύμα, γνώρισε σημαντικές απώλειες, καθώς πολλοί είδαν σ’ αυτές τις εξελίξεις την ευκαιρία να «απελευθερωθούν» και να προσχωρήσουν ανοιχτά στο σύστημα (στο ΠΑΣΟΚ, στη ΝΔ και σε ευαγή Ευρωπαϊκά Ιδρύματα). Υπήρξαν, ωστόσο, και δυνάμεις που συνέχισαν στον ίδιο δρόμο. Δέσμιες, όμως, των ρεφορμιστικών τους απόψεων προέταξαν το θεώρημα που από χρόνια είχε ενσωματωθεί στον πυρήνα των αντιλήψεών τους.
Το θεώρημα του «νεωτερικού καπιταλισμού». Ένα θεώρημα που, ως έναν βαθμό, στηρίχτηκε σε απόψεις για τον ρόλο της επιστήμης, της τεχνολογίας, την ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών κ.λπ. Κυρίως, ωστόσο, πυροδοτήθηκε από τις αλλαγές που επιβλήθηκαν στην πολιτική των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τη δημιουργία του λεγόμενου Κοινωνικού Κράτους κ.λπ. Τους «διέφευγε», ωστόσο, το ουσιώδες. Το ότι αυτές οι αλλαγές δεν παράχθηκαν «αυτοφυώς» και σαν οργανικό στοιχείο της καπιταλιστικής λειτουργίας. Το ότι προωθήθηκαν σαν πολιτικές, κατά βάση, επιλογές και με στόχο τη διεύρυνση της κοινωνικής βάσης στήριξης του συστήματος απέναντι στην απειλή που αντιμετώπιζε. Την απειλή που συνιστούσε η ύπαρξη και το παράδειγμα των σοσιαλιστικών χωρών και ενός αναπτυγμένου και ενεργού ΕΕΚΚ.
Ακριβώς γι’ αυτό και όταν αυτή η απειλή εξέλειπε, όλες αυτές οι αλλαγές άρχισαν να «αποσύρονται» και το καπιταλιστικό σύστημα να επανέρχεται στις «κανονικές» του λειτουργίες.
Απόπειρες ανασύνταξης
Γενικότερα, οι εξελίξεις έδειχναν να αφαιρούν το έδαφος κάτω από τα πόδια αυτών των δυνάμεων, με αποτέλεσμα την παραπέρα συρρίκνωσή τους. Στην πορεία, ωστόσο, εμφανίστηκε και ένας ευνοϊκός γι’ αυτές παράγοντας. Η ενεργοποίηση των αντιθέσεων των ΗΠΑ με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Μια εξέλιξη που πρόσφερε ευρωπαϊκή «πλάτη» στις αναζητήσεις τους. «Ακουμπώντας» σε αυτήν αναζήτησαν, ταυτόχρονα, συμμαχίες με άλλες οργανώσεις και κινήματα αριστερής αναφοράς, τους «πράσινους» κ.λπ. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία του λεγόμενου Κοινωνικού Φόρουμ. Ένα εγχείρημα που προσέλκυσε και δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ενώ έβαλε σε «πειρασμό» και κάποιες άλλες.
Σε επίπεδο γραμμής έγινε ένα βήμα με τη διατύπωση της άποψης (ηγεσία Αλαβάνου) για «διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας με κινηματική στήριξη». Υπήρξαν κάποια αποτελέσματα όσον αφορά τη συγκρότηση του χώρου και τη διεύρυνση της επιρροής του, αλλά όχι τόσα ώστε να μεταβάλλουν ουσιωδώς το περιορισμένο εκτόπισμα τους στο πολιτικό ταμπλό.
Περίοδος μνημονίων
Η ευκαιρία της εκτίναξης δόθηκε στην περίοδο των μνημονίων.
Με την αντίδραση των λαϊκών μαζών στην επίθεση που δέχονταν. Με τις κινητοποιήσεις, με πιο χαρακτηριστική το λεγόμενο κίνημα των πλατειών. Με την απαξίωση στις συνειδήσεις των λαϊκών μαζών των βασικών πολιτικών φορέων του συστήματος, του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Στις συνθήκες που διαμορφώθηκαν, ο ΣΥΡΙΖΑ μπόρεσε να αναλάβει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Ποντάροντας και καλλιεργώντας την αυταπάτη της εύκολης και ανώδυνης «επιστροφής» στην προτεραία, αν όχι καλή αλλά τουλάχιστον «ανεκτή», κατάσταση. Δημαγωγώντας ασύστολα πως θα καταργήσει τα μνημόνια με ένα και μόνο άρθρο κ.λπ.
Σ’ αυτή του την κίνηση είχε και τη συνδρομή και άλλων υποτίθεται αριστερών σχημάτων. Διευκολύνθηκε από τη στάση αποχής -ουσιαστικά από τα τεκταινόμενα του ΚΚΕ. Πριμοδοτήθηκε από τον οπορτουνισμό οργανώσεων που λογοκοπώντας «ανατρεπτικά» ενίσχυσαν τις επιδιώξεις του ΣΥΡΙΖΑ. Την αδυναμία οργανώσεων (όπως λ.χ. του ΚΚΕ(μ-λ) που επιχείρησε να μπει σφήνα αλλά δεν είχε το μέγεθος και τις δυνατότητες καθοριστικής επίδρασης στις εξελίξεις. Με όλα αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ μπόρεσε να ελέγξει και να περιορίσει την όλη κίνηση στο πλαίσιο των δικών του επιδιώξεων. Ταυτόχρονα, φρονίμως ποιώντας φρόντισε να παράσχει και τις απαραίτητες εγγυήσεις στο σύστημα μέσω της συνεργασίας του με τους ΑΝΕΛ του Καμένου. Μια κίνηση που ταυτόχρονα συνέβαλε στην αύξηση του εκλογικού του ποσοστού και του έδωσε «αέρα νίκης».
Υλοποιώντας τα μνημόνια
Από εκεί και πέρα τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους. Με βάση τα πραγματικά δεδομένα, αυτό που ανέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κυβέρνηση πλέον, ήταν να υλοποιήσει τις προβλέψεις των μνημονίων. Να κινηθεί κατά βάση στα όρια των υπαγορεύσεων της ελληνικής αστικής τάξης και των «εγγυητριών» ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
«Κατόρθωσε» και κάτι ακόμα. Να χρεώσει συνολικά στην Αριστερά αυτή την πολιτική και να συντελέσει στην απαξίωση της έννοιας της Αριστεράς στις συνειδήσεις των λαϊκών μαζών.
Όσον αφορά τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς, εντός, πέριξ και πέραν του ΣΥΡΙΖΑ προχώρησαν σε καταγγελίες αυτής της πολιτικής «ξεχνώντας», ωστόσο, τις δικές τους ευθύνες για αυτή την εξέλιξη.
Η ιστορία δεν ξαναγράφεται
Σε σχέση με το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα, τέθηκε στη σχετική φιλολογία το ερώτημα για το αν θα μπορούσαν να εξελιχθούν διαφορετικά. Όσο με αφορά, θεωρώ ότι δεν έχει και πολύ νόημα μια τέτοια συζήτηση. Η εξέλιξη των πραγμάτων καθορίστηκε από τους δεδομένους όρους, συνθήκες και παράγοντες εκείνης της περιόδου. Καθορίστηκε ακόμα από το πραγματικό επίπεδο συγκρότησης και προσανατολισμού του κινήματος. Της σχέσης του με τις λαϊκές μάζες, τις μορφές και τα επίπεδα συγκρότησής τους σε μέτωπα πάλης. Καθορίστηκε από τα χαρακτηριστικά, την πολιτική, τις διαθέσεις και τις δυνατότητες των δυνάμεων της Αριστεράς και τα οποία προσδιόριζαν τα «όρια» της κίνησής τους. Δυνάμεων που κινήθηκαν με βάση αυτά τους τα χαρακτηριστικά και δεν έχει κανένα νόημα να αναζητά κανείς πολιτικές που δεν τις είχαν, δεν τις ήθελαν, δεν τις μπορούσαν.
Ο «ορθόδοξος» ρεφορμισμός
Σε «δική του» κατηγορία ανήκει το ΚΚΕ. Το πρώτο που χρειάζεται να σημειωθεί είναι πως το ΚΚΕ προέρχεται από την ίδια ρεβιζιονιστική, ρεφορμιστική μήτρα από την οποία προέρχεται και ο ΣΥΡΙΖΑ.
Το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ και την 6η Ολομέλεια του ΚΚΕ (1956). Το πραξικόπημα που ανέτρεψε την ηγεσία του ΚΚΕ (Ζαχαριάδης) για να εγκαταστήσει την κλίκα των Κολιγιάννη – Παρτσαλίδη. Αυτό το πραξικόπημα σφράγισε την πορεία του ΚΚΕ από τα τότε και ανεξάρτητα από τις όποιες μεταμορφώσεις του στην πορεία.
Ο δεύτερος σημαντικός σταθμός υπήρξε η διάσπαση του 1968. Ο διαχωρισμός ανάμεσα στη φιλοσοβιετική και την φιλοευρωπαϊκή πτέρυγα του ρεφορμισμού, όπως ήδη ανέφερα.
Όσον αφορά το ΚΚΕ, συνέχισε να κινείται στην ίδια ρεφορμιστική τροχιά. Αντιμετώπιζε, ωστόσο, ορισμένα προβλήματα. Την αναγκαιότητα διαχωρισμού από την άλλη πτέρυγα και ιδιαίτερα του κερδίσματος της πρωτοκαθεδρίας στον ευρύτερο αριστερό χώρο.
Ο τρόπος που τα αντιμετώπισε ήταν με την υιοθέτηση μιας «κομμουνιστικής» ρητορείας, με την οποία έντυνε την ρεφορμιστική του πολιτική. Ταυτόχρονα, αξιοποιώντας το όποιο κύρος συνέχιζε να έχει το ΚΚΣΕ και ο «υπαρκτός» σοσιαλισμός.
Στην πράξη επιδιώκοντας να πλασαριστεί στο αστικό πολιτικό παιχνίδι κινήθηκε σε τροχιά συμφιλιωτισμού με τις αστικές δυνάμεις (Καραμανλής) και στη συνέχεια στην ουρά του ΠΑΣΟΚ ανακηρύσσοντάς το σε «δύναμη της αλλαγής».
Η άνοδος του Γκορμπατσόφ το ώθησε ακόμη δεξιότερα. Πολύ περισσότερο, καθώς ώθησε στην ισχυροποίηση της «ανανεωτικής» τάσης που αδιάλειπτα αναπαράγονταν στο πλαίσιό του με βάση την επαμφοτερίζουσα πολιτική του. Και με τον αέρα της περεστρόικα πλέον στα πανιά του, οδηγήθηκε στη σύμπραξη με την άλλη πτέρυγα του ρεφορμισμού. Είχαμε έτσι τους Φλωράκη – Κύρκο σε νεότερη έκδοση του διδύμου Κολιγιάννη-Παρτσαλίδη. Προχώρησαν μάλιστα -από κοινού- ακόμη περισσότερο. Στη συνεργασία με τη ΝΔ του Μητσοτάκη για την … «κάθαρση». Μια κίνηση, ωστόσο, που είχε και τα κόστη της, καθώς υπήρξαν σοβαρές αντιδράσεις στο εσωτερικό του ΚΚΕ, που οδήγησαν στη διαγραφή μελών της ΚΕ και του συνόλου σχεδόν της ΚΝΕ.
Σε κρίση ταυτότητας
Και μετά ήρθε η τρικυμία. Οι καταρρεύσεις του 1989 – 1991 και η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.
Το ΚΚΕ βρέθηκε στον αέρα. Αντιμετώπιζε πλέον κρίση ταυτότητας, προσανατολισμού, έως και ύπαρξης. Μια πρώτη συνέπεια ήταν μια νέα διάσπαση, με την αποχώρηση της «ανανεωτικής» τάσης, μετά την αποτυχία -οριακά- της απόπειρας της να κερδίσει την ηγεσία του ΚΚΕ. Το πρόβλημα, ωστόσο, παρέμενε στο ακέραιο.
Η «νέα» ηγεσία του ΚΚΕ έχοντας απολέσει τα σημεία στήριξης και αναφοράς (Σοβιετική Ένωση-ΚΚΣΕ) και στα όρια του πανικού, αναζήτησε υποκατάστατα στο ΚΚ Ρωσίας του Ζουγκάνοφ. Απευθύνθηκε έως και στο ΚΚ Κίνας, που έως τότε το κατήγγειλε ως περίπου αντικομμουνιστικό. Μόνο που ούτε αυτές οι κινήσεις απαντούσαν στο πρόβλημά του.
Κατέφυγε έτσι, για άλλη μια φορά, στη γνωστή και δοκιμασμένη συνταγή. Τη συστηματική χρησιμοποίηση μιας «κομμουνιστικής» ρητορείας, μέσω της οποίας συγκάλυπτε τη ρεφορμιστική του πολιτική, την οποία απλώς προσάρμοσε στις νέες συνθήκες.
Άρνηση αυτοκριτικής
Χαρακτηριστικό της λογικής με την οποία κινήθηκε, η απουσία οποιασδήποτε ουσιαστικής αυτοκριτικής για την έως τότε πορεία του. Διέπραξε μάλιστα το ακριβώς αντίθετο. Μνημειώδης ως προς αυτό η δήλωση της κας Παπαρήγα πως το «ΚΚΕ επιβεβαιώθηκε σε όλες τις έως τα τώρα εκτιμήσεις του». Μια δήλωση που έγινε μάλιστα στη φάση που όλες οι συντεταγμένες ύπαρξης και κίνησης του ΚΚΕ κατέρρεαν με πάταγο.
Αντίστοιχης σοβαρότητας ήταν και οι εκτιμήσεις του για την παλινόρθωση που, κατά την -τότε- άποψή του, οφείλονταν στην «προδοσία» ηγετικών στελεχών του ΚΚΣΕ. Με μια τέτοια λογική θα αποτελούσε αυταπάτη το να περιμένει κανείς μια ουσιαστική αυτοκριτική σε σχέση με τις σοβαρές απώλειες που υπέστη το ΚΚΕ τόσο προς τα δεξιά όσο και προς τα αριστερά.
Εκείνο που δεν μπορούσε και, κυρίως, δεν ήθελε να δει η ηγεσία του ΚΚΕ ήταν ότι η βάση του προβλήματος βρισκόταν στις ιδεολογικές και πολιτικές συντεταγμένες με τις οποίες πορεύθηκε σε όλη του τη διαδρομή.
Αυτές ήταν που αναπαρήγαγαν (και συνεχίζουν να αναπαράγουν τόσο τις «ορθόδοξες» όσο και τις «ανανεωτικές» τάσεις στο πλαίσιό του, καθώς επίσης και τις αντιδράσεις από τ’ αριστερά.
Αναζητώντας την ισορροπία
Με αυτά ως δεδομένα πορεύτηκε το ΚΚΕ και με τακτικές εξισορρόπησης των αντιφάσεών του. Το να επιχειρούσε λ.χ. να κινηθεί με μια έκδηλα ρεφορμιστική γραμμή -όπως παλιότερα- δεν ήταν και το πιο πρόσφορο στις συνθήκες εκείνης της περιόδου. Μια περίοδο που αντιμετώπιζε πρόβλημα ταυτότητας. Διαχωρισμού από την άλλη πτέρυγα του ρεφορμισμού. Ελέγχου των εσωτερικών αντιδράσεων και ανησυχιών.
Από την άλλη μεριά, το να επιχειρούσε να κινηθεί με τρόπο που θα το έφερνε σε ευθεία αντιπαράθεση με τις δυνάμεις του συστήματος ήταν κάτι που βρίσκονταν έξω από τις επιλογές της ηγεσίας του.
Όσον αφορά αυτό το πεδίο, το διαφορετικό σε σχέση με παλιότερα ήταν η επιλογή της μη εμπλοκής στις διεργασίες του αστικού πολιτικού ταμπλό.
Εκείνο στο οποίο αρκέστηκε ήταν μια πολιτική κατοχύρωσής του ως «υπεύθυνης» πολιτικής δύναμης. Στην ίδια πάντα λογική, το κέντρο βάρους στην πολιτική του διαμορφώθηκε στη βάση των κοινοβουλευτικών, εκλογικών του επιδιώξεων. Μια κατεύθυνση που ως φάνηκε
«βασάνιζε» τη σκέψη της ηγεσίας του στα όρια της ψύχωσης. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί το πρωτοφανές στα χρονικά, να εμφανίζεται Γενική Γραμματέας κομμουνιστικού κόμματος να
«μαλώνει» τον λαό που «δεν ψήφισε σωστά» και να τον καλεί να «διορθώσει» την ψήφο του στις επόμενες εκλογές.
Επιλέγοντας σημεία στήριξης
Μια τέτοια πολιτική χρειαζόταν, ωστόσο, τις στηρίξεις της.
Στο ιδεολογικό πεδίο με το να δοθεί ακόμη μεγαλύτερο βάρος σε μια «ταξική, κομμουνιστική» ρητορεία.
Στο πολιτικό, με την εκπόνηση προγραμμάτων, όπως λ.χ. του «αντιμονοπωλιακού αντιιμπεριαλιστικού, δημοκρατικού μετώπου» στη βάση του οποίου υποτίθεται κινούνταν το ΚΚΕ.
Στο πεδίο των παρεμβάσεων, επιλέγοντας εκείνες στις οποίες μπορούσε να διασφαλίσει τον έλεγχο και την περιχαράκωσή τους. Με αυτό τον τρόπο έδινε κάποιες διεξόδους στις αγωνιστικές διαθέσεις των μελών του, τα «προφύλασσε» από τον κίνδυνο «μόλυνσής» τους από την επαφή με άλλες αριστερές δυνάμεις και, ταυτόχρονα, τις διασφάλιζε απέναντι στην πιθανότητα «εκτροπής» τους σε ανεξέλεγκτα επίπεδα.
Παρ’ όλα αυτά και επειδή ένας κόσμος συνέχιζε να έχει τις ανησυχίες του και να θέτει ερωτήματα, η ηγεσία του ΚΚΕ φρόντιζε να εμπλουτίζει το ρεπερτόριό της και με επιλογές «τόνωσης του ηθικού». Η πιο χαρακτηριστική, ίσως, το ανεκδιήγητο σύνθημα της «αντεπίθεσης». Ένα σύνθημα που το προβάλλει εδώ και πολλά χρόνια και μέχρι τα σήμερα.
Με όλα αυτά και παρ’ όλα αυτά, η ηγεσία του ΚΚΕ κατόρθωνε να «ισορροπεί» και ακόμη περισσότερο να κατοχυρωθεί σαν η ισχυρότερη και πιο συγκροτημένη δύναμη του ευρύτερου αριστερού χώρου.
Σ’ αυτό το αποτέλεσμα διευκολύνθηκε
- Από την όλο και πιο δεξιά μετατόπιση της άλλης πτέρυγας του ρεφορμισμού και η οποία απωθούσε έναν αριστερό κόσμο.
- Από τις αλλοπρόσαλλες και εκτός πραγματικότητας απόψεις και κινήσεις σχηματισμών της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.
- Από την αδυναμία του μ-λ κινήματος να δώσει ολοκληρωμένες, πειστικές και αποτελεσματικές διεξόδους στα προβλήματα που αντιμετώπιζε το κίνημα.
Μια νέα και «ιδιότυπη» κρίση
Το πρόβλημα, ωστόσο, συνέχιζε να υπάρχει. Ένα πρόβλημα που ιδιαίτερα αναδείχθηκε στην περίοδο των μνημονίων. Μια περίοδο που έθεσε κρίσιμα ζητήματα για όλους. Για το σύστημα, για τον λαό, για το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων, για το κίνημα.
Όσον αφορά το ΚΚΕ, έθεσε σημαντικά προβλήματα έως και διαμόρφωσε όρους κρίσης, της μεγαλύτερης μετά από εκείνη της περιόδου των ανατροπών του 1989 – 1991. Το πρώτο και πιο σημαντικό ζήτημα αφορούσε τις απαιτήσεις που έθεταν τα προβλήματα του λαού και η αγωνιστική του έξαρση απέναντι στην επίθεση που δέχονταν. Το αν -σαν κομμουνιστικό κόμμα- θα έπαιρνε την πρωτοβουλία και την ευθύνη να συγκροτήσει το μέτωπο πάλης των λαϊκών μαζών. Μια επιλογή, ωστόσο, που αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε ευθεία αντιπαράθεση με τις δυνάμεις του συστήματος, κάτι που βρισκόταν έξω από τη λογική της ηγεσίας του. Έτσι, αυτό που επέλεξε ήταν -στην ουσία- το να κρατήσει όποιες αποστάσεις μπορούσε από τα τεκταινόμενα.
Δεύτερο, το πώς αντιμετώπιζε τις «προτάσεις συνεργασίας» του ΣΥΡΙΖΑ τόσο πριν όσο και σε κυβερνητικό επίπεδο. Φρονίμως ποιούσα η ηγεσία του ΚΚΕ απέρριψε αυτές τις προτάσεις συνεργασίας (που στην πραγματικότητα δεν την ήθελε ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ). Το ότι απέφυγε αυτόν τον σκόπελο η ηγεσία του ΚΚΕ δεν σημαίνει ότι απαλλάχθηκε από τα προβλήματα. Κατ’ αρχάς, το πώς αντιμετώπιζε το οδυνηρό για την ηγεσία του ΚΚΕ γεγονός, ότι για πρώτη φορά μετά τη διάσπαση του 1968, βρέθηκε να υπολείπεται της άλλης πλευράς τόσο σε εκλογικό, όσο και σε επίπεδο επιρροής και ρόλου στις εξελίξεις.
Και βεβαίως, το πώς θα διαχειριζόταν στο εσωτερικό του -και όχι μόνο- τα προβλήματα που δημιουργούσαν οι τέτοιες και αλλιώτικες επιλογές της.
Εικονικές «αλλαγές»
Αυτά τα προβλήματα επιχείρησε να αντιμετωπίσει η ηγεσία του ΚΚΕ με σειρά «βαρυσήμαντων» θέσεων και αποφάσεων.
Θα σταθώ εδώ σε μια ιδιαίτερη πλευρά του ζητήματος. Στη διάρκεια των μνημονίων, από τη μεριά μελών του ΚΚΕ που εμφανίστηκαν ως «Νέα Σπορά», «Εργατικός Αγώνας» κ.ά. ασκήθηκε μια κριτική στην ηγεσία του ΚΚΕ. Μια κριτική που κατά την άποψή τους αφορούσε την εγκατάλειψη της γραμμής του 15ου Συνεδρίου του ΚΚΕ χάριν της γραμμής της «Λαϊκής Εξουσίας» κ.λπ.
Δεν θα με απασχολήσει εδώ η γραμμή του 15ου Συνεδρίου (του «αντιμονοπωλιακού αντιιμπεριαλιστικού δημοκρατικού μετώπου»). Εκείνο στο οποίο θα ‘θελα να σταθώ είναι η σκοπιμότητα των «αλλαγών» που έφεραν αυτές οι αποφάσεις. Θα ήθελα κατ’ αρχάς να θέσω την άποψή μου σε ένα σημαντικό ζήτημα.
Θεωρούσα και θεωρώ ότι η πραγματική πολιτική γραμμή ενός κόμματος δεν είναι απαραίτητα αυτή που διατυπώνεται στις αποφάσεις κάποιων σωμάτων ή τις διακηρύξεις κάποιων ηγεσιών. Είναι εκείνη που προωθείται στην πράξη. Σ’ αυτή τη βάση θεωρώ πως τόσο οι αποφάσεις του 15ου Συνεδρίου (όπως και οι πριν απ’ αυτό) όσο και οι τελευταίες δεν αποτελούν παρά το ένδυμα της πραγματικής πολιτικής γραμμής με βάση την οποία σταθερά κινείται το ΚΚΕ. Μιας γραμμής που ήταν ίδια τόσο πριν όσο και μετά το 15ο και η οποία παραμένει στην ουσία της ίδια και μετά τις νεότερες διακηρύξεις.
Φυγή προς τα «εμπρός»
Ας γίνω όμως πιο συγκεκριμένος.
Όταν η ηγεσία του ΚΚΕ θέτει σαν στόχο τη «Λαϊκή Εξουσία» και τον σοσιαλισμό, δεν σημαίνει κιόλας ότι το εννοεί «στα σοβαρά». Τόσο ανόητοι δεν νομίζω πως είναι. Ότι αντιλαμβάνονται πως στις σημερινές συνθήκες ένας τέτοιος στόχος μπορεί να τεθεί σαν όραμα και προοπτική αλλά όχι σαν ζήτημα ημερήσιας διάταξης.
Θέτοντας, ωστόσο, ένα τέτοιο ζήτημα διευκολύνεται στο να παρακάμψει ορισμένα «ακανθώδη» ζητήματα. Τη μετάθεση της άμεσης αντιπαράθεσης με τις δυνάμεις του συστήματος -αντικειμενικά- στο απροσδιόριστο μέλλον. Ταυτόχρονα, και στο όνομα μιας «ταξικής καθαρότητας» που κατά την άποψή τους συνεπάγεται ένας τέτοιος στόχος, μπορούν να παρακάμπτουν και την αναγκαιότητα οικοδόμησης λ.χ. μετώπου πάλης. Ιδιαίτερα αν αυτό συνεπάγεται την αναγκαιότητα ευρύτερων μετωπικών συνεργασιών και άλλα τέτοια «ύποπτα». Την ίδια λογική υπηρετεί και η θεωρία της «αλληλεξάρτησης του ιμπεριαλιστικού πλέγματος». Μια θεώρηση που στην ουσία της δεν αποτελεί παρά μια παραλλαγή του αστικού θεωρήματος της «παγκοσμιοποίησης» και υποβάθμισης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Τώρα, το ότι η παρόξυνση αυτών των αντιθέσεων τούς έχει αναγκάσει σε μια σειρά ακροβασίες, είναι ένα άλλου είδους πρόβλημα.
Όπως και να ‘χει, η υιοθέτηση μιας τόσο εξόφθαλμα αντιλενινιστικής άποψης δεν έγινε έτσι του καλού καιρού. Συνδέεται άμεσα με την άποψη για μια περίπου ιμπεριαλιστική Ελλάδα, ενταγμένη σ’ αυτό το αλληλοεξαρτώμενο ιμπεριαλιστικό πλέγμα.
Μια άποψη που υπηρετεί την υιοθέτηση μιας «καθαρά ταξικής» πολιτικής και αποφυγής αντιμετώπισης «ακανθωδών» ζητημάτων, όπως μόλις προηγούμενα αναφέρθηκα.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και στην ίδια λογική υπάγονταν και η υποτιθέμενη ιστορική αποτίμηση της πορείας του ΚΚΕ. Όπως και στα προηγούμενα, έχουμε και εδώ και ακόμη πιο ευδιάκριτα το φαινόμενο μιας «αντίστροφης» λογικής. Το να μην προηγείται η διερεύνηση ενός ζητήματος και να ακολουθούν τα συμπεράσματα, αλλά να «συμμορφώνεται» αυτή στα ήδη δοσμένα από τα πριν «συμπεράσματα». Δηλαδή, αυτά που «δικαιώνουν» την πολιτική του ΚΚΕ.
Θα σταθώ βασικά σε ένα ζήτημα. Στην υποβάθμιση και σε βαθμό απόρριψης των αποφάσεων και της γραμμής της 6ης Ολομέλειας του ΚΚΕ του 1934. Των αποφάσεων που συνέβαλαν καθοριστικά στο να γειωθεί και να αποκτήσει σημαντικά ερείσματα στον λαό το ΚΚΕ και να συγκροτηθεί σε υπολογίσιμη πολιτική δύναμη. Των κατευθύνσεων που καθόρισαν και τη βάση συγκρότησης του ΕΑΜ, που επίσης βρέθηκε στο στόχαστρο αυτής της «ιστορικής αποτίμησης». Δεν θα μπω εδώ στη συζήτηση πάνω σ’ αυτά τα τόσο σημαντικά ζητήματα, καθώς θεωρώ ότι δεν επιδέχονται απαντήσεις ευκολίας. Εκείνο που θέλω να επισημάνω είναι η σκοπιμότητα μιας προσέγγισης που και μέσω της «ιστορίας» επιδιώκει να δικαιώσει τις σημερινές πολιτικές επιλογές του ΚΚΕ. Αυτές που απέναντι στις σημερινές απαιτήσεις το οδηγούν στην επιλογή της «φυγής προς τα εμπρός» και τον…σοσιαλισμό.
Ο «ανατρεπτικός» ρεφορμισμός
Η περίοδος των μνημονίων, πέραν των όσων ήδη ανέφερα, ανέδειξε και τις απείρου κάλλους θέσεις, απόψεις και ιδέες σχηματισμών της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Επειδή ο κατάλογος είναι μεγάλος θα αναφερθώ ενδεικτικά σε κάποιες απ’ αυτές.
Στην άποψη για «ένα αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα», το οποίο θα μπορούσε να προωθηθεί άμεσα. Να προχωρήσει στη φορολόγηση του κεφαλαίου, τον εργατικό έλεγχο ενός εθνικοποιημένου τραπεζικού συστήματος κ.λπ. Την άποψη ότι η «επαναστατική αριστερά καλείται να σκεφτεί με όρους ηγεμονίας και εξουσίας». Ακόμη περισσότερο, «θα μπορούσε να αρχίσει ένα ντόμινο ανατροπών στην Ελλάδα και σ’ όλη την Ευρώπη».
Ανάλογης σοβαρότητας υπήρξαν και οι εκτιμήσεις τους για το πού οδηγήθηκαν οι εξελίξεις. Στην άποψη όπου η «κάμψη» που εμφάνισε το κίνημα εξηγείται με «την απουσία ενός ρεαλιστικού και οικονομικού προγράμματος και ενός αξιόπιστου πολιτικού φορέα, μετώπου».
Θα περιοριστώ να επισημάνω τα εξής. Πρώτον, ότι το πρόγραμμα δεν είναι έκθεση ιδεών. Μπορεί να είναι μόνο αυτό που αποτυπώνει την πραγματική σχέση ενός πολιτικού υποκειμένου με την αντικειμενική κατάσταση.
Δεύτερο, το ότι αξιόπιστος πολιτικός φορέας, ικανός μάλιστα να διεκδικήσει την εξουσία (λέμε τώρα), δεν γίνεται επί παραγγελία. Οικοδομείται μέσα από μια μακρά πορεία προσπαθειών, αγώνων και θυσιών.
Ιδεολογικές αφετηρίες
Οι αφετηρίες για απόψεις αυτού του χαρακτήρα βρίσκονται στο ιδεολογικό και πολιτικό φορτίο, στη βάση του οποίου έχουν διαμορφωθεί αυτές οι τάσεις και έχουν συγκροτηθεί οι αντίστοιχοι σχηματισμοί. Κεντρική θέση, η θεώρηση από μεριάς τους του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Ένα πρώτο ζήτημα συνδέεται με τη «διαγραφή» της ιμπεριαλιστικής διάστασης του συστήματος. Με θεωρήματα όπως λ.χ. του «ολοκληρωτικού καπιταλισμού», που «βάζει στο συρτάρι τη μουμιοποιημένη θεωρία του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό». Θεωρήματα που έλκουν την καταγωγή τους από τη θεωρία του Κάουτσκι για τον «υπεριμπεριαλισμό» και έρχονται να συναντήσουν το αστικό θεώρημα της «παγκοσμιοποίησης». Οι «ακαταμάχητες δυνάμεις της οποίας…εκφράζουν την ακατανίκητη τάση αναγκαιότητα για κατάργηση των συνόρων και παγκόσμια συνεργασία». Μια εξέλιξη που, κατά την ίδια πάντα λογική, οδηγεί στην κατάργηση του κράτους από τον πολυεθνικό καπιταλισμό. Βέβαια, το ποιες αιματοβαμμένες μορφές πήρε αυτή η «παγκόσμια συνεργασία», ποια κράτη συντρίφτηκαν και ποια ισχυροποιήθηκαν είναι πλέον γνωστό σε όλους.
Καθόλου τυχαία, βέβαια. Η ιμπεριαλιστική διάσταση δεν είναι ένα «εξωτερικό» και προσωρινό γνώρισμα του καπιταλιστικού συστήματος. Αποτελεί οργανικό του στοιχείο, σύμφυτο με την όλη ύπαρξη και λειτουργία του και σε όλα τα πεδία. Αντίστοιχα, το κράτος αποτελεί όρο ύπαρξης του συστήματος και διασφάλισης της κυριαρχίας του προς τα «μέσα» και προς τα «έξω».
Προσπερνώντας την πραγματικότητα
Με το ίδιο πνεύμα αντιμετωπίζουν και το καπιταλιστικό σύστημα αυτό καθ’ αυτό.
Έναν καπιταλισμό που μέσα από την «ακατανίκητη τάση πυρηνικής σύντηξης της επιστήμης με την καπιταλιστική παραγωγή οδηγείται σε μεταβολές κοσμογονικού χαρακτήρα». Όπως λ.χ. «στη γέννηση εμβρυακών μορφών κοινωνικών σχέσεων που τείνουν να σπάσουν το καπιταλιστικό τους περίβλημα».
Στην πραγματικότητα έχουμε και εδώ θεωρήσεις που -και αυτές- έλκουν την καταγωγή τους από την παμπάλαια θεωρία των παραγωγικών δυνάμεων. Θεωρήσεις που μέσα και από διεργασίες όσμωσης με άλλες αστικές (τρίτων, τέταρτων, μεταβιομηχανικών, μετακαπιταλιστικών κυμάτων) έρχονται να συναντήσουν το ρεφορμιστικό θεώρημα του «νεωτερικού καπιταλισμού».
Όλα αυτά σε μια περίοδο που η επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη αναπτύσσονταν σε όλο και μεγαλύτερο βάθος και έκταση, την οποία επέμεναν να «αγνοούν». Μια οπτική που τους οδηγούσε στο να υποτιμούν την άποψη για αναγκαιότητα Αντίστασης, έως και να τη λοιδορούν ως «φτωχοπροδρομική». Αντ’ αυτής, πρόβαλλαν την άποψη για «προωθημένες» και «επιθετικές» διεκδικήσεις. Στην ίδια λογική επιδίδονταν στην εκπόνηση μεγαλόπνοων «στρατηγικών» και προγραμμάτων, που θα μας έπαιρναν από το «μίζερο» παρόν για να μας οδηγήσουν στον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό.
Σε αυτού του χαρακτήρα τις αντιλήψεις βρίσκονται οι αφετηρίες για θέσεις και απόψεις, όπως λ.χ. για τα μεταβατικά προγράμματα. Ή ακόμη για το ότι «η ανατροπή δεν είναι ένα μονόπρακτο»…αλλά διαδραματίζεται ως ένα «παρατεταμένο επαναστατικό ρεπερτόριο». Το οποίο ρεπερτόριο περιλαμβάνει και τη δημιουργία συνθηκών «δυαδικής εξουσίας» και μέσω αυτής την επικράτηση των επαναστατικών δυνάμεων.
Δύο σύντομες παρατηρήσεις και μόνον. Πρώτον, το ότι το ζήτημα της εξουσίας δεν είναι από εκείνα που μπορούν να τεθούν «ολίγον». Ή τίθεται ή δεν τίθεται. Δεύτερον, το ενδεχόμενο δημιουργίας συνθηκών «δυαδικής εξουσίας» ούτε να προγραμματιστεί μπορεί, ούτε να το παίξουμε στο λόττο.
«Διορθώσεις» όχι και τόσο πειστικές
Η ολοκληρωτική κατάρρευση των μεγαλεπήβολων οραματισμών και σχεδιασμών τους ανέδειξε και τάσεις «συμμαζέματος» ορισμένων απόψεων και ενίσχυσης ενός ανατρεπτικού προφίλ.
Θα μπορούσαν να θεωρηθούν και ως θετικές εξελίξεις, απόψεις που καταδικάζουν τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Θέσεις όπως εκείνη που διαβεβαιώνει πως οι στόχοι τους δεν συγκροτούν και δεν υπάγονται στη λογική ενός μεταβατικού προγράμματος. Διακηρύξεις που υποστηρίζουν πως ο δρόμος για τον κομμουνιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας περνάει μέσα από την επανάσταση και τη συντριβή του αστικού κράτους. Απόψεις που θα ήταν πιο πειστικές, αν συνοδεύονταν και από μια ουσιαστική αυτοκριτική σε σχέση με -όχι και τόσο- παλιότερες τοποθετήσεις τους για τα ίδια θέματα.
Αντ’ αυτής, βλέπουμε τάσεις δικαίωσης λαθεμένων -το λιγότερο- επιλογών. Όπως λ.χ. την άποψη πως «η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αντιστάθηκε σε σημαντικό βαθμό στην άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ», ενώ στην πραγματικότητα την πριμοδότησε. Όπως οι αναφορές στο «έπος» του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, δηλαδή στην παγίδευση των λαϊκών μαζών στον ελιγμό του Τσίπρα στον οποίο συνέδραμαν, καθώς και η επιμονή σε στοχοθεσίες αποπροσανατολιστικές. Απόψεις που δείχνουν ότι δεν μπορούν να απομακρυνθούν και πολύ από τις αφετηριακές τους αντιλήψεις. Τόσο, ώστε να μπορεί να ειπωθεί πως ορισμένες απόψεις «φεύγουν από την πόρτα» για να επιστρέψουν «από το παράθυρο».
Ναι μεν αλλά…
Θα ήθελα να σταθώ λίγο περισσότερο σε μια τοποθέτηση ιδιαίτερης, κατά την άποψή μου, σημασίας. «Πολιτική συμπύκνωση-στόχος της επαναστατικής τακτικής και του αντικαπιταλιστικού προγράμματος πάλης, είναι σήμερα ο αγώνας για ψωμί, δουλειά, ελευθερία, ειρήνη, διεθνή αλληλεγγύη των εργατών της γης για την απόκρουση και ανατροπή της αντεργατικής, της πολεμικής εκστρατείας του κεφαλαίου» (5ο Συνέδριο ΝΑΡ).
Έχουμε εδώ μια θέση που με κάποια -ίσως- διαφορετική διατύπωση θα μπορούσα να την προσυπογράψω. Το πρόβλημα βρίσκεται σε στόχους και εξειδικεύσεις που συνοδεύουν όλες αυτές τις θέσεις. Σε στοχοθεσίες όπου βρίσκουμε ανάκατα διεκδικήσεις στη σωστή κατεύθυνση με άλλες που υπάγονταν σε άλλες λογικές.
Τι νόημα έχει λ.χ. ο στόχος για 35 και 30 ώρες δουλειά σε μια περίοδο που στο στόχαστρο του κεφαλαίου έχει μπει το 8ωρο; Πού να κατατάξουμε το τραγελαφικό «λιγότερη δουλειά, δουλειά για όλους», που μαζί με το ωράριο «λύνει» και το πρόβλημα της ανεργίας; Σε ποια πολιτική γραμμή αντιστοιχούν θέσεις, όπως για «πέρασμα σε δημόσια ιδιοκτησία και εργατικό έλεγχο των μεγάλων επιχειρήσεων και τραπεζών χωρίς αποζημίωση και στην προοπτική πλήρους κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής και επιχειρήσεων»; Τι άλλο έχουμε εδώ πέρα παρά στοχεύσεις που παραπέμπουν στη λογική των μεταβατικών προγραμμάτων και συνακόλουθα αναίρεσης των ανατρεπτικών διακηρύξεων;
Κοινή δράση και «μάχες των μαχών»
Όπως ήδη ανέφερα, κάτω από την πίεση των εξελίξεων εδέησαν να δουν ορισμένα ζητήματα. Όπως την επίθεση του συστήματος. Την αναγκαιότητα της αντίστασης. Ακόμη και την αναγκαιότητα της Κοινής Δράσης. Με τον τρόπο τους πάντα. Και κυρίως στα λόγια.
Θα σταθώ λίγο περισσότερο στο τελευταίο. Την Κοινή Δράση. Μια αναγκαιότητα που, κατά την άποψή μου, θα έπρεπε να θεωρείται ως αυτονόητη για δυνάμεις αριστερής αναφοράς. Μόνο που οι δυνάμεις αυτού του χώρου συνέχιζαν να την αντιμετωπίζουν «αφ’ υψηλού».
Στ’ αλήθεια, τι σημαίνει να «αποδέχεται» κανείς την Κοινή Δράση με άλλες δυνάμεις και ταυτόχρονα να θέτει σαν προαπαιτούμενο την αποδοχή της πολιτικής του πλατφόρμας; Τι άλλο από μια μεθόδευση προβολής του ως «ηγετικής δύναμης», ακόμη και αν αυτό γίνεται σε βάρος της όποιας δυνατότητας αντιμετώπισης του πολιτικού ζητήματος που τίθεται κάθε φορά; Μια προβολή χρειαζούμενη σε ένα άλλο πεδίο και το οποίο τους ενδιαφέρει περισσότερο. Ας το δούμε λίγο.
Οι εκλογές σε οποιοδήποτε πεδίο είναι σίγουρα μια πολιτική μάχη με τους δικούς της κάθε φορά όρους, τη σημασία της κ.λπ. Για μια «ανατρεπτική» (πόσο μάλλον κομμουνιστική) οργάνωση, το κέντρο βάρους δεν βρίσκεται σ’ αυτές. Βρίσκεται «στον δρόμο». Με αυτό ως δεδομένο, τι σημαίνει να ανακηρύσσεται κάθε εκλογική διαδικασία ως «μάχη των μαχών»; Και τι σημαίνει το σύνθημα που κάθε φορά επαναλαμβάνεται ως επωδός; «Να πέσει η κυβέρνηση». Και μετά; Να ξαναπέσει. Και πιο ύστερα; Να μεταξαναπέσει κ.ο.κ. Πώς εξηγείται η «ευλυγισία» στη διαμόρφωση εκλογικών σχημάτων σε αντίθεση με τη «δυσκαμψία» που εκδηλώνεται σε ένα ζήτημα χαμηλότερων πολιτικών απαιτήσεων όπως είναι η Κοινή Δράση; Πώς συμβιβάζεται και πώς εξηγείται το υποτιθέμενο αντι-ΕΕ μένος με τη συμμετοχή στις Ευρωεκλογές, μια διαδικασία που «νομιμοποιεί» την ΕΕ και αποπροσανατολίζει τον κόσμο;
Το πρόβλημα και οι συνέπειές του
Στοιχεία απάντησης στο ερώτημα μπορούμε να εντοπίσουμε στις αποφάσεις της 5ης Συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εκεί που αναφέρεται στις διαφορετικές απαντήσεις που διαγράφονται στο πλαίσιό της σε σχέση με ένα κρίσιμο ερώτημα. Στο αν, δηλαδή, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα κινηθεί σε κατεύθυνση αντικαπιταλιστική επαναστατική ή θα κινηθεί σε τροχιά «αναζήτησης σχήματος αναρρίχησης στο πολιτικό σκηνικό».
Εδώ το πρόβλημα, εδώ και η απάντησή του. Στο γεγονός ότι σημαντικό μέρος της καθοδηγητικής ελίτ αυτού του χώρου εκείνο στο οποίο προσβλέπει είναι η ανάδειξή του στο πολιτικό προσκήνιο. Μια επιδίωξη που, ας σημειωθεί, βρίσκεται σε αντίθεση με τις αγωνιστικές διαθέσεις της πλειοψηφίας των μελών της και εκείνων που προσβλέπουν έντιμα στην οικοδόμηση κομμουνιστικού κινήματος. Μια αντίφαση ή αλλιώς ένα πρόβλημα που δεν είναι απλά και μόνο αυτού του χώρου. Είναι πρόβλημα του κινήματος.
Όπως και να ‘χει και με βάση αυτά τα δεδομένα, μόνο ανεξήγητες δεν είναι εν τέλει οι συνέπειες. Όπως αυτές που αναφέρονται στο 5ο Συνέδριο του ΝΑΡ. «Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και συνολικά το κοινωνικό αντικαπιταλιστικό ρεύμα βρίσκεται εδώ και καιρό σε κρίση και υποχώρηση».
Η άποψη της ανατροπής
Όσον αφορά την άποψη της ανατροπής του συστήματος.
Τίθενται κατά βάση δύο ερωτήματα. Πρώτον, αν είναι αναγκαία αυτή η ανατροπή. Δεύτερον, αν είναι εφικτή. Ένα ερώτημα με το οποίο είναι συνυφασμένο ένα ακόμη. Εκείνο που αφορά τη δυνατότητα οικοδόμησης μιας άλλης κοινωνίας στη θέση της σημερινής καπιταλιστικής.
Ως προς το πρώτο ερώτημα. Η απάντηση βρίσκεται σ’ αυτά που βιώνουμε και στα οποία, ως έναν βαθμό αναφέρθηκα στο πρώτο κιόλας κεφάλαιο αυτού του κειμένου. Στο τι προσφέρει στον κόσμο το καπιταλιστικό ιμπεριαλιστικό σύστημα, πού τον οδηγεί. Ένα καθεστώς εκμετάλλευσης χωρίς όρια των πλατιών λαϊκών μαζών και διαμόρφωσης όρων εξαθλίωσης σε μεγάλα τμήματά τους.
Καταπίεσης όλων των μορφών και σε μια λογική υπεράσπισης αυτού του καθεστώτος απέναντι στις δίκαιες διεκδικήσεις των λαϊκών μαζών.
Ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων που κομματιάζουν χώρες και μακελεύουν λαούς. Επεμβάσεις που δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά, αλλά που αποτελούν ένα διαρκές συστατικό- οργανικό στοιχείο της λειτουργίας αυτού του συστήματος.
Ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και ανταγωνισμοί που παροξύνονται συνεχώς, διαμορφώνοντας όρους ακόμη και ενός ολοκληρωτικού πολέμου, θέτοντας έτσι ζήτημα ύπαρξης συνολικά για την ανθρωπότητα. Αυτά είναι που σε γενικές γραμμές «προσφέρει» στον κόσμο το καπιταλιστικό, ιμπεριαλιστικό σύστημα και αυτά είναι που θα συνεχίζει να προσφέρει, καθώς ούτε θέλει ούτε μπορεί να λειτουργήσει με διαφορετικό τρόπο. Με αυτά τα δεδομένα η αναγκαιότητα της επανάστασης δεν είναι απλά ένα θεώρημα που κάπως γεννήθηκε στη σκέψη κάποιων. Η αναγκαιότητα οικοδόμησης μιας άλλη κοινωνίας δεν είναι μια κάποια θεωρητική σύλληψη. Αποτελεί έκφραση της ιστορικής αναγκαιότητας να περάσει η ανθρωπότητα σε ένα άλλο, ένα ανώτερο στάδιο κοινωνικής συγκρότησης. Η αναγκαιότητα ανατροπής αυτού του συστήματος δεν είναι απλά μια ακόμη πολιτική άποψη. Τείνει στο να αναδεικνύεται και σαν όρος ακόμα και της επιβίωσης συνολικά της ανθρωπότητας.
Τη δική του και κρίσιμου χαρακτήρα απάντηση ζητά το δεύτερο ερώτημα. Το κατά πόσο, δηλαδή, αυτή η ανατροπή είναι εφικτή. Πολύ περισσότερο, καθώς βιώνουμε μια περίοδο καθολικής επικράτησης του καπιταλιστικού συστήματος. Ταυτόχρονα, μια περίοδο αποδυνάμωσης όλων των παραγόντων που συνέθεταν την ισχύ της άλλης πλευράς. Μια περίοδο των πιο αρνητικών συσχετισμών για τους λαούς και το κίνημα. Ως προς αυτό το ερώτημα, οι απαντήσεις μπορούν να αναζητηθούν σε δύο κατά βάση πεδία.
Το πρώτο αφορά στο τι μας έχει δείξει η ιστορία. Το δεύτερο, και αποφασιστικής σημασίας, το τι μας δείχνει και τι υπαγορεύει η σημερινή πραγματικότητα.
Οι απαντήσεις της ιστορίας
Όσον αφορά το πρώτο, θα αρκούσε ίσως να υπενθυμίσω ότι η ιστορία έχει κιόλας δώσει τις απαντήσεις της. Η Οκτωβριανή Επανάσταση, η δημιουργία του σοσιαλιστικού κράτους, το επαναστατικό κύμα που άλλαξε τη μορφή του κόσμου, αποτελούν τις πιο πειστικές απαντήσεις στο ερώτημα για το αν είναι εφικτή.
Χρήσιμη εδώ μια αναφορά στους όρους που κατέστησαν δυνατή, που οδήγησαν σ’ αυτή την ανατροπή. Όχι τόσο για ιστορικούς λόγους. Ούτε σαν απάντηση σε διάφορες απόψεις που την θέλουν σαν μια «συμπτωματική παρένθεση» της ιστορίας, που δεν μπορεί να επαναληφθεί. Χρήσιμη κυρίως επειδή η κατανόηση των όρων που οδήγησαν σε μια τέτοια εξέλιξη μας βοηθάει στο να κατανοήσουμε το πώς τίθεται το ζήτημα και σήμερα.
Το όραμα μιας άλλης κοινωνίας είναι πανάρχαιο. Πάντα οι κολασμένοι της γης οραματίζονταν μια άλλη κοινωνία, μια κοινωνία δικαίου. Αμέτρητες οι εξεγέρσεις τους και άλλες τόσες οι φορές που πνίγηκαν στο αίμα από τους δυνάστες των λαών. Η μεγάλη αλλαγή έρχεται με την κυριάρχηση του καπιταλιστικού συστήματος. Μια εξέλιξη που μαζί με όλα τα άλλα έφερε στο προσκήνιο της ιστορίας και έναν ακόμη παράγοντα. Τη δημιουργία μιας πολυπληθούς εργατικής τάξης. Μιας τάξης απαραίτητης για τη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος. Ταυτόχρονα, άγρια εκμεταλλευόμενης από το κεφάλαιο και καταπιεζόμενης από τους μηχανισμούς του.
Απέναντι σ’ αυτά, η εργατική τάξη αρχίζει σιγά-σιγά να αντιδρά, να αντιστέκεται, να διεκδικεί, να πολιτικοποιείται. Σταθμοί σ’ αυτή την πορεία πάλης υπήρξαν οι εξεγέρσεις του 1848, η Κομμούνα του Παρισιού, το Σικάγο του 1896. Ταυτόχρονα, στο ίδιο διάστημα αρχίζουν να βγαίνουν ξανά στο ιδεολογικό και πολιτικό προσκήνιο αντιλήψεις σοσιαλιστικού προσανατολισμού. Αντιλήψεις που μπορεί να εμπεριείχαν στοιχεία ουτοπικού χαρακτήρα, συνέβαλαν, ωστόσο, στη διαδικασία πολιτικοποίησης της εργατικής τάξης.
Η τομή σ’ αυτό το πεδίο ήρθε με το έργο των Μαρξ και Ένγκελς, που πρόσφερε μια συνολική και συγκροτημένη μορφή κομμουνιστικής κοσμοαντίληψης και θεωρίας.
Η σύνδεση που άλλαξε την ιστορία
Με βάση αυτά τα δεδομένα εξελίχθηκε μια διαδικασία σύμφυσης του εργατικού κινήματος με την κομμουνιστική κοσμοαντίληψη και ιδεολογία. Μια εξέλιξη που σε μια πορεία οδήγησε στη συγκρότηση αυτού που μπορεί να χαρακτηριστεί σαν Εργατικό Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κίνημα (ΕΕΚΚ). Μια σύμφυση που αποτέλεσε τομή όχι απλά και μόνο στην πορεία του εργατικού κινήματος, αλλά συνολικά της ανθρωπότητας.
Αυτό είχε δύο αποφασιστικής σημασίας αποτελέσματα και σε πλήρη συνάρτηση ανάμεσά τους. Πρώτο, το ότι η εργατική τάξη ενσωματώνοντας την κομμουνιστική κοσμοαντίληψη μπόρεσε να προωθήσει τη συγκρότησή της σε ένα ανώτερο ιδεολογικό, πολιτικό επίπεδο. Δεύτερο, το ότι το όραμα μιας άλλης κοινωνίας, από προσδοκία που σε έναν βαθμό εμπεριείχε και ουτοπικά στοιχεία, το ανύψωσε σε πολιτικό ζητούμενο. Ένα ζητούμενο που στηριζόταν πλέον στις διαθέσεις και τις δυνατότητες μιας κοινωνικής τάξης και ικανής να το υλοποιήσει. Η Οκτωβριανή Επανάσταση και η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Ρωσία (και όχι μόνο) αποτέλεσαν την κορύφωση αυτής της εξέλιξης, αλλά και την αδιάψευστη απόδειξη των δυνατοτήτων του ΕΕΚΚ.
Μια εξέλιξη που, όπως ήδη ανέφερα, δεν άλλαξε μόνο τη μορφή της Ρωσίας, αλλά συνολικά του κόσμου.
Ζητήματα συσχετισμών
Μόνο τυχαίο δεν είναι το ότι αυτά τα δεδομένα της ιστορίας το σύστημα επιχειρεί να τα «διαγράψει» από τις μνήμες των ανθρώπων. Βεβαίως, κάτι τέτοιο δεν είναι και τόσο εύκολο. Αυτός είναι και ο λόγος που περνούν και σε μια άλλης μορφής αντιμετώπιση του ζητήματος. Στις προσπάθειες προβολής της άποψης πως κάτι τέτοιο δεν είναι πλέον δυνατό στις σημερινές συνθήκες. Εκείνα που υποστηρίζονται είναι πως οι σημερινοί συσχετισμοί είναι διαφορετικοί. Πως το σύστημα έχει ισχυροποιηθεί και έχει αναπτύξει πανίσχυρους και πολύμορφους μηχανισμούς ελέγχου και σταθεροποίησης της κυριαρχίας του. Πως η εργατική τάξη έχει χάσει πια τον ρόλο και τη σημασία της στον παραγωγικό οικονομικό σχηματισμό με βάση τις νέες επιστημονικό-τεχνικές εφαρμογές, την τεχνητή νοημοσύνη κ.λπ. Πως κινείται σε μια τροχιά ενσωμάτωσης στο σύστημα. Πως το κομμουνιστικό κίνημα έχει ηττηθεί οριστικά και πως ο σοσιαλισμός έχει αποδειχτεί ως ουτοπία κ.λπ.
Ας αναφερθώ κατ’ αρχάς στο ζήτημα του συσχετισμού.
Από γενική άποψη, τόσο η ιστορία όσο και η απλή λογική μάς λένε ότι κανένας συσχετισμός δεν είναι αιώνιος και αμετακίνητος. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας όσον αφορά αυτό το ζήτημα χαρακτηρίζεται από μια διαρκή μεταβολή των συσχετισμών και σε όλα τα πεδία. Αυτές οι μεταβολές είναι νομοτελειακού χαρακτήρα και τέτοιες που δεν μπορούν να υπαχθούν στις διαθέσεις της α ή β κοινωνικής ή πολιτικής δύναμης. Από εκεί και πέρα το πότε, υπό ποιους όρους και μέσα από ποιες διεργασίες συντελείται κάτι τέτοιο, είναι ένα άλλο ζήτημα.
Το πεδίο των απαντήσεων
Όσον αφορά τώρα το πώς τίθεται το ζήτημα στις σημερινές συνθήκες, η βάση των απαντήσεων μπορεί να αναζητηθεί στις αντιθέσεις της εποχής μας. Διανύουμε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος. Ενός συστήματος που οι συνέπειες της λειτουργίας του πλήττουν την μεγάλη πλειοψηφία των λαών της γης. Που διαμορφώνουν σχέσεις αντίθεσης με το σύστημα, που δημιουργούν αισθήματα αποστροφής και που όλο και περισσότερο οδηγούν στην εμφάνιση και ισχυροποίηση τάσεων ΑΡΝΗΣΗΣ αυτού του συστήματος. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που δεν αναιρείται από το ότι αυτή η αντίθεση δεν εκδηλώνεται πάντα με ενεργό τρόπο, ούτε με το ότι αυτή η άρνηση μπορεί να παίρνει κάποιες φορές έως και στρεβλή μορφή.
Το γεγονός είναι ότι εδώ έχουμε ένα πλειοψηφικό κοινωνικό σώμα που εν δυνάμει εμπεριέχει τη δυνατότητα δημιουργίας ενός άλλου συσχετισμού. Βεβαίως, αυτό δεν αρκεί από μόνο του. Το ζήτημα βρίσκεται στο αν και υπό ποιους όρους αυτή η ΑΡΝΗΣΗ μπορεί να μετασχηματισθεί σε ΘΕΣΗ. Βρίσκεται στο αν οι διαθέσεις αυτού του κόσμου μπορούν να συγκροτηθούν σε δύναμη αναμέτρησης με το σύστημα.
Απόψεις και «ιδέες»
Σε σχέση με τα ζητήματα που αντιμετωπίζει η πάλη των λαών και το πώς αυτά μπορούν να αντιμετωπισθούν, διατυπώνονται σειρά απόψεων και προτάσεων από πλευράς του εν γένει αριστερού χώρου,
Απόψεις που εκκινούν από εκκλήσεις για ενότητα της Αριστεράς, που θέτουν σαν αναγκαιότητα την εκπόνηση ενός ολοκληρωμένου προγράμματος, τη διατύπωση μιας συγκροτημένης στρατηγικής και φθάνουν στο να θέτουν σαν πρωταρχικό τη δημιουργία επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος.
Προτάσεις που, κατά την άποψή μου, προσπερνούν σημαντικά προβλήματα της σημερινής κατάστασης και περισσότερο επιχειρούν να τα φέρουν στα μέτρα των επιδιώξεων και της πολιτικής τους. Χαρακτηριστική η άποψη για «ενότητα της αριστεράς» που, υπό τις σημερινές συνθήκες, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο στη βάση των κυρίαρχων σήμερα στον χώρο της Αριστεράς οπορτουνιστικών απόψεων. Όσο για τα άλλα, θα αναφερθώ ειδικότερα στη συνέχεια.
Ζητήματα ταξικής φύσης
Όσο με αφορά, βασική κεντρική θέση στο πώς αντιμετωπίζω τα θέματα που τίθενται έχει το ζήτημα της εργατικής τάξης. Αναφέρθηκα ήδη ως έναν βαθμό στις προηγούμενες σελίδες. Εδώ θα ήθελα να το θέσω κατ’ αρχάς και από μια άλλη πλευρά και με μια έννοια ξεκινώντας «αντίστροφα». Στην τρέχουσα φιλολογία θα συναντήσουμε πολλές αναφορές για την ισχύ και τον ρόλο που έχουν οι πολύμορφοι και πολυπλόκαμοι μηχανισμοί στην επιβολή και διασφάλιση της κυριαρχίας του συστήματος. Όλα αυτά είναι υπαρκτά και οπωσδήποτε έχουν τον ρόλο και τη σημασία τους στη διασφάλιση της κυριαρχίας και αναπαραγωγής του καπιταλιστικού συστήματος.
Εκείνο, ωστόσο, που θα ‘θελα να επισημάνω και να υπογραμμίσω είναι η σημασία της δύναμης που βρίσκεται «πίσω» από αυτούς τους μηχανισμούς. Της ίδιας της αστικής τάξης. Για να το θέσω και κάπως διαφορετικά, η κυριαρχία της αστικής τάξης εδράζεται πρώτα και πάνω απ’ όλα… στην ίδια την αστική τάξη. Στη συγκρότησή της στη βάση των κοινών της συμφερόντων. Στην κοινή συνείδηση των μελών της ότι το καπιταλιστικό σύστημα είναι αυτό που εναρμονίζεται με τη θέση, τον ρόλο, τα συμφέροντα, την κυριαρχία της. Στην κοινή θέληση να υπερασπίζεται αυτά τα συμφέροντα και αυτήν την κυριαρχία με κάθε μέσο. Σε αυτό το δεδομένο βασίζεται η δημιουργία, η συντήρηση, ανάπτυξη και λειτουργία όλων των άλλων μέσων και μηχανισμών.
Αυτές οι διαπιστώσεις υπαγορεύουν και ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα. Όπως μια κοινωνική τάξη αποτελεί τη βασική δύναμη στήριξης ενός κοινωνικού συστήματος και της κυριαρχίας της, στον ίδιο λόγο ισχύει πως μόνο μια άλλη κοινωνική τάξη μπορεί να την ανατρέψει. Μόνο μια κοινωνική τάξη μπορεί να συγκροτηθεί σε παράγοντα που θα προσελκύσει την κοινωνική πλειοψηφία και θα τη διαμορφώσει σε δύναμη ανατροπής.
Ένα δεύτερο που απλά για την ώρα υπενθυμίζω είναι πως μόνο μια κοινωνική τάξη μπορεί να αποτελέσει τη βάση οικοδόμησης μιας άλλης κοινωνίας, αλλά αυτό είναι ένα άλλο ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα.
Δύναμη ανατροπής
Μια τέτοια τάξη είναι η εργατική τάξη. Αυτή η διαπίστωση απορρέει από τη θέση της εργατικής τάξης στην παραγωγή και την κοινωνία και τα χαρακτηριστικά που με βάση αυτή τη θέση διαμορφώνει. Το αγεφύρωτο της αντίθεσής της με την κεφαλαιοκρατική αστική τάξη, τις δυνατότητες που μπορεί να αναπτύξει σε σχέση με τη συγκρότησή της σε δύναμη ανατροπής.
Αυτόν τον ρόλο δεν μπορεί να τον έχει η μικροαστική ή η μεσαία τάξη ή άλλες κοινωνικές κατηγορίες. Οι ιδεολογίες και οι πολιτικές αντιλήψεις, οι πολιτικές διαθέσεις αυτών των κοινωνικών δυνάμεων καθορίζονται και αυτές από την -«ενδιάμεση»- θέση τους στην παραγωγή, την κοινωνία, την εν γένει λειτουργία του συστήματος. Αυτή τους η κοινωνική θέση είναι και η βάση παραγωγής αυταπατών, τόσο όσον αφορά τη φύση του συστήματος όσο και των όρων που απαιτούνται για τη διαμόρφωση άλλων κοινωνικών συνθηκών ή πολύ περισσότερο για το πέρασμα σε ένα άλλο κοινωνικό σύστημα. Σύμφυτες με αυτό και οι ταλαντεύσεις τους ως προς τις πολιτικές τους επιλογές. Εδώ βρίσκονται και οι λόγοι που άλλοτε συντάσσονται με το σύστημα ενάντια στην εργατική τάξη και άλλοτε σημαντικές μερίδες τους συμπαρατάσσονται στο πλευρό της εργατικής τάξης. Μια εξέλιξη που συνδέεται με το κατά πόσο η πάλη κατ’ αρχάς της εργατικής τάξης έχει διαμορφώσει τις συνθήκες και έχει δημιουργήσει εκείνη τη δυναμική που είναι ικανή να «συμπαρασύρει» και αυτές τις κοινωνικές δυνάμεις σ’ έναν τέτοιο αγώνα. Αυτό, άλλωστε, μας το έχει δείξει πολλές φορές η ιστορία και αυτό καταδεικνύει καθημερινά η εξέλιξη της ταξικής πάλης.
Μια κοσμοϊστορική εξέλιξη
Αυτή η ιστορικού χαρακτήρα εξέλιξη φέρνει μαζί της και μια άλλη κοσμογονικών διαστάσεων. Τη δημιουργία μιας εργατικής τάξης που κάνει πλέον την παρουσία της σε παγκόσμια κλίμακα. Εκατομμύρια εκατομμυρίων εργατών κινούν στις μέρες μας τους παραγωγικούς, οικονομικούς μηχανισμούς του καπιταλιστικού συστήματος σε όλον τον κόσμο. Στις δυτικές χώρες, την Κίνα, τη Ρωσία, την Ινδία, τη Βραζιλία, σε όλο τον πλανήτη.
Αυτό που συντελείται πλέον είναι η δημιουργία μιας εργατικής τάξης σε μεγέθη που όμοιά τους δεν έχει γνωρίσει ποτέ πριν η ανθρωπότητα. Μια εργατική τάξη πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που αποτέλεσε την κοινωνική βάση των μεγάλων επαναστατικών ανατροπών του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. Συνεπώς, μια εργατική τάξη -εν δυνάμει πιο ισχυρή και ικανή να αναμετρηθεί με τις δυνάμεις του συστήματος.
Υπό έναν, ωστόσο, πρωταρχικό-θεμελιακό όρο. Την «εκ νέου» συγκρότησή της σε «τάξη για τον εαυτό της». Πριν περάσω, ωστόσο, σ’ αυτό το τόσο σημαντικό ζήτημα, ας αναφερθώ πρώτα και σε κάποια άλλα.
Η σημερινή κατάσταση
Το κρίσιμο ερώτημα βρίσκεται στο ποια είναι σήμερα η κατάσταση της εργατικής τάξης και οι δυνατότητές της με βάση το σύνολο των εξελίξεων. Παραγωγικών, οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών. Σε σχέση με αυτά και όπως ήδη έχω αναφέρει, βιώνουμε μια περίοδο επέκτασης- κυριάρχησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε παγκόσμια κλίμακα. Πέρα από τις ήδη υπάρχουσες καπιταλιστικές χώρες, σ’ αυτή την τροχιά έχουν περάσει μετά την παλινόρθωση και οι πρώην σοσιαλιστικές χώρες άσχετα με το ότι κάποιες (π.χ. Κίνα) εξακολουθούν να δηλώνουν «σοσιαλιστικές». Αυτός ο τρόπος παραγωγής επεκτείνεται με τάσεις κυριαρχίας ακόμη και σε χώρες όπου η φεουδαρχία εξακολουθεί να έχει ισχυρή θέση και ρόλο (βασικά οι μουσουλμανικές).
Στην πραγματικότητα δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά. Το προτσές καπιταλιστικοποίησης εκφράζει μια τάση ιστορικού πλέον χαρακτήρα και όσα εμπόδια κι αν συναντήσει δεν μπορεί να αναστραφεί. Δεν υπάρχει «επιστροφή» σ’ αυτό το θέμα. Οι εξελίξεις δεν μπορούν να πάνε προς τα «πίσω» αλλά μόνο «μπροστά». Και αυτό το μπροστά βρίσκεται μόνο στον σοσιαλισμό, αλλά αυτό είναι ένα άλλο κεφάλαιο.
Για κάποια αστικά θεωρήματα
Στην αστική -και όχι μόνο- φιλολογία, χρόνια τώρα, διατυπώνονται διάφορες θεωρίες. Για «εξαφάνιση» της εργατικής τάξης με βάση τις νέες επιστημονικό-τεχνικές ανακαλύψεις, την αυτοματοποίηση, την ρομποτοποίηση και εσχάτως την τεχνική νοημοσύνη κ.λπ. Για ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στο σύστημα και άλλες, που κοινός τους παρανομαστής είναι η υποβάθμιση του ρόλου, της σημασίας και των δυνατοτήτων της. Ας αναφερθώ όσο πιο σύντομα γίνεται, μια και σε όλα αυτά έχω επίσης τοποθετηθεί με άλλες αφορμές. Η εργατική τάξη, στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος, απλώς δεν γίνεται να «εξαφανιστεί». Η «ψυχή», το «καύσιμο» του κεφαλαίου είναι η υπεραξία που αντλεί από την ανθρώπινη εργασία. Κανένα τεχνολογικό προϊόν, όσο προηγμένο κι αν είναι, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εργατική δύναμη σε αυτόν τον ρόλο. Ο άνθρωπος είναι ο μόνος συντελεστής που η φύση στην εξελικτική της πορεία και η αντίστοιχη κοινωνική, τον έχουν προικίσει με εκείνες τις ιδιότητες, ικανότητες, δεξιότητες που τον κάνουν ικανό να παράγει αξίες μεγαλύτερες από όσες απαιτούνται για την απλή αναπαραγωγή του.
Δεύτερον, η εργατική τάξη δεν γίνεται να «ενσωματωθεί» (με την έννοια που υποστηρίζουν) στο σύστημα, για τον απλούστατο λόγο ότι κάτι τέτοιο θα συνεπάγονταν ουσιαστικά την κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Μια τέτοια «ενσωμάτωση» η πρώτη που δεν θα την ήθελε είναι η ίδια η κεφαλαιοκρατική αστική τάξη. Εκείνο που σταθερά επιδιώκει είναι η υποταγή της εργατικής τάξης, η πειθάρχηση της στις νόρμες του κεφαλαίου, η αποσυγκρότηση της. Αν αυτό, και στον όποιο βαθμό το πετυχαίνει κάθε φορά, χαρακτηρίζεται σαν «ενσωμάτωση» της εργατικής τάξης, δεν σημαίνει κιόλας ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Αυτή η αλήθεια βρίσκεται στη διαρκή και αγεφύρωτη αντίθεση της εργατικής τάξης με το κεφάλαιο. Αυτή αποτελεί τον διαρκή και αμετακίνητο παράγοντα στη διαμόρφωση και εξέλιξη της σχέσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργατική τάξη. Από εκεί και πέρα, το ποιες μορφές θα παίρνει αυτή ανάλογα τις συνθήκες και τους συσχετισμούς είναι άλλο ζήτημα.
Σε τελευταία ανάλυση, αν θέλουμε να βρούμε το «νέο» με τη μεγαλύτερη επίδραση στην εξέλιξη της ταξικής πάλης, αυτό δεν θα το συναντήσουμε στις τεχνοεπιστημονικές εξελίξεις αλλά στην εμφάνιση αυτής της παγκόσμιας πλέον εργατικής τάξης.
Οι εξελίξεις στο τεχνοεπιστημονικό πεδίο, σίγουρα σημαντικές και με επίδραση σε επίσης σημαντικές αλλαγές στις μορφές λειτουργίας του συστήματος, αλλά όχι στη φύση και τους βασικούς όρους λειτουργίας του. Και εκείνο που οπωσδήποτε δεν μπορούν να αλλάξουν είναι τη βασική αντίθεση που χαρακτηρίζει την ύπαρξη της καπιταλιστικής κοινωνίας. Την αντίθεση κεφαλαίου εργατικής τάξης. Την ταξική πάλη που γεννάει αυτή η αντίθεση. Μια πάλη που η τέτοια ή αλλιώτικη έκβασή της θα κρίνει και την πορεία του κόσμου.
Ένα σύνθετο και πολύμορφο προτσές
Για να μπορέσει αυτή η νέα παγκόσμια εργατική τάξη να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του ιστορικού της ρόλου, υπάρχει μια θεμελιώδης προϋπόθεση. Να συγκροτηθεί σε «τάξη για τον εαυτό της».
Είναι γεγονός ότι αυτή η συγκρότηση έχει να αντιμετωπίσει σημαντικά προβλήματα και δυσκολίες. Ότι έχει μια μεγάλη διαδρομή μπροστά της. Προβλήματα που συνδέονται με τις συνέπειες της ήττας του ΕΕΚΚ, την παλινόρθωση, τους αρνητικούς συσχετισμούς που έχουν διαμορφωθεί. Προβλήματα που συνδέονται επίσης με τις διαφορετικές συνθήκες στον κόσμο αλλά και σε κάθε χώρα ξεχωριστά. Τις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές συνθήκες. Τη διαφορετική «ιστορία» που κουβαλάει στις αποσκευές της η εργατική τάξη της κάθε χώρας, τον διαφορετικό της βηματισμό. Με τους δικούς του τρόπους θα εξελίσσεται στις αναπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες, με διαφορετικούς σε χώρες όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία, η Βραζιλία και διαφορετικούς σε χώρες στις οποίες επεκτείνεται ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι το προτσές συγκρότησης της εργατικής τάξης θα είναι σύνθετο και πολύμορφο και κατά το μάλλον μακρόχρονο. Ότι θα εξελίσσεται με διαφορετικούς ρυθμούς, μορφές και τρόπους σε κάθε περιοχή. Ότι θα συναντά εμπόδια και δυσκολίες που θα προκαλούν καθυστερήσεις, που μπορεί να οδηγούν σε «αποπροσανατολισμούς» ή ακόμη και σε εκτροπές πορείας. Ένα δεν μπορούν να κάνουν. Να αναιρέσουν οριστικά αυτό που αποτελεί ιστορική τάση. Αυτή που γεννιέται στη βάση της αντίθεσης εργασίας-κεφαλαίου και που αναπόφευκτα θα οδηγήσει στη συγκρότηση της εργατικής τάξης. Ήδη εξελίσσονται σειρά εργατικών αγώνων σε όλες σχεδόν τις χώρες. Μικροί, μεγάλοι, αυτής ή εκείνης της μορφής, αυτών ή εκείνων των στοχεύσεων, με τις δυνατότητες και τις αδυναμίες που εμφανίζουν, με τις επιτυχίες και τις αποτυχίες τους. Αγώνες που αργά, βασανιστικά, διαμορφώνουν το πεδίο όπου σχηματίζονται και οικοδομούνται τα στοιχεία της απάντησης στο ζήτημα. Αναμφίβολα βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή. Ή αν θέλετε, στην αρχή της αρχής. Άλλο τόσο βέβαιο, ωστόσο, είναι ότι αυτή η διαδικασία έχει κιόλας ξεκινήσει.
Όροι και προϋποθέσεις
Αυτή η πορεία συγκρότησης έχει τους όρους και τις προϋποθέσεις της. Η ολοκλήρωσή της σηματοδοτείται από τη συγκρότησή της στο ανώτερο ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο. Άλλωστε, μόνο μέσω μιας τέτοιας συγκρότησης μπορεί να καταστεί ικανή να επιτελέσει τον ιστορικό της ρόλο.
Αν αυτό είναι αναγκαίο, άλλο τόσο είναι και αναπόφευκτο. Αυτή η άποψη δεν βασίζεται (ή δεν βασίζεται μόνο) στο ότι έτσι εξελίχθηκαν τα πράγματα σε μια προηγούμενη ιστορική περίοδο. Βασίζεται στο ότι οι θεμελιώδεις παράγοντες που επέδρασσαν τότε σε μια ορισμένη κατεύθυνση εξακολουθούν να έχουν τον ρόλο τους και σήμερα.
Παραμένει στο ακέραιο ο θεμελιώδης παράγοντας. Η αντίθεση εργασίας- κεφαλαίου. Η αναπόφευκτη αντίσταση, αντίδραση της εργατικής τάξης στην εκμετάλλευση και την καταπίεσή της. Η ανάπτυξη της διεκδικητικής της πάλης. Με βάση αυτά τα δεδομένα, εκείνο που συνέβαινε και θα συνεχίσει να συμβαίνει είναι το ότι η εργατική τάξη, αναπτύσσοντας μέσα από διάφορες μορφές τη διεκδικητική της πάλη, αναπόφευκτα θα συναντήσει τα «όρια» αυτών των μορφών. Άλλο τόσο αναπόφευκτα θα αναζητήσει τρόπους, δρόμους και μορφές υπέρβασης αυτών των ορίων.
Την αφετηριακή βάση συγκρότησης της εργατικής τάξης αποτελεί η συνειδητοποίηση της κοινότητας των συμφερόντων της. Αυτή που την τοποθετεί ως κοινωνικό σώμα στην αντίθετη πλευρά από εκείνη του κεφαλαίου και της αστικής τάξης. Μια συνειδητοποίηση που την ωθεί στην πραγματοποίηση διεκδικητικών αγώνων και στις πρώτες μορφές οργανωτικής της συγκρότησης. Αγώνων που αναπόφευκτα οδηγούν σε αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις με τους μηχανισμούς του συστήματος και στην όλο και πιο προωθημένη «αναγνώριση» της αντίθεσής της με την αστική τάξη.
Μια διαδικασία που όπως κιόλας αναφέρθηκα έχει τα όριά της. Η υπέρβασή τους έχει σαν όρο το προχώρημα σε μια πορεία συγκρότησής της στο ιδεολογικό και πολιτικό πεδίο.
Για το ζήτημα της ιδεολογίας
Θεμελιώδες ζήτημα για την οικοδόμηση όρων «συνοχής» και συγκρότησης της εργατικής τάξης αποτελεί η διαμόρφωση της ιδεολογίας της και σε επίπεδα που να αποτελεί «κοινό τόπο» για το μεγαλύτερο μέρος της. Αυτής που θα εκφράζει τη θέση της στην κοινωνία, τις βλέψεις και διεκδικήσεις της. Τις προσδοκίες, τους στόχους, τα οράματα, την εν γένει κοσμοαντίληψή της. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα, μπορεί να παρατηρηθεί πως η εργατική τάξη έχει ήδη την ιδεολογία της.
Αυτήν που έχει διαμορφωθεί μέσα από την πορεία του ΕΕΚΚ και τη συμβολή μεγάλων διανοητών και πρωτοπόρων επαναστατών κομμουνιστών. Συνεπώς, αυτό που μένει είναι η αναγκαιότητα τού να «εισαχθεί» αυτή η ιδεολογία στο σώμα και την κίνηση της εργατικής τάξης από τους φορείς αυτής της ιδεολογίας.
Όσο με αφορά, θεωρώ μια τέτοια άποψη από ατελή έως λαθεμένη και αποπροσανατολιστική. Αναμφίβολα οι θεωρητικές ιδεολογικές αντιλήψεις που έχουν διαμορφωθεί μέσα από αυτή την πορεία αποτελούν μια βάση που έχει ακόμη να προσφέρει πολλά. Μια πολύτιμη παρακαταθήκη στην οποία μπορούμε να βασιστούμε, αλλά όχι να αρκεστούμε σε αυτήν. Ας εξηγηθώ περισσότερο. Αν παρατηρήσουμε την ιστορική εξέλιξη του ζητήματος -στις αδρές του μορφές- εκείνο που μας δείχνουν είναι ότι το έργο των Μαρξ-Ένγκελς αποτέλεσε την αφετηρία και τη θεωρητική βάση της εργατικής κομμουνιστικής ιδεολογίας και κοσμοαντίληψης. Όχι όμως και το «τέλος».
Εκείνο που μας έδειξε η πορεία των πραγμάτων είναι πως ο Λένιν βασίστηκε στο έργο τους, αλλά δεν αρκέστηκε σε αυτό. Πρόσθεσε, ενσωμάτωσε και τα δικά του στοιχεία «ανάγνωσης» των εξελίξεων. Των ζητημάτων που ακατάπαυστα αναδείκνυε η ταξική πάλη και που ζητούσαν τις δικές τους «πρωτότυπες» απαντήσεις. Ανάλογα λειτούργησαν ο Στάλιν, ο Μάο κ.ά.
Με παρόμοιο τρόπο τίθεται το ζήτημα και σήμερα, καθώς μια σειρά νέων ζητημάτων έχουν τεθεί και ζητούν τις απαντήσεις τους. Απαντήσεις που χρειάζεται να ενσωματωθούν στο υπάρχον θεωρητικό, ιδεολογικό σώμα, να το αναπτύξουν, να το εξελίξουν και σε επίπεδα που να ανταποκρίνεται στις σημερινές απαιτήσεις.
Ζητημάτων όπως η παλινόρθωση και η ήττα, όπως και εκείνα που έθεσε η ΜΠΠΕ. Αυτά που θέτουν οι εντελώς νέες και διαφορετικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στον κόσμο. Η δημιουργία μιας παγκόσμιων διαστάσεων εργατικής τάξης και με πολύμορφα χαρακτηριστικά. Τα στοιχεία που αναδείχνει και θα συνεχίσει να αναδείχνει η επίσης πολύμορφη ταξική πάλη των καιρών μας.
Συντελεστές ιδεολογικών διαμορφώσεων
Γεννιέται εδώ ένα ερώτημα. Με ποιους τρόπους, από ποιους, μέσα από ποιους δρόμους και με ποια διαδικασία μπορεί να απαντηθεί αυτό το ζήτημα;
Την υπαρκτή άποψη πως μια τέτοια αρμοδιότητα ανήκει στους υπάρχοντες φορείς της κομμουνιστικής κοσμοαντίληψης την θεωρώ ανεπαρκή και όχι πάντα «αθώα». Πέρα από το πώς προσεγγίζω συνολικότερα το ζήτημα, το θέμα είναι ότι αυτοί οι υποτιθέμενοι φορείς δεν είναι σήμερα και στα «καλύτερά τους». Χωρίς να διαγράφω τον όποιο ρόλο τους -τουλάχιστον όχι όλων- θεωρώ ότι το ζήτημα απαιτεί ευρύτερη προσέγγιση.
Όσον αφορά το ποιοι μπορεί να είναι οι συντελεστές μιας τέτοιας εξέλιξης, θα τους προσδιόριζα ως εξής.
Το υπάρχον σώμα θεωρητικών, ιδεολογικών, πολιτικών αντιλήψεων που έχει διαμορφώσει το κομμουνιστικό κίνημα. Η ταξική πάλη και τα ζητήματα που αναδείχνει και ειδικότερα η πάλη της εργατικής τάξης, οι «απαντήσεις» που δίνει μέσα από αυτήν. Τα δρώντα πολιτικά υποκείμενα, πολιτικοί σχηματισμοί, διανοητές κ.λπ.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει. Ποιος ο ρόλος του κάθε συντελεστή, ποιο το ειδικό βάρος του καθένα, πώς συνδέονται, συμπλέκονται, αλληλεπιδρούν μέσα από ποιες διεργασίες και διαδικασίες.
Η «πρωτογενής» διαδικασία
Χρειάζεται να σταθούμε λίγο περισσότερο σε ένα ζήτημα. Στο κατά πόσο, δηλαδή, η ιδεολογία της εργατικής τάξης διαμορφώνεται «αυτοφυώς» από την ίδια, πόσο ισχύει η άποψη πως η ιδεολογία της «εισάγεται» από τα έξω (από πολιτικούς φορείς, διανοούμενους, την επιστημονική διερεύνηση του ζητήματος κ.λπ.).
Όσο με αφορά, θεωρώ πως οι ιδεολογικές αντιλήψεις που «παράγονται» σε κάθε κοινωνική περιοχή είναι, κατ’ αρχάς τουλάχιστον, εκείνες που εκπηγάζουν και αντιστοιχούν στις κοινωνικές συνθήκες και στο πώς τις βιώνουν τα μέλη αυτών των περιοχών. Αυτό ισχύει για όλες τις κοινωνικές δυνάμεις, τάξεις, κοινωνικές κατηγορίες κ.λπ. Ταυτόχρονα, χρειάζεται να παίρνονται υπόψη και ορισμένοι άλλοι παράγοντες. Το γεγονός της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στις διάφορες αντιλήψεις, καθώς ούτε οι κοινωνικοί χώροι διαχωρίζονται στεγανά, ούτε και αναιρείται η δυνατότητα των ιδεών να «ταξιδεύουν» από τη μια κοινωνική περιοχή στην άλλη. Δεύτερο, η δυνατότητα των κυρίαρχων δυνάμεων να επιδρούν στη διαμόρφωση αντιλήψεων στην κοινωνία με όλα τα μέσα και τους μηχανισμούς που διαθέτουν. Από το σχολείο και την εκκλησία μέχρι τη σημερινή κυριαρχία τους στα ΜΜΕ. Πάνω απ’ όλα, με τον «πειθαναγκασμό» που επιβάλλει η κυριαρχία τους σε όλα τα πεδία. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι μπορεί και να «ξεριζώσει» αυτό που πρωτογενώς παράγεται σε κάθε κοινωνική περιοχή και να το εξαφανίσει επιβάλλοντας την αδιατάραχτη κυριαρχία των αντιλήψεών τους και εις το διηνεκές. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε δεν θα είχαμε αυτή την ατελείωτη σειρά εξεγέρσεων στην πορεία της ανθρωπότητας, ανεξάρτητα των μορφών και της κατάληξής τους. Την είχαμε διότι, ακόμη και στις πιο σκοτεινές περιόδους (του Μεσαίωνα λ.χ.), αυτό που βίωναν οι κολασμένοι της γης παρέμενε πεισματικά γαντζωμένο στον πυρήνα των αντιλήψεών τους και κατά καιρούς έπαιρνε φωτιά.
Για τη διαμόρφωση της εργατικής ιδεολογίας
Το ίδιο ισχύει και για την εργατική τάξη. Τα βασικά στοιχεία των αντιλήψεών της παράγονται πρωτογενώς, όχι «έξω» απ’ αυτήν αλλά μέσα από τις συνθήκες της ζωής της. Οι «ιδέες» της παράγονται από τη συνειδητοποίηση της εκμετάλλευσης που υφίσταται, της καταπίεσης που βιώνει, της αντίθεσης που την φέρνει αντιμέτωπη με το κεφάλαιο..
Σχηματίζονται, κατ’ αρχάς, σε μορφές διεκδίκησης καλύτερων συνθηκών, οικονομικών, κοινωνικών. Στην πορεία και μέσα από τις συγκρούσεις της με το κεφάλαιο «μετασχηματίζονται» σε «ιδέες» συνολικότερων και πιο ριζοσπαστικών διεκδικήσεων, έως και το επίπεδο οραματισμών μιας άλλης κοινωνίας.
Είναι γεγονός ότι με βάση τις συνθήκες της ζωής της η εργατική τάξη δύσκολα μπορεί να προχωρήσει στο να «συγκεντρώσει» αυτές τις ιδέες, να τις συνολικοποιήσει, κωδικοποιήσει και να τις μορφοποιήσει σε μια συνολική συνεκτική ιδεολογική θεώρηση. Αυτό είναι ένα έργο που, εκ των πραγμάτων και όπως άλλωστε μας έχει δείξει η ιστορία, αναλήφθηκε βασικά από πολιτικούς σχηματισμούς, διανοούμενους κ.λπ. «έξω» από την εργατική τάξη, για να «εισαχθεί» στη συνέχεια ως τέτοιο στα πλαίσιά της. Στην πραγματικότητα, βέβαια, δεν πρόκειται ακριβώς για «εισαγωγή», αλλά για μορφή «επανεισαγωγής» των στοιχείων που ανέδειξε η πάλη της εργατικής τάξης, ως συνολικό σώμα αντιλήψεων, όπως αυτό διαμορφώθηκε από την παρέμβαση αλλά και τα «φίλτρα» αυτών των «εξωτερικών» παραγόντων.
Ταυτόχρονα, έχω την άποψη ότι στη διαμόρφωση της άποψης περί «εισαγωγής» έπαιξε ρόλο και το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα στην πορεία του κινήματος. Στο γεγονός ότι πράγματι στην πλειοψηφία ίσως των χωρών της γης, η κομμουνιστική ιδεολογία και κοσμοαντίληψη «εισάχθηκε» σε μεγάλο βαθμό από τα «έξω». Μόνο που θα πρέπει να παίρνεται υπόψη το εξής δεδομένο. Το ότι αυτή η ιδεολογία γεννήθηκε και διαμορφώθηκε πρωτογενώς στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες πριν «εξαχθεί» σε όλες τις άλλες. Εκεί, δηλαδή, όπου υπήρχε ήδη αναπτυγμένο και μαχητικό εργατικό κίνημα.
Αφετηρίες και κίνητρα παρέμβασης
Πέραν αυτών θεωρώ ότι χρήσιμο είναι να δούμε και κάποιες ακόμα σημαντικές πλευρές του ζητήματος. Αυτή η «εξωτερική» παρέμβαση δεν εκκινεί απλά και μόνο από κάποιο θεωρητικό ακαδημαϊκό ενδιαφέρον ή ακόμη από ενδιαφέρον για τα προβλήματα της εργατικής τάξης. Τα κίνητρά της έχουν κατά βάση τις δικές τους αφετηρίες. Αντιθέσεις στο πλαίσιο του συστήματος εκδηλώνονται σε όλο το φάσμα της κοινωνικής διάταξης. Αντιθέσεις που μπορεί να παίρνουν μερικές φορές έως και ριζοσπαστικές μορφές σε μικροαστικές ή και μεσοαστικές περιοχές. Όσο, μάλιστα, ενισχύονται αυτές οι τάσεις, τόσο και αναζητούν ευρύτερη κοινωνική αποδοχή και πολιτική στήριξη. Συνακόλουθα, ωθούνται και στη διαμόρφωση ιδεολογικών και πολιτικών θεωρήσεων που να υπηρετούν αυτές τις αναζητήσεις.
Έχουμε, έτσι, την εμφάνιση, διαμόρφωση ιδεολογικών, πολιτικών προτάσεων που φιλοδοξούν να εκφράσουν τα συμφέροντα συνολικά των καταπιεζόμενων τάξεων και με έμφαση πολλές φορές σε κείνα της εργατικής τάξης. Προτάσεις που μπορούν να αναφέρονται και στον σοσιαλισμό, τον κομμουνισμό, τον αναρχοκομμουνισμό κ.λπ. Το ζήτημα εδώ βρίσκεται στο ότι, ανεξάρτητα κι αν γίνονται με τις πιο αγαθές προθέσεις ή υπολογισμό, συνεχίζουν κατά κανόνα να «κουβαλάν» και αντιλήψεις του χώρου που τις εξέθρεψε. Σ’ αυτή τη συνθήκη βρίσκονται οι αφετηρίες όλης της γκάμας προτάσεων ρεφορμιστικού -στην ουσία- χαρακτήρα και ανεξάρτητα της μορφής με την οποία εμφανίζονται.
Αυτές οι εκτιμήσεις δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι στην πορεία της ταξικής πάλης εμφανίστηκαν και μορφές σαν τον Μαρξ και τον Ένγκελς, το έργο των οποίων αποτέλεσε την κορυφαία έκφραση «ανάγνωσης» των δεδομένων που αναδείκνυε η ταξική πάλη. Ακόμη περισσότερο, της ανασύνθεσής τους σε μια ολοκληρωμένη και συνεκτική θεώρηση των πραγμάτων. Στη διαμόρφωση μιας κοσμοαντίληψης που αποτέλεσε τη θεωρητική ιδεολογική πολιτική βάση της συγκρότησης σε μια πορεία του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος (ΕΕΚΚ).
Το πώς τίθεται σήμερα
Με ανάλογο τρόπο τίθεται το ζήτημα και στους καιρούς μας. Τα ζητήματα που ήδη έχουν τεθεί αλλά και εκείνα που αδιάκοπα θα αναδείχνουν οι εξελίξεις, θα συνεχίσουν να ζητούν τις δικές τους απαντήσεις. Η εξέλιξη σ’ αυτό το πεδίο θα εμφανίζει τις αναλογίες της με τα προτσές της προηγούμενης ιστορικής περιόδου, χωρίς απαραίτητα να τις αντιγράφει. Μια σημαντική διαφορά λ.χ. βρίσκεται στο ότι κουβαλάει στις αποσκευές της το θεωρητικό έργο των κλασικών και τις εμπειρίες του κομμουνιστικού κινήματος. Από εκεί και πέρα, η ταξική πάλη θα συνεχίσει να αναδείχνει τα δεδομένα της. Τα πολιτικά υποκείμενα (κόμματα, οργανώσεις, διανοητές) θα συνεχίσουν να δίνουν τις όποιες δικές τους απαντήσεις.
Θα έχουμε ξανά (ήδη εξελίσσεται) τη διαδικασία της διαρκούς «επικοινωνίας» ανάμεσα σε αυτά που θα «παράγει» η πάλη της εργατικής τάξης με τα εγχειρήματα συστηματοποίησής τους από τη μεριά των ιδεολογικών πολιτικών υποκειμένων. Την «επανεισαγωγή» στο σώμα της εργατικής τάξης αυτών των θεωρητικών επεξεργασιών.
Θα τίθεται ξανά και ξανά το ερώτημα τού κατά πόσο αυτά τα εγχειρήματα ανταποκρίνονται σ’ αυτό που απαιτείται και κατά πόσο κουβαλάνε τις όποιες μικροαστικές ή και αστικές καταβολές όσων τα επιχειρούν. Δεν είναι απλά και μόνο ζήτημα προθέσεων. Κατά κύριο λόγο οφείλεται στα δεδομένα που παράγει η πραγματικότητα. Τις αντιθέσεις που χαρακτηρίζουν την κοινωνία. Τις τάσεις, τις αναζητήσεις απαντήσεων στο θεωρητικό, ιδεολογικό, πολιτικό πεδίο. Δεν έχει κανένα νόημα το να επιχειρήσει κανείς να αναφερθεί στο πώς μπορεί να εξελιχθεί αυτό το προτσές. Ποιους δρόμους μπορεί να ακολουθήσει, ποιες μορφές μπορεί να πάρει. Δεν είναι ένα ζήτημα στο οποίο μπορούν να δοθούν απαντήσεις «από τα πριν».
Αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι, και όπως έχω ήδη αναφέρει, ένα προτσές σύνθετο, πολύμορφο και κατά το μάλλον μακρόχρονο. Μια διαδικασία διαρκών μετασχηματισμών μέχρις ότου τα πράγματα οδηγηθούν στη διαλεκτική σύνδεση της πάλης της εργατικής τάξης με την κομμουνιστική κοσμοαντίληψη της νέας εποχής. Μια πορεία που θα φτάνει σε κάποιους σταθμούς. Θα συναντά τα κάθε φορά «όρια» της αλλά όχι στο «τέλος» της. Μια πορεία που θα συνεχιστεί και σε όλα τα επόμενα στάδια της κοινωνικής εξέλιξης και τόσο ώστε το κάθε «τέλος» να αποτελεί στην πραγματικότητα και μια νέα αρχή.
Αναγκαιότητες και καθήκοντα
Στην προώθηση αυτής της εξέλιξης μπορούν και οφείλουν να συμβάλλουν οι κομμουνιστές της εποχής μας με τις όποιες (μικρές έστω) δυνάμεις που σήμερα διαθέτουν. Πέρα από τη συμβολή τους στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης, προβάλλει και η αναγκαιότητα αντιμετώπισης ορισμένων σημαντικών ζητημάτων. Ειδικότερα ζητημάτων που με έναν ιδιαίτερο τρόπο συνδέονται με αυτό στο οποίο αναφέρομαι εδώ. Πιο συγκεκριμένα:
Την αναγκαιότητα υπεράσπισης του ρόλου και της προσφοράς του ΕΕΚΚ στην πορεία της ανθρωπότητας, ανοίγοντας μέτωπα στην εκστρατεία συκοφάντησής του. Την κριτική διερεύνηση των όρων και των αιτιών της παλινόρθωσης και της ήττας του κινήματος. Το άνοιγμα μετώπων για την αποκατάσταση της ελκτικής δύναμης του σοσιαλιστικού οράματος. Την αναγκαιότητα δημιουργικής ενσωμάτωσης των θετικών και αρνητικών εμπειριών του κινήματος στη σημερινή γραμμή και σε λογική όσμωσης με τα δεδομένα που αναδείχνει η ταξική πάλη της εποχής μας. Την αντιμετώπιση του ζητήματος της πολιτικής συγκρότησης και πιο συγκεκριμένα του κόμματος της εργατικής τάξης. Τον προσδιορισμό των δρόμων τους οποίους οφείλει να ακολουθήσει η πάλη των εργατικών κομμουνιστικών δυνάμεων για την προώθηση των στόχων του κινήματος.
Ένα «σημερινό» πολιτικό ζήτημα
Η υπεράσπιση του ρόλου και της προσφοράς του ΕΕΚΚ, η αποκατάσταση της ελκτικής δύναμης του σοσιαλιστικού οράματος και η κριτική διερεύνηση των όρων και των αιτών της παλινόρθωσης και της ήττας έχουν το καθένα από αυτά τα ιδιαίτερα δεδομένα τους και σημασία αλλά και σχέση συνδρομής του καθενός στην αντιμετώπιση και των άλλων. Ταυτόχρονα, συμβάλλουν και σε βάση αλληλοσυσχέτισης στην αντιμετώπιση και των άλλων ζητημάτων που τίθενται για το κίνημα.
Όσον αφορά κατ’ αρχάς την υπεράσπιση του ρόλου του ΕΕΚΚ. Δεν είναι απλά και μόνο ένα ζήτημα αποκατάστασης της ιστορικής αλήθειας (που είναι και τέτοιο). Η εκστρατεία συκοφάντησής του, που συνεχίζεται ακατάπαυστα από τη μεριά του συστήματος, κατά κύριο λόγο, στοχεύει στο σήμερα παρά στο χτες. Στο να παρεμβάλλει όσο περισσότερα εμπόδια μπορεί απέναντι στην πιθανότητα ανασύστασης, ανασυγκρότησης της δύναμης που μπόρεσε να θέσει ζήτημα έως και ύπαρξης για το καπιταλιστικό σύστημα. Αποτελεί, συνεπώς, ένα ζήτημα άμεσης και καίριας πολιτικής σημασίας, καθώς αποτελεί παράγοντα ενίσχυσης της πάλης της εργατικής τάξης και των λαών και πολιτικού εξοπλισμού των κομμουνιστών.
Αναγκαίο, συνεπώς, να προβληθεί ο ρόλος και η προσφορά του ΕΕΚΚ. Το γεγονός ότι οι δικοί του αγώνες άλλαξαν συνολικά τον κόσμο. Το ότι άλλαξε τη θέση και τον ρόλο των λαϊκών μαζών στην κοινωνική διάταξη. Το ότι από αδρανή μάζα και αναλώσιμη ύλη για τις διαθέσεις των κρατούντων τις ανύψωσε σε υποκείμενο της ιστορικής εξέλιξης. Το ότι μια σειρά κατακτήσεων και δικαιωμάτων που η ύπαρξή τους ήταν αδιανόητη το προηγούμενο διάστημα επιβλήθηκαν σχεδόν σε όλο τον κόσμο μέσα από τους αγώνες στους οποίους ηγετική και πρωτοπόρα δύναμη ήταν οι κομμουνιστές. Δικαιώματα που εδραιώθηκαν στις συνειδήσεις των λαϊκών μαζών σε τέτοιο βαθμό, ώστε ακόμη και σήμερα και παρ’ όλους τους αρνητικούς συσχετισμούς να αποτελούν οχυρά αντίστασης στην επίθεση του συστήματος.
Το όραμα που εμπνέει
Ιδιαίτερης σημασίας η αποκατάσταση της ελκτικής δύναμης του σοσιαλιστικού οράματος. Εκείνο που μας έχει δείξει η ιστορία (αλλά και η σημερινή πραγματικότητα απ’ την ανάποδη) είναι ότι το όραμα μιας άλλης κοινωνίας αποτελούσε καθοριστικού χαρακτήρα κινητήρια δύναμη της πάλης των λαών.
Ο παράγοντας που ενοποιούσε τις διαθέσεις της πλειοψηφίας των λαϊκών μαζών, που οιστρηλατούσε τις διαθέσεις τους να παλέψουν για την οικοδόμηση του δικού τους κόσμου.
Είναι γεγονός ότι η ήττα του κινήματος και ιδιαίτερα η παλινόρθωση στις σοσιαλιστικές χώρες δημιούργησε ένα πολύ αρνητικό κλίμα. Το ότι έδωσε όπλα στις δυνάμεις της αντίδρασης και του οπορτουνισμού είναι το λιγότερο. Το κύριο βρίσκεται στο κλίμα απογοήτευσης που προκάλεσε, τον σκεπτικισμό έως και τη δυσπιστία στις διαθέσεις των λαϊκών μαζών. Μια απογοήτευση που επιδρά αρνητικά στις αγωνιστικές διαθέσεις ακόμη και για τα πιο άμεσα προβλήματα.
Αναγκαίο, συνεπώς, το άνοιγμα μετώπων για την αποκατάσταση της πραγματικότητας, όσον αφορά το ποια ήταν η σοσιαλιστική κοινωνία στο διάστημα που λειτούργησε ως τέτοια. Μια κοινωνία που οπωσδήποτε είχε τις ατέλειες και τις αδυναμίες της, αλλά που καμιά σχέση δεν έχει με τα όσα συκοφαντικά εκπορεύονται από τη μεριά των δυνάμεων του συστήματος και των κολαούζων τους. Μια κοινωνία που η «φιλοσοφία» της βρισκόταν στο ακριβώς αντίθετο άκρο σε σχέση με την καπιταλιστική, της εκμετάλλευσης των εργαζόμενων λαϊκών μαζών. Αναγκαίο συνεπώς, να προβληθούν τόσο τα επιτεύγματά της, όσο και κυρίως το πώς αντιμετωπίζονταν τα προβλήματα των λαϊκών μαζών.
Στις μέρες μας και μέσα από τις αρνητικές εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών έχει «ξεχαστεί» ένα σημαντικό δεδομένο. Το πώς λειτουργούσε το παράδειγμα της ύπαρξης των σοσιαλιστικών χωρών τόσο απέναντι στους λαούς του κόσμου όσο και απέναντι στις δυνάμεις του συστήματος. Το ότι για τους λαούς λειτουργούσε σαν το παράδειγμα της κοινωνίας που ενέπνευσε τους αγώνες τους. Το ότι για τις δυνάμεις του συστήματος αποτελούσαν έναν εφιάλτη τα όσα κατακτούσαν οι λαοί στις σοσιαλιστικές χώρες, καθώς ενεργοποιούσαν τις διεκδικήσεις των εργαζόμενων λαϊκών μαζών και στις καπιταλιστικές χώρες. Σε τέτοια, μάλιστα, κλίμακα ώστε να θέτουν ζητήματα κοινωνικής και πολιτικής σταθερότητας. Ακριβώς γι’ αυτό και απέναντι σε μια τέτοια απειλή είναι που το σύστημα -όπως έχω ήδη αναφέρει- αναγκάστηκε να προχωρήσει σε αλλαγές και με στόχο τη διεύρυνση της κοινωνικής και πολιτικής βάσης στήριξής του. Θα σταθώ μόνο σε ένα παράδειγμα από τα πολλά που θα μπορούσαν να εκτεθούν. Η όλο και ευρύτερη καθιέρωση του 8ωρου στις καπιταλιστικές χώρες (από τα 10ωρα και 12ωρα που ίσχυαν πριν) έγινε μετά την καθιέρωση του δώρου και 7ωρου (μέχρι και 6ωρου στα βαριά επαγγέλματα) στις σοσιαλιστικές χώρες.
Ένας όρος των επόμενων βημάτων
Από τα πιο σημαντικά ζητήματα που έχει να αντιμετωπίσει το κίνημα αφορά την ανάλυση, τον προσδιορισμό των όρων και των αιτιών της παλινόρθωσης. Μια εξέλιξη που όσο τουλάχιστον με αφορά, θα την προσδιόριζα σαν την αδυναμία της σοσιαλιστικής κοινωνίας να βρει -πέρα από ένα σημείο- τις απαντήσεις που απαιτούνταν για να περάσει σε ένα επόμενο στάδιο.
Αναμφίβολα, πρόκειται για ένα ζήτημα με μεγάλες απαιτήσεις. Η συζήτηση πάνω σ’ αυτό έχει ανοίξει ήδη πριν τις καταρρεύσεις του 1989 – 1991 και συνεχίστηκε ακόμη πιο έντονα μετά από αυτές. Δεν γίνεται εδώ να αναφερθώ στις διάφορες απόψεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας γιατί θα με πήγαινε πολύ μακριά. Θα σημειώσω μόνο πως μπορώ να τις διαχωρίσω, χοντρικά, σε δύο κατηγορίες.
Σε κείνες που επιχειρούν μέσα από τις προσεγγίσεις τους να καταδείξουν το ανέφικτο και ουτοπικό του σοσιαλιστικού εγχειρήματος. Σ’ αυτές μπορούν να καταταγούν οι προσπάθειες εκπροσώπων του συστήματος που ανοιχτά έχουν μια τέτοια στόχευση. Από κοντά και τα εγχειρήματα κάποιων άλλων, που με «αριστερό» πρόσημο κινούνται στην ίδια τροχιά.
Στη δεύτερη κατηγορία μπορούν να υπαχθούν εγχειρήματα διαφόρων αναλυτών αλλά και πολιτικών σχηματισμών κομμουνιστικής αναφοράς. Σε σχέση με αυτά, μπορούν γενικά να παρατηρηθούν τα εξής. Αδυναμίες που οφείλονται, ως ένα βαθμό, στις δυσκολίες που αντικειμενικά παρουσιάζει ένα εγχείρημα τόσο σημαντικών απαιτήσεων. Αδυναμίες που μπορούμε να θεωρήσουμε ότι είναι δυνατό -και πάντα σε μια πορεία- να αντιμετωπισθούν και υπό τον όρο ότι δεν θα παρεμβάλλονται παράγοντες που μπορούν να εκτρέψουν αυτές τις προσπάθειες.
Σαν τέτοιους, ενδεικτικά, θα μπορούσα να αναφέρω. Την τάση ορισμένων -διανοούμενων κυρίως- να αναζητούν απαντήσεις με βάση ένα ιδεατό, «ιδανικό», μοντέλο σοσιαλισμού και γενικότερα ιδεοληψιών που αποσπούν τη διερεύνηση του ζητήματος από το έδαφος των πραγματικών του δεδομένων.
Δεύτερο, η τάση ορισμένων πολιτικών σχηματισμών να «υπερβαίνουν» τα όσα τους δείχνει η διερεύνηση του ζητήματος και να προσαρμόζουν τελικά τα όποια συμπεράσματά τους στις ανάγκες μιας πολιτικής γραμμής που έχουν επιλέξει από τα πριν. Έτσι ή αλλιώς, δεν πρόκειται για ένα εύκολο εγχείρημα και οπωσδήποτε δεν μπορεί να απαντηθεί ολοκληρωμένα από τη μια στιγμή στην άλλη. Το μόνο που θα ‘χα να προσθέσω εδώ είναι κάποιες παρατηρήσεις. Θεωρώ ότι ανεξάρτητα του πώς αξιολογούνται ορισμένα εγχειρήματα, δεν πρέπει να υποτιμάται η μελέτη τους, καθώς η κάθε οπτική μπορεί να αναδείξει ζητήματα που αξίζει να διερευνηθούν.
Το κύριο πεδίο μελέτης
Πάνω απ’ όλα θεωρώ ότι το πιο σημαντικό και εκείνο που μπορεί να δώσει τα πιο ουσιαστικά αποτελέσματα είναι η διερεύνηση να εστιάζεται στα πραγματικά δεδομένα, «προσπερνώντας» τις όποιες ιδεοληψίες οποιουδήποτε την επιχειρεί. Στα δεδομένα που εμφάνισαν τα εγχειρήματα οικοδόμησης του σοσιαλισμού, στα ζητήματα που ανέδειξαν, στο πώς αντιμετωπίστηκαν, τι αποτελέσματα έδωσε η τέτοια ή αλλιώτικη αντιμετώπισή τους. Μια διερεύνηση που δεν θα περιορίζεται στην εξέταση της πορείας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης π.χ. στη Σοβιετική Ένωση και την Κίνα, αλλά στο σύνολο των χωρών που επιχείρησαν να οικοδομήσουν τον σοσιαλισμό. Θεωρώ αυτονόητο ότι σε όλες τις περιπτώσεις μπορούν να εντοπισθούν σειρά ζητημάτων, μπορούν να αντληθούν θετικές και αρνητικές εμπειρίες.
Άλλο τόσο σημαντική η συσχέτιση αυτής της διερεύνησης με τη σημερινή πραγματικότητα. Των ζητημάτων που θέτει η πορεία του καπιταλιστικού συστήματος, τα προβλήματα που θέτει για το κίνημα και τους λαούς, οι απαντήσεις που «υπαγορεύει».
Όπως γίνεται αντιληπτό, αυτές οι αναγκαιότητες υπογραμμίζουν αυτό που ήδη αναφέρθηκε. Πως δεν πρόκειται για εύκολο εγχείρημα. Πως οι διάφορες «ατομικές» προσπάθειες μπορούν να συμβάλλουν, αλλά πως στη βασική του πλευρά αποτελεί υπόθεση συνολικά του κινήματος. Πως αποτελεί ένα ζήτημα που η όλο και πιο ουσιαστική αντιμετώπισή του θα πραγματοποιείται σε συνάρτηση με την πορεία της πάλης και της ανάπτυξης του κινήματος.
Ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας
Όπως και να έχει, αποτελεί ένα ζήτημα κύριας σημασίας και για πολύ συγκεκριμένους λόγους.
- Μια τέτοια διερεύνηση μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση της εικόνας του σοσιαλισμού στις συνειδήσεις των λαϊκών μαζών, στην αποκατάσταση της ελκτικής του δύναμης
- Αποτελεί αποφασιστικής σημασίας ζήτημα για την εξαγωγή συμπερασμάτων και διδαγμάτων αναγκαίων για τον εξοπλισμό του κομμουνιστικού κινήματος της εποχής μας
- Θεωρώ πως ούτε η εκ νέου συγκρότηση της εργατικής τάξης ούτε η ανασύσταση- ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος μπορούν να ολοκληρωθούν, αν δεν δοθούν ουσιαστικές και πειστικές απαντήσεις σε αυτό το ζήτημα.
- Θεωρώ ότι αυτά τα συμπεράσματα αποτελούν απαραίτητα συστατικά στοιχεία για τη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας και της γραμμής του ΕΕΚΚ και στη βάση των απαιτήσεων της εποχής μας.
Στο πεδίο της πάλης
Όλα όσα αναφέρθηκαν μπορούν να αποτελέσουν σημαντική συμβολή στο ζητούμενο. Ωστόσο, εκεί που θα κριθεί και με τον πιο αποφασιστικό τρόπο και αυτό το ζήτημα (και όχι μόνο αυτό) είναι το πεδίο της ταξικής πάλης. Αυτής που διεξάγεται στη βάση των αντιθέσεων της εποχής μας. Αυτής που ήδη διεξάγεται καθημερινά σε όλα τα μέτωπα και ανεξάρτητα από τα επίπεδα συμμετοχής και επιρροής των όποιων αριστερών δυνάμεων. Εδώ βρίσκεται το πρώτιστο, το πιο άμεσο καθήκον των κομμουνιστών. Στη διαρκή και πρωτοπόρα συμμετοχή τους σε αυτή την πάλη. Στις προσπάθειες ανάπτυξής της στο ανώτερο δυνατό κάθε φορά επίπεδο.
Θα αναφερθώ και στη συνέχεια σε αυτό το ζήτημα. Εδώ θα ήθελα να υπογραμμίσω κάποια πράγματα. Είναι αναγκαίο να κατανοηθεί και να εμπεδωθεί σαν άποψη το ότι όσο περισσότερο αναπτύσσεται αυτή η πάλη, τόσο και θα οξύνεται η αντίθεση ανάμεσα στις λαϊκές μάζες και το σύστημα. Τόσο περισσότερο θα ενισχύονται οι τάσεις αμφισβήτησής του και απονομιμοποίησής του στις συνειδήσεις των λαϊκών μαζών. Ταυτόχρονα, τόσο περισσότερο θα ενισχύονται και θα αποκτούν πραγματική υπόσταση και οι ίδιοι. Τόσο περισσότερο θα αποκαθιστούν το κύρος τους και τις δυνατότητες άσκησης επιρροής. Και τόσο πιο πειστικές θα γίνονται οι απόψεις τους και σε αναφορά με όλα τα ζητήματα. Και τόσο περισσότερο θα ενισχύονται στις λαϊκές μάζες οι τάσεις μετατροπής της ΑΡΝΗΣΗΣ του συστήματος σε ΘΕΣΗ διεκδίκησης μιας άλλης προοπτικής.
Πολιτική συγκρότηση – κόμμα
Από τα πιο σημαντικά ζητήματα η αναγκαιότητα συγκρότησης της εργατικής τάξης στο πολιτικό πεδίο ή όπως εμφανίζεται τις περισσότερες φορές στην αναγκαιότητα του κόμματός της.
Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, δεν θα ασχοληθώ εδώ με απόψεις που στο ζήτημα του κοινωνικού (ταξικού φορέα αναζητούν την απάντηση σε άλλους κοινωνικούς χώρους πέραν της εργατικής τάξης. Με ενδιαφέρουν εκείνες οι τάσεις και απόψεις που αντιμετωπίζουν το ζήτημα του κόμματος σαν κόμμα της εργατικής τάξης, ανεξάρτητα από το αν και κατά πόσο υπηρετούν ουσιαστικά -ή όχι- αυτή την αναγκαιότητα. Σε σχέση, λοιπόν, με το ζήτημα αυτό, εκείνο που παρατηρείται στις μέρες μας και σε αναφορά με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η πάλη των λαών είναι η εμφάνιση μιας μεγάλης γκάμας «γνωματεύσεων» που αποφαίνονται πως εκείνο που λείπει και χρειάζεται είναι το κόμμα της εργατικής τάξης ή αλλιώς το κομμουνιστικό της κόμμα. (Αντιλήψεις που κατά κανόνα συνοδεύονται από αντίστοιχες γνωματεύσεις για την αναγκαιότητα εκπόνησης ενός τεκμηριωμένου προγράμματος και μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής. Θα αναφερθώ και σ’ αυτά παρακάτω.)
«Λείπει», λοιπόν, το κόμμα; Ασφαλώς και λείπει. Μόνο που δεν λείπει μόνο αυτό.
Είναι αναγκαία η ύπαρξη και ο ρόλος του; Ασφαλώς και είναι. Μόνο που είναι και κάποια άλλα.
Αποτελεί αυτή η «απουσία» τη βασική αιτία του προβλήματος που αντιμετωπίζει το κίνημα; Ή αλλιώς, αποτελεί τον «κρίκο» που αν τον πιάσουμε, θα σύρουμε την αλυσίδα των απαντήσεων; Και αν ναι, πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτό το ζήτημα;
Μια θεμελιώδης συνάρτηση
Όσο με αφορά, κινούμαι σε εντελώς διαφορετικά μήκη κύματος. Θεωρώ ότι οι αιτίες για την κατάσταση στο κίνημα συνδέονται με ένα σύνολο παραγόντων που έχουν διαμορφωθεί κυρίως από τις συνέπειες της ήττας. Θα μπορούσα, μάλιστα, να προσθέσω και από το πώς αντιμετωπίζονται αυτές οι συνέπειες από τους σχηματισμούς της αριστεράς, καθώς και της «ανάγνωσης» από μεριάς τους της σημερινής πραγματικότητας. Αν, μάλιστα, έπρεπε να προσδιορίσω την πιο κρίσιμη συνέπεια, θα αναφερόμουν στην αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης. Αναφέρθηκα ήδη σ’ αυτό, καθώς και σε σειρά άλλων ζητημάτων.
Αναφέρθηκα ακόμη, και είναι αυτό που έχει πλέον τη μεγαλύτερη σημασία, σε μια ιστορικού χαρακτήρα εξέλιξη. Στη διαμόρφωση στους καιρούς μας μιας εργατικής τάξης παγκόσμιων πλέον διαστάσεων. Στο ότι το προτσές συγκρότησής της σε «τάξη για τον εαυτό της» θα είναι σύνθετο, πολύμορφο και κατά το μάλλον μακρόχρονο.
Αν, λοιπόν, μιλάμε για κόμμα της εργατικής τάξης με την πλήρη έννοια του όρου και τέτοιου που να μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εποχής μας, θεωρώ ότι μόνο στη διαλεκτική του συνάρτηση με αυτό το προτσές μπορεί να νοηθεί η συγκρότησή του. Κάθε άποψη που βλέπει αυτή τη συγκρότηση έξω από αυτή τη συνάρτηση και στην ουσία ερήμην της εργατικής τάξης, είναι απλώς του αέρος.
Πριν προχωρήσω, αναγκαία μια διευκρίνιση προς αποφυγή παρανοήσεων. Η άποψη που εκθέτω καθόλου δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να υπάρχουν πολιτικοί σχηματισμοί (ανεξαρτήτως τίτλου που φέρουν, κόμμα, οργάνωση κ.λπ.) που διατίθενται να υπηρετήσουν έντιμα και με συνέπεια την εργατική κομμουνιστική υπόθεση. Τέτοιοι σχηματισμοί όχι μόνο μπορούν, αλλά είναι αναγκαία η ύπαρξή τους, καθώς μπορούν να δρουν σαν συντελεστές προώθησης των στόχων του κινήματος.
Ζητούμενο οι «ιμάντες σύνδεσης»
Όσον αφορά τους υπάρχοντες σχηματισμούς, θα ήθελα να παρατηρήσω τα εξής.
Υπάρχουν σήμερα κόμματα που φέρουν τον τίτλο του κομμουνιστικού. Τώρα, το πόσο κομμουνιστικά είναι, αποτελεί ένα ζήτημα, καθώς τα περισσότερα από αυτά έχουν μετεξελιχθεί σε ρεφορμιστικά οπορτουνιστικά.
Εκείνο, ωστόσο, που κυρίως θέλω να θέσω εδώ, είναι πως έτσι ή αλλιώς δεν μπορούν να είναι κόμματα της εργατικής τάξης. Θεωρώ μάλιστα ότι αυτό ισχύει, ακόμη και αν δεχτούμε ότι κάποια απ’ αυτά ήταν σε μια προηγούμενη φάση κόμματα της εργατικής τάξης.
Όχι απαραίτητα επειδή άλλαξαν αυτά ως προς τις ιδεολογικές λ.χ. και πολιτικές απόψεις και αναφορές, αλλά επειδή άλλαξαν εκ βάθρων οι συνθήκες. Επειδή άλλαξε το πεδίο αναφοράς τους. Επειδή οι «ιμάντες σύνδεσής τους» (ιδεολογικοί, πολιτικοί κ.λπ.) δεν μπορούν πλέον να λειτουργήσουν στο πεδίο που έχει σχηματιστεί, καθώς διαμορφώθηκαν σε μια προηγούμενη ιστορική περίοδο.
Μια άλλη κατηγορία αποτελούν οργανώσεις μικροαστικής κατά βάση σύνθεσης και χαρακτηριστικών. Οργανώσεις με ελάχιστη έως ανύπαρκτη σύνδεση με την εργατική τάξη, αλλά με δυσανάλογες για το ανάστημά τους φιλοδοξίες «τυπικής» μικροαστικής «βιασύνης».
Απόψεις ανεπίκαιρες και όχι μόνο
Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, θα ήθελα απλά να κάνω και μια σύντομη αναφορά σε ορισμένα επιχειρήματα ειδικότερου χαρακτήρα.
Στην άποψη που προβάλλει το ότι στην περίοδο της 3ης Διεθνούς δημιουργήθηκαν κομμουνιστικά κόμματα με πρωτοβουλία ολιγάριθμων κομμουνιστών και σε χώρες, όπου δεν υπήρχαν όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις. Στις αντιλήψεις που «υπενθυμίζουν» την άποψη που είχε διατυπωθεί την ίδια περίοδο πως το «κόμμα είναι το παν».
Πρόκειται για απόψεις που στην καλύτερη περίπτωση, παρακάμπτουν τα δεδομένα της κάθε εποχής. Ως προς την πρώτη. Η δημιουργία αυτών των κομμάτων πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο που είχε ήδη θριαμβεύσει η Οκτωβριανή Επανάσταση και η επαναστατική παλίρροια εξαπλωνόταν σε όλον τον κόσμο. Που η δημιουργία τους πριμοδοτούνταν από αυτό το επαναστατικό κύμα, αλλά ταυτόχρονα, είχε και τη συγκεκριμένη στήριξη της 3ης Διεθνούς.
Ως προς τη δεύτερη, και αυτή διατυπώθηκε στις συνθήκες της ίδιας περιόδου και υπηρετούσε αντίστοιχες ιεραρχήσεις και αναγκαιότητες. Όπως και να ‘χει, πρόκειται για άποψη που μπορεί να γίνεται κατανοητή, όσον αφορά τις αναγκαιότητες της περιόδου που διατυπώθηκε, όχι όμως σαν άποψη που μπορεί να δώσει απαντήσεις στο πρόβλημα καθολικής και διαχρονικής ισχύος.
Απόψεις σκοπιμότητας
Ένα δικό της ενδιαφέρον έχει η αναφορά των λόγων που ωθούν στη διαμόρφωση τάσεων και απόψεων που θέτουν στην πρώτη γραμμή το ζήτημα του κόμματος. Των θεωρητικών και πολιτικών αντιλήψεων αλλά και των στοχεύσεών τους.
Θεωρώ ότι σημαντική επίδραση στη διαμόρφωσή τους έχουν οι αντιλήψεις περί «εισαγωγής» της ιδεολογίας στις γραμμές της εργατικής τάξης, ζήτημα στο οποίο αναφέρθηκα προηγούμενα. Αντιλήψεις που χαρακτηρίζουν όλες τις πλευρές και με ιδιαίτερο τρόπο τις διαθέσεις διανοούμενων μιας ορισμένης κατηγορίας. Διαθέσεις που εκφράζουν την τάση τους να διεκδικούν μια «αρμοδιότητα» που, κατά τη λογική τους, «αξιωματικά» τους ανήκει και μέσω αυτής του ρόλου που «δικαιούνται» στα τεκταινόμενα.
Ανάλογης υπόστασης και οι βλέψεις σχηματισμών μικροαστικού κατά βάση χαρακτήρα, που την αναγόρευσή τους σε κομμουνιστικό κόμμα την βλέπουν σαν όχημα που μπορεί να τους πλασάρει στο πολιτικό ταμπλό.
Μεγαλύτερη κατά το μάλλον σημασία έχει η διεκδίκηση ανάλογων αρμοδιοτήτων από ηγεσίες πολιτικών σχηματισμών που έχουν κάποια άλλη υπόσταση και αντίστοιχη πολιτική παρουσία και ρόλο.
Στην περίπτωσή τους, η άποψη λ.χ. πως «το κόμμα είναι το παν» δεν έχει καμιά σχέση με το τι υπηρετούσε κάποτε με τις όποιες έστω και αδύνατες πλευρές της. Στις σημερινές συνθήκες εκφράζει κατά κύριο λόγο τάσεις «ιδιοκτησίας» και υπεράσπισης του «έχει» και του ρόλου τους.
Προβλήματα και «σημεία στήριξης»
Ας περάσω στο πώς τίθεται πλέον το ζήτημα. Όπως ήδη ανάφερα, την πορεία συγκρότησης του κομμουνιστικού κόμματος την αντιλαμβάνομαι στη βάση της διαλεκτικής συνάρτησης με την πορεία συγκρότησης της εργατικής τάξης. Μια διαδικασία στην οποία θα εμφανίζονται σειρά σημαντικών ζητημάτων που θα θέλουν την αντιμετώπισή τους. Ζητήματα που θα αφορούν τη διαμόρφωση των σχέσεων τάξης-κόμματος, τους πιο συγκεκριμένους ιδεολογικούς και οργανωτικούς όρους συγκρότησης του κόμματος κ.ά. Δεν θα μπω σ’ αυτή τη συζήτηση εδώ. Όχι επειδή δεν είναι σημαντική, ίσα-ίσα, αλλά μόνο για λόγους οικονομίας αυτού του κειμένου. Θα περιοριστώ μόνο στο να επισημάνω τα εξής. Αυτή η διαδικασία θα συντελείται μέσα σ’ ένα ήδη διαμορφωμένο περιβάλλον. Αυτό σημαίνει ότι θα δέχεται συνεχώς κάθε είδους επιδράσεις και πιέσεις από το σύνολο των δεδομένων και των τάσεων που αναδείχνονται στην κοινωνία. Όπως, άλλωστε, συνέβαινε πάντα. Ίσως μάλιστα περισσότερο από άλλες φορές, με βάση τις συνέπειες της ήττας και της καταθλιπτικής κυριαρχίας του συστήματος σε όλα τα πεδία.
Σε σχέση με αυτά και απέναντι σ’ αυτά τα προβλήματα μπορεί να διατυπωθεί μια σειρά από «πρέπει». Να επισημανθούν καθήκοντα, αναγκαιότητες και προτεραιότητες σαν αυτές στις οποίες ήδη αναφέρθηκα. Όπως λ.χ. η αναγκαιότητα υπεράσπισης της κομμουνιστικής κατεύθυνσης, της ενσωμάτωσης στη γραμμή του κινήματος των συμπερασμάτων για τις αιτίες της παλινόρθωσης κ.λπ. Ζητήματα που έτσι ή αλλιώς χρειάζεται να αντιμετωπισθούν σ’ αυτή την πορεία συνολικής ανασύστασης, ανασυγκρότησης του ΕΕΚΚ. Μια πορεία, ωστόσο, που όπως επίσης αναφέρθηκα, θα υπόκειται σε κάθε είδους επιδράσεις και πιέσεις που θα θέτουν συνεχώς σε δοκιμασία τις δυνατότητες ανταπόκρισης στα ζητήματα που θα θέτουν.
Με βάση αυτά τα δεδομένα και όσο τουλάχιστον με άφορα, θα ήθελα να υπογραμμίσω δύο βασικές αναγκαιότητες στις οποίες και αμετακίνητα επιμένω.
Δύο βασικές επιλογές στις οποίες οφείλει και μπορεί να «αγκυρώνεται» η όλη πορεία. Η πρώτη αφορά την αναγκαιότητα της πρωτοπόρας συμμετοχής των κομμουνιστών στην ταξική πάλη. Στις μάχες που δίνουν καθημερινά οι εργαζόμενες λαϊκές μάζες. Θα αναφερθώ και στη συνέχεια σ’ αυτό το θέμα. Εδώ απλά θα ήθελα να υπογραμμίσω ξανά ένα και μόνο. Τίποτε δεν μπορεί να υπάρξει και να αποκτήσει υπόσταση έξω από αυτήν, ούτε κομμουνιστικοί σχηματισμοί ούτε προχώρημα της υπόθεσής τους.
Το δεύτερο αφορά στο ότι η προώθηση της διαδικασίας συγκρότησης κόμματος μπορεί και οφείλει να κινείται στη βάση μιας διαρκούς «επικοινωνίας» με την εργατική τάξη, την πάλη της, τα δεδομένα που αυτή θα αναδείχνει στην πορεία συγκρότησής της. Αυτή η επικοινωνία σε συνδυασμό με την πρωτοπόρα συμμετοχή στην ταξική πάλη, αποτελούν τους πιο βασικούς παράγοντες, τις «άγκυρες» με τον πιο καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση πιέσεων, επηρεασμών και κινδύνων εκτροπής αυτής της πορείας.
Περί προγράμματος, στρατηγικής κ.λπ.
Αν ανατρέξει κανείς στη σχετική φιλολογία, τις θέσεις και τις διακηρύξεις δυνάμεων και παραγόντων του εν γένει αριστερού χώρου, θα διαπιστώσει το εξής: Το γεγονός πως με την ίδια ζέση που διακηρύσσεται η αναγκαιότητα του κόμματος, τίθεται και η αναγκαιότητα του προγράμματος, της εκπόνησης στρατηγικής κ.λπ.
Αυτά είναι που κατά τις απόψεις αυτές λείπουν, ώστε να μπορέσει να δοθεί μια αποφασιστική ώθηση στην πάλη των προοδευτικών δυνάμεων. Απόψεις, εκφράσεις μιας λογικής στην οποία έχω εκφράσει εδώ και χρόνια την αντίθεσή μου δεχόμενος πυρά από κάθε κατεύθυνση, καθώς οι απόψεις μου φαίνονται εντελώς «ανορθόδοξες» σε σχέση με τις εν γένει κρατούσες αντιλήψεις. Παρ’ όλα αυτά, δεν τις άλλαξα και δεν σκοπεύω να τις αλλάξω ούτε κατά κεραία.
Υπερπροσφορές
Ας γίνω, όμως, πιο συγκεκριμένος. Αλήθεια, έχουμε έλλειψη προγραμμάτων; Στις δεκαετίες που βρίσκομαι στο κίνημα (και είναι πολλές) έχω δει να προτείνονται από όλες τις πλευρές δεκάδες (μπορεί και εκατοντάδες) προγραμμάτων και να εκπονούνται άλλες τόσες «στρατηγικές». Προγράμματα πάσης φύσεως και μορφής. Προγράμματα μεταβατικά, «ενδιάμεσα» έως και προγράμματα (συνοδευόμενα από τις αντίστοιχες «στρατηγικές») που περιγράφουν μετά πάσης λεπτομέρειας την πορεία της πάλης από εδώ μέχρι τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό, έως και σχέδια λειτουργίας της κομμουνιστικής κοινωνίας. Έχουν, βέβαια, τις διαφορές τους με βάση την πλευρά από την οποία προέρχονται, αλλά και ένα αξιοσημείωτα κοινό δεδομένο.
Το ότι κάθε πολιτικός σχηματισμός ξεφουρνίζει κάθε τόσο -χρόνια τώρα- και ένα «νέο» πρόγραμμα. Ένα πρόγραμμα που, υποτίθεται, βελτιώνει το προηγούμενο, το τροποποιεί ή και το αλλάζει. Κοντολογίς, ο κάθε πολιτικός σχηματισμός θα πρέπει να έχει στα συρτάρια του δεκάδες τέτοια προγράμματα, με το «τελευταίο» να βρίσκεται στις προθήκες. (Μέχρι να πάει κι αυτό στο συρτάρι.)
Σημεία των καιρών. Που δείχνουν πώς αντιμετωπίζονται σοβαρά ζητήματα του κινήματος από τη μεριά των δυνάμεων της ευρύτερης αριστεράς. Το πόσο παίρνεται στα υπόψη η αντικειμενική κατάσταση και σε σύνδεση με τις υποκειμενικές δυνατότητες.
Μια αναγκαία διευκρίνιση
Πριν προχωρήσω στο πώς βλέπω πιο συγκεκριμένα το ζήτημα, θα ήθελα να κάνω δυο διευκρινίσεις προς αποφυγή παρανοήσεων.
Αναφέρθηκα προηγούμενα, και μάλιστα απαξιωτικά, σε προγράμματα που φτάνουν μέχρι τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Αυτό δεν σημαίνει και θόλου ότι απορρίπτω τις αναφορές στο σοσιαλιστικό, κομμουνιστικό όραμα. Ίσα-ίσα, τις θεωρώ αναγκαίες, καθώς προσδιορίζουν τον βασικό προσανατολισμό, καθώς και την ιδεολογική πολιτική ταυτότητα ενός φορέα που
θέλει να είναι κομμουνιστικός. Μόνο που αυτό είναι άλλο ζήτημα σε σχέση με πονήματα «προγραμματισμού της ιστορίας».
Η δεύτερη διευκρίνιση έχει να κάνει με τo ότι δεν απορρίπτω συλλήβδην κάθε πρόγραμμα. Ίσα-ίσα, θεωρώ ότι κάθε πολιτικός σχηματισμός οφείλει να προγραμματίζει τη δράση του. Το θέμα είναι τι είδους προγραμματισμό μπορεί και οφείλει να κάνει με βάση τα αντικειμενικά δεδομένα και τη δική του υποκειμενική κατάσταση και δυνατότητες.
Προγράμματα διπλής ανάγνωσης
Σε σχέση, λοιπόν, με τα όσα ανέφερα προηγούμενα. Υποτίθεται ότι στο κάθε πρόγραμμα εμπεριέχονται οι βασικές εκτιμήσεις, η στρατηγική, η τακτική, οι στόχοι του φορέα που το εκπονεί, η πολιτική του γραμμή εν γένει. Δεν θα μας απασχολήσει εδώ το αν πρόκειται για μια πολιτική ρεφορμιστική ή μια πολιτική που φιλοδοξεί (στο γράμμα της τουλάχιστον) να υπηρετήσει μια αριστερή, κομμουνιστική κατεύθυνση. Αυτό είναι ένα άλλο θέμα.
Εκείνο που εδώ με ενδιαφέρει είναι διαφορετικό. Αναφέρθηκα ως έναν βαθμό σ’ αυτό στο κεφάλαιο για το ΚΚΕ. Το κατά πόσο, δηλαδή, το κάθε πρόγραμμα που εκπονεί κάθε τρεις και λίγο ένα πολιτικό υποκείμενο εκφράζει και την πραγματική του πολιτική γραμμή.
Ας εξηγηθώ περισσότερο. Έχω την άποψη ότι το κάθε πολιτικό υποκείμενο κινείται πολιτικά στη βάση ενός σώματος συγκεκριμένων αντιλήψεων και μιας αντίστοιχης πολιτικής γραμμής. Μιας γραμμής που πολιτικά και πρακτικά δεν αλλάζει επειδή στο κάθε «νέο» της πρόγραμμα συμπεριλαμβάνονται διάφορες φραστικές καινοτομίες.
Για να συνοψίζω. Πραγματική πολιτική γραμμή ενός φορέα είναι αυτή που εκφράζεται στην πράξη. Αυτή που αποτυπώνεται στους τρόπους και τις μορφές με τις οποίες αυτός ο φορέας συνδέεται με πραγματικούς ιδεολογικούς, πολιτικούς και πρακτικούς όρους, με το συνολικό γίγνεσθαι. Με την κοινωνία, με τις λαϊκές μάζες, τα προβλήματά τους, τους αγώνες τους και γενικότερα με την πολιτική και ταξική πάλη. Όλα τα άλλα, οι βερμπαλισμοί, οι «εμπνευσμένες» περιγραφές υποτιθέμενων στόχων, τα μεγαλόπνοα «προγράμματα» είναι απλώς του αέρος. Είναι για να πλασάρουν καλύτερα την πραμάτειά τους, να χειρίζονται τον κόσμο τους ή και για να συντηρούν τις δικές τους αυταπάτες. Αν, μάλιστα, εξετάσουμε την πορεία των σχηματισμών της ευρύτερης αριστεράς στη χώρα μας, εκείνο που θα διαπιστώσουμε είναι ότι παρά τα κάθε φορά «νέα» προγράμματα, στην πραγματικότητα κινούνταν πάντα πάνω στις ίδιες ράγες
Απογειώσεις
Ακριβώς γι’ αυτό και παρά την πληθώρα προγραμμάτων και στρατηγικών, η κατάσταση στον χώρο της αριστεράς «μας» είναι αυτή που όλοι γνωρίζουμε. Παρ’ όλα αυτά, ωστόσο, αυτοί δεν «πτοούνται». Στις σημερινές, λοιπόν, συνθήκες. Των καταθλιπτικών αρνητικών συσχετισμών. Σε συνθήκες που οι συνέπειες της ήττας επιβαρύνουν τον βηματισμό του κινήματος. Σε μια περίοδο που τα μεγάλα ζητήματα που έχουν τεθεί ζητάνε τις απαντήσεις τους. Σ’ αυτές, λοιπόν, τις συνθήκες εμφανίζονται τάσεις και δυνάμεις που ωραία και χαρωπά ονειρεύονται κυβερνητικούς θώκους. Που σαλπίζουν «αντεπιθέσεις». Χτίζουν κόμματα. Σχεδιάζουν μεγαλεπήβολες στρατηγικές. Εκπονούν προγράμματα που μας παίρνουν από το ζοφερό παρόν και μας πηγαίνουν με αερογέφυρα στον… κομμουνισμό. Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα. Πρόκειται απλώς για φαινόμενα απογείωσης ή αποτελούν – που είναι και το πιο πιθανό- εκφράσεις συγκάλυψης οπορτουνιστικών κατευθύνσεων με εντυπωσιακό ένδυμα; Όπως και να ‘χει, αποτελούν εκφράσεις άρνησης της πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας που «δεν αρέσει» (και σε ποιον αρέσει άραγε;) και αναζήτησης συνταγών υπέρβασής της.
Μια λογική τυπικά μικροαστική, που καμιά σχέση δεν έχει με μια προλεταριακή κομμουνιστική θεώρηση των πραγμάτων.
Προγράμματα πάλης
Η σημερινή κατάσταση θέτει ορισμένα ζητήματα και έχει τις δικές της απαιτήσεις. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό και ως προς το πώς τέθηκε σ’ αυτές τις γραμμές, ας σημειώσω κατ’ αρχάς δύο πράγματα.
Όπως έχω ήδη αναφέρει, ένα πολιτικό υποκείμενο ασφαλώς και χρειάζεται να προγραμματίζει την κίνηση και τη δράση του. Ασφαλώς και οφείλει να προσδιορίζει τη γενική του κατεύθυνση, τους βασικούς του προσανατολισμούς, την ιδεολογική και πολιτική του ταυτότητα. Εκείνο στο οποίο επιμένω είναι πως το πρόγραμμα δεν είναι έκθεση ιδεών. Είναι, μπορεί να είναι, εκείνο
που αποτυπώνει τις πραγματικές σχέσεις που μπορεί να έχει ένα πολιτικό υποκείμενο με τα όσα εξελίσσονται στο πεδίο της ταξικής πάλης. Τέτοιο που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που αναδείχνει η ταξική πάλη σε συνάρτηση με τις υποκειμενικές δυνατότητες. Δεν είναι μια σχέση στατική. Είναι η σχέση που εμπεριέχει και οικοδομεί τις δυνατότητες μετεξέλιξής της, σε όλο και ανώτερο επίπεδο. Στις σημερινές συνθήκες εκείνο που θεωρώ πως ανταποκρίνεται στα ζητήματα που θέτει η ταξική πάλη, είναι ένα πρόγραμμα πάλης. Ένα πρόγραμμα που θα θέτει εκείνους τους στόχους που να μπορούν να τεθούν -πραγματικά και όχι κατά φαντασίαν- σαν ζητήματα ημερήσιας διάταξης για το κίνημα.
Για να συνοψίζω. Τίποτε δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε ωραιοποιήσεις και «ενέσεις αισιοδοξίας», καθώς αναπόφευκτα οδηγούν σε ανώμαλες προσγειώσεις και με το ίδιο πάντα αποτέλεσμα. Την απογοήτευση, την παραίτηση ή ακόμη χειρότερα την αναζήτηση «διεξόδων» με τους όρους του συστήματος. Το κίνημα μόνο αντιμετωπίζοντας την πραγματικότητα όπως ακριβώς έχει, μπορεί να βρει τα βήματά του.
Για την πάλη των κομμουνιστών
Όπως ήδη αναφέρθηκε, διανύουμε μια ιδιαίτερα αρνητική περίοδο. Μια περίοδο κυριαρχίας των δυνάμεων του συστήματος σε όλα τα πεδία. Μεγάλων συνεπειών για τους λαούς και προβλημάτων για το κίνημα. Συνακόλουθα, μια περίοδο μεγάλων απαιτήσεων για όσους διατίθενται να αγωνιστούν για την υπόθεση των λαών.
Δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. Γι’ αυτό, άλλωστε, έχουμε και τα φαινόμενα παραίτησης ή ακόμα και προσχώρησης στο σύστημα. Γι’ αυτό και έχουμε τη συχνότητα εμφάνισης τάσεων που αναζητούν διέξοδο μέσα στο πλαίσιο και με τους όρους του συστήματος. Γι’ αυτό, άλλωστε, είναι καθοριστικής σημασίας ο ρόλος εκείνων που διατίθενται να κινηθούν στη βάση ενός κομμουνιστικού προσανατολισμού. Τόσο καθοριστικός όσο και δύσκολος.
Η μεγάλη υπόθεση που υπηρετούν οι κομμουνιστές δεν ήταν ποτέ εύκολη. Ακόμη πιο δύσκολη -με μια ορισμένη έννοια- εμφανίζεται στις σημερινές συνθήκες, καθώς έχουν να αναμετρηθούν.
Με ισχυρούς και αδυσώπητους εχθρούς.
Με τους αρνητικούς συσχετισμούς που έχουν διαμορφωθεί. Με τις συνέπειες της ήττας και της παλινόρθωσης. Πάνω απ’ όλα, με τους ίδιους τους εαυτούς τους.
Τις δικές τους αδυναμίες και ανεπάρκειες.
Τις πιέσεις που θα αντιμετωπίζουν διαρκώς και θα ωθούν σε «διεξόδους» που θα τους βγάζουν από τον δρόμο τους.
Στα προηγούμενα κεφάλαια αναφέρθηκα σε σειρά ζητημάτων που τίθενται προς απάντηση. Εδώ, απλώς, θα υπενθυμίσω κάποια πράγματα. Θα επιμείνω στο ότι ένας αφετηριακός όρος είναι η «αναγνώριση» της πραγματικότητας, τόσο της αντικειμενικής όσο και της υποκειμενικής. Μια τέτοια αναγνώριση δεν σημαίνει, βέβαια, ότι βρέθηκαν κιόλας οι απαντήσεις, αλλά μας βάζει στον σωστό δρόμο. Τον δρόμο οικοδόμησης των όρων για την προώθηση της κομμουνιστικής υπόθεσης, της υπόθεσης των λαών.
Και εκείνο που χρειάζεται να κατανοηθεί και να εμπεδωθεί είναι ένα πράγμα. Το ότι μια τέτοια κατεύθυνση δεν μπορεί να υλοποιηθεί στη βάση των οποιωνδήποτε ιδεοληψιών παρά μόνο στην βάση των δικών της όρων και απαιτήσεων.
Αυτονόητο το ότι αυτές οι δυνάμεις συγκροτούνται στη βάση της κομμουνιστικής κοσμοαντίληψης. Ότι διαμορφώνουν την ταυτότητά τους με βάση τα θεωρητικά, ιδεολογικά και πολιτικά στοιχεία αυτής της αντίληψης. Ότι υπερασπίζονται αυτή την ταυτότητα σε οποιεσδήποτε συνθήκες. Ότι οργανώνουν και ιεραρχούν την κίνηση και τη δράση τους με γνώμονα τις απαιτήσεις που θέτει η μεγάλη υπόθεση που υπηρετούν.
Και για να γίνομαι πιο συγκεκριμένος. Αναφέρθηκα σε προηγούμενο κεφάλαιο ότι μια κοσμοϊστορικού χαρακτήρα εξέλιξη αποτελεί η δημιουργία μιας εργατικής τάξης παγκόσμιων πλέον διαστάσεων. Ότι το προτσές συγκρότησής της θα είναι σύνθετο, πολύμορφο και κατά το μάλλον μακρόχρονο. Ένα προτσές, το οποίο θεωρώ πως αποτελεί τον άξονα με τον οποίον συναρτάται η οικοδόμηση του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος της εποχής μας. Αυτό, κατά την άποψή μου, σημαίνει ένα πράγμα. Ότι ένα βασικό και διαρκές καθήκον των κομμουνιστών είναι το να υπηρετούν με όλες τους τις δυνάμεις την εξέλιξη- προώθηση αυτού του προτσές. Δεν είναι μια απλή υπόθεση και το μόνο βέβαιο είναι πως σε μια τέτοια πορεία θα συναντήσουν περισπασμούς και σειρά προβλημάτων που μόνο εύκολο δεν θα είναι να απαντηθούν. Αυτός είναι, ωστόσο, ο αναγκαίος προσανατολισμός.
Όσον αφορά την αντιμετώπιση των ζητημάτων που έχουν τεθεί, χρησιμοποίησα σε προηγούμενο κεφάλαιο την έκφραση ότι μπορεί να διατυπωθούν μια σειρά από «πρέπει».
Δεν χωρά καμιά αμφιβολία το ότι «πρέπει» να καταβληθεί κάθε προσπάθεια για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων. Μόνο που αυτό από μόνο του δεν αποτελεί επαρκή διασφάλιση ότι αυτά τα ζητήματα όντως θα αντιμετωπισθούν και μάλιστα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Έχω πλήρη επίγνωση ότι οι πιέσεις που ήδη ασκούνται και ωθούν σε κάθε είδους παρεκκλίσεις όχι μόνο θα συνεχίσουν, αλλά θα γίνονται όλο και μεγαλύτερες.
Αυτός είναι και ο λόγος που στο ίδιο κεφάλαιο αναφέρθηκα στα δύο σημεία στήριξης στα οποία μπορεί και οφείλει να «αγκυρώνεται» η πορεία των αγωνιστών κομμουνιστικού προσανατολισμού. Το ένα αφορά τη διαρκή «επικοινωνία» της κίνησής τους, με την πορεία και την πάλη της εργατικής τάξης, το προτσές συγκρότησής της.
Ένα προτσές που οφείλουν να υπηρετούν αλλά και να ενσωματώνουν τα στοιχεία που αυτό «παράγει» στη διαμόρφωση της δικής τους φυσιογνωμίας. Το άλλο αφορά τη διαρκή και πρωτοπόρα συμμετοχή τους στην ταξική πάλη στους αγώνες που καθημερινά διεξάγουν οι εργατικές, λαϊκές και νεολαιίστικες δυνάμεις. Θα σταθώ ιδιαίτερα σ’ αυτό το ζήτημα.
Στο πεδίο της πάλης
Για την αναγκαιότητα της πρωτοπόρας συμμετοχής των κομμουνιστών στην πάλη των λαϊκών μαζών μάλλον δεν θα ‘πρεπε να χρειάζονται κανενός είδους επιχειρήματα. Αυτό αποτελεί καθήκον σύμφυτο με την ύπαρξή τους ως αγωνιστών ταγμένων στην υπηρεσία του λαού. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ αναγκαίο να σημειώσω κάποια πράγματα.
Μια τέτοιου χαρακτήρα συμμετοχή τους συνδέει με τον λαό τους και μάλιστα στη βάση των προβλημάτων που αυτός αντιμετωπίζει. Υπηρετεί τη διαδικασία «γνωριμίας» τους με τον λαό στη βάση των πραγματικών του χαρακτηριστικών, των προβλημάτων, των διαθέσεων, των δυνατοτήτων του, όχι «εξ αποστάσεως» αλλά με τον πιο άμεσο τρόπο.
Υπηρετεί τη διαδικασία σύνδεσής τους με τις εργαζόμενες λαϊκές μάζες και τη νεολαία σε συνθήκες πάλης και με όρους πάλης.
Ταυτόχρονα, διαμορφώνει όρους ισχυροποίησης της δικής τους θέσης και του ρόλου τους στο κίνημα, καθώς μόνο μέσα από μια τέτοια σχέση μπορούν να αντλούν το «οξυγόνο» που τις τρέφει και τις αναζωογονεί.
Αποτελεί καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης και της δικής τους φυσιογνωμίας ως πολιτικών υποκειμένων κομμουνιστικής αναφοράς, η συμμετοχή τους σ’ αυτό που εύστοχα έχει χαρακτηριστεί σαν «σχολείο της ταξικής πάλης». Και ακριβώς μέσα από τη «φοίτησή» τους σε ένα τέτοιο «σχολείο» σφυρηλατούνται ως πρωτοπόροι αγωνιστές και αποκτούν εκείνη την υπόσταση που καμιά «σχολή», όσο μεγαλόσχημη κι αν προβάλλει, δεν μπορεί να τους προσφέρει. Ακόμη περισσότερο συμβάλλει στην αποκατάσταση σχέσεων εμπιστοσύνης με τις λαϊκές μάζες και καταξίωσης στις συνειδήσεις τους. Αυτό θεωρώ και σαν το «μεγάλο στοίχημα» της περιόδου που διανύουμε και στο οποίο θα σταθώ ιδιαίτερα παρακάτω.
Το πεδίο της αντίστασης
Ένα σημαντικό ζήτημα που μάλιστα προβάλλει και ως σχετικά «επίμαχο» στην περίοδο που διανύουμε, αφορά στο ποιο ορίζεται σαν το πεδίο αυτής της πάλης στις μέρες μας.
Θεωρώ πως ορίζεται τόσο από την αντικειμενική πραγματικότητα όσο και την υποκειμενική κατάσταση του κινήματος.
Ορίζεται από την αντίθεση στο σύστημα, όπως την βιώνουν οι λαϊκές μάζες και τις μορφές που αυτή παίρνει.
Πιο συγκριμένα, ορίζεται από την πολύπλευρη επίθεση που έχουν εξαπολύσει οι δυνάμεις του συστήματος ενάντια στην εργατική τάξη και συνολικά τις λαϊκές μάζες.
Ορίζεται σαν το πεδίο της Αντίστασης, και στη βάση της αναγκαιότητας αντιμετώπισης αυτής της επίθεσης.
Ορίζεται σαν το πεδίο όπου εμφανίζονται τα άμεσα και βασικά, τα προβλήματα που καίνε τον κόσμο.
Στηρίζεται σ’ αυτά που υπερασπίζονται με την πάλη τους οι λαϊκές μάζες και η οποία αναπτύσσεται στα πεδία που γνωρίζουν και «αναγνωρίζουν».
Μια τέτοια κατεύθυνση δίνει άμεση πρακτική αγωνιστική διέξοδο στις διαθέσεις τους και πεδίο συγκρότησής τους. Αξιοποιεί άμεσα τις δυνατότητες που υπάρχουν και αναπτύσσονται στο «σημερινό» έδαφος χωρίς να περιμένει εκείνες που -ίσως- αναπτυχθούν αύριο. Προσφέρει το πεδίο «συνάντησης» ενός κόσμου και συντελεί καθοριστικά στην αποτίναξη της αίσθησης ότι ο καθένας είναι μόνος του απέναντι στη θύελλα. Συνενώνει τις διαθέσεις αντίστασης και πάλης που έτσι κι αλλιώς εκδηλώνονται καθημερινά.
Συμβάλλει καθοριστικά στην πολιτικοποίηση των λαϊκών μαζών, καθώς στην αντιπαράθεσή τους, στις συγκρούσεις τους με τις δυνάμεις του συστήματος «μαθαίνουν» να αναγνωρίζουν το ποιοι οι εχθροί και ποιοι οι φίλοι τους. Δηλαδή, αυτό που αποτελεί το αφετηριακό στοιχείο, την βάση της πολιτικοποίησής τους. Και ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους η πολιτικοποίηση των λαϊκών μαζών συντελείται στο πεδίο της πάλης σε κλίμακες και με ρυθμούς πολύ μεγαλύτερους σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη διαδικασία.
Για τα μέτωπα πάλης
Στο πεδίο της Αντίστασης είναι που διαμορφώνονται και οι όροι για την προώθηση ενός από τους πιο άμεσους και σημαντικούς στόχους του κινήματος σήμερα. Η ανασυγκρότηση των μετώπων πάλης των εργαζόμενων λαϊκών μαζών και της νεολαίας. Η αντιμετώπιση μιας από τις σημαντικότερες συνέπειες της ήττας του κινήματος. Αυτή η διαπίστωση δεν σημαίνει καθόλου ότι έχει ανασταλεί η πάλη των λαϊκών μαζών. Καθημερινά εκδηλώνονται οι διαθέσεις αντίστασης και πάλης με όλες τις μορφές και σε όλα τα πεδία. Κάθε τόσο ξεπηδούν εστίες αντίστασης, επιτροπές πάλης για διάφορα ζητήματα. Εστίες που θα μπορούσαν να αποτελούν τις πρωταρχικές, στοιχειώδεις μορφές οργάνωσης ενός κόσμου και εν δυνάμει στοιχεία περάσματος σε ανώτερες μορφές.
Μόνο που όλα αυτά έχουν κατά κανόνα αποσπασματικό χαρακτήρα, περιορισμένη διάρκεια, χωρίς συντονισμό, συνέχεια κ.λπ. Αδυνατούν να προχωρήσουν σε μορφές συγκρότησης μετώπων πάλης σε ένα ανώτερο επίπεδο που να διασφαλίζει τη συνέχεια, τη συνοχή, την αποτελεσματικότητα, που να λειτουργούν σαν κινητήρες της λαϊκής πάλης. Μια κατάσταση που δίνει τη δυνατότητα στις δυνάμεις του συστήματος να απομονώνουν τις εστίες αγώνων, να τις συκοφαντούν, να επιβάλλουν τους όρους τους. Σημαντικές εδώ οι ευθύνες των δυνάμεων της Αριστεράς, αλλά στο ζήτημα αυτό θα αναφερθώ παρακάτω.
Για την κοινή δράση
Η αναγκαιότητα της Κοινής Δράσης είναι και αυτή από τα ζητήματα για τα οποία δεν θα έπρεπε να χρειάζονται επιχειρήματα. Μια αναγκαιότητα σύμφυτη με τη λογική κίνησης των λαϊκών δυνάμεων. Απορρέει από την αυτονόητη αναγκαιότητα συσπείρωσης των ευρύτερων δυνατών δυνάμεων για την προώθηση μιας λαϊκής διεκδίκησης ενός λαϊκού στόχου. Μια αναγκαιότητα που αφορά το σύνολο των ανθρώπων του λαού που υφίστανται την εκμετάλλευση και την καταπίεση του συστήματος.
Πολύ περισσότερο σε μια περίοδο που η επίθεση των δυνάμεων του συστήματος πλήττει με τον πιο ανελέητο τρόπο το σύνολο των λαϊκών δικαιωμάτων. Το δικαίωμα στη δουλειά, τις συνθήκες και τα ωράρια εργασίας. Τις εργασιακές αμοιβές. Το δικαίωμα στην περίθαλψη. Τα δικαιώματα της νεολαίας. Τα δημοκρατικά δικαιώματα. Σε μια περίοδο που η παρόξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών κομματιάζει κόσμο, δημιουργώντας ταυτόχρονα κινδύνους για το σύνολο των λαών της γης.
Μια αναγκαιότητα που δεν αφορά μόνο τους αγωνιζόμενους ανθρώπους του λαού αλλά αφορά -θα έπρεπε να αφορά- και το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά. Μόνο που, ως φαίνεται, άλλα τους απασχολούν περισσότερο. Θα έρθω, λοιπόν, και σ’ αυτό το ζήτημα.
Αναγκαιότητες και ευθύνες
Σημαντικές σε σχέση -και- με αυτά τα ζητήματα οι ευθύνες των δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά και οι οποίες αφορούν το πώς τα αντιμετώπισαν.
Η «αφετηρία» του πράγματος μπορεί και πάλι να συνδεθεί με το πώς αντιμετώπισαν την πραγματικότητα. Και κατ’ αρχάς στο πώς αντιμετώπισαν την επίθεση του συστήματος, η οποία ξεκίνησε εδώ και δεκαετίες. Μια επίθεση που δεν μπόρεσαν και κυρίως «δεν ήθελαν να την δουν, καθώς η αναγνώρισή της βραχυκύκλωνε τους μεγαλεπήβολους σχεδιασμούς τους. Αυτό με τη σειρά του οδήγησε στην υποτίμηση της αναγκαιότητας της Αντίστασης. Έφτασαν μάλιστα σε επίπεδα θεωρητικοποίησης της στάσης τους, χαρακτηρίζοντας σαν «φτωχοπροδρομική» την άποψη για την αναγκαιότητα της Αντίστασης. Μια άποψη που δεν εναρμονιζόταν με τους μεγάλους και προωθημένους στόχους που υποτίθεται στόχευαν να προωθήσουν.
Μια τέτοια αντιμετώπιση είχε τις συνέπειές της και στο πεδίο των μετώπων πάλης. Την παραπέρα αποδυνάμωσή τους. Την ελλειμματική έως και ανύπαρκτη στήριξη των εστιών αντίστασης. Την απουσία κινήσεων με στόχο την ανάπτυξη και συγκρότησή τους. Και βεβαίως στην αντιμετώπιση του ζητήματος της Κοινής Δράσης.
Μόνο που οι εξελίξεις έθεταν όλο και περισσότερο σε δοκιμασία τη λογική και τις επιλογές τους. Η όλο και εντεινόμενη σε διάρκεια, χρόνο και βάθος επίθεση του συστήματος τους ανάγκασε να την «δουν» και να την εντάξουν στην πολιτική τους ορολογία. Αντίστοιχα και τη θέση της Αντίστασης με έναν ορισμένο πάντα τρόπο, μια και συνέχισαν να λειτουργούν με το σύνδρομο της «αντεπίθεσης». Με ανάλογο τρόπο αντιμετώπισαν και το ζήτημα της Κοινής Δράσης, την αναγκαιότητα της οποίας αναγκάστηκαν -με τα χρόνια- να υιοθετήσουν και αυτήν. Στα λόγια πάντα. Στην πράξη και στο σύνολό τους σχεδόν, κινούνταν κατά κανόνα στην αντίθετη κατεύθυνση, προβάλλοντας αστήριχτες δικαιολογίες και βάζοντας όρους που καθιστούσαν αδύνατη την υλοποίησή της.
Σε σχέση με αυτό, ας διευκρινίσω μια ακόμη πλευρά του. Δεν αναφέρομαι εδώ σε πολιτικές συνεργασίας που απαιτούν ένα αναβαθμισμένο επίπεδο πολιτικής συμφωνίας. Αναφέρομαι βασικά σε συμπράξεις που απαιτούν έναν ελάχιστο βαθμό συμφωνίας και πάντα σε αναφορά με την προώθηση ενός συγκεκριμένου κάθε φορά στόχου πάλης. Σε συμπράξεις που τίποτα δεν εμποδίζει μια πολιτική δύναμη να διατηρεί τη δική της ιδιαιτερότητα, τη δική της πολιτική οπτική και φυσιογνωμία.
Ένα ψευτοδίλημμα
Με αυτή την πολιτική τους συμπεριφορά δείχνουν πολύ καθαρά ότι το μόνο που πρωτίστως τις ενδιαφέρει είναι η δική τους προβολή και ισχυροποίηση έστω και σε βάρος του κινήματος.
Αναγκαίο εδώ να υπενθυμίσω μια παλιά συζήτηση, πάνω σε ένα υποτιθέμενο «δίλημμα». Κόμμα ή κίνημα; Πρόκειται για ψευτοδίλημμα. Ιδιαίτερα αν αναφερόμαστε σε δυνάμεις που θέλουν να προβάλλουν σαν κομμουνιστικές. Κανένα δίλημμα και καμιά αντίθεση δεν υπάρχει εδώ. Θεωρώ ως «αξίωμα» το ότι η ανάπτυξη μιας κομμουνιστικής δύναμης περνάει μέσα από την ανάπτυξη του κινήματος και αντίστροφα, στο πλαίσιο της διαλεκτικής σχέσης που συνδέει και χαρακτηρίζει αυτούς τους παράγοντες στο πλαίσιο της ταξικής πάλης. Το ότι λειτουργούν έξω και ενάντια στις απαιτήσεις αυτής της σχέσης δείχνει καθαρά ένα πράγμα. Το ότι την όποια ισχυροποίησή τους δεν την βλέπουν να ‘ρχεται μέσα από την ανάπτυξη του κινήματος και με όρους κινήματος. Το ότι την επιδιώκουν μέσα από τους όρους και τις προδιαγραφές του αστικού πολιτικού παιχνιδιού. Κάποιες, κατά καιρούς και για κάποιο διάστημα, τα «καταφέρνουν» (βλ. ΣΥΡΙΖΑ με τις γνωστές συνέπειες για τον λαό, την υπόσταση της Αριστεράς αλλά και τη γνωστή κατάληξη και για τις ίδιες). Από κοντά και το γελοίο του πράγματος. Δυνάμεις που υπό τη σαγήνη μιας τέτοιας «λαμπρής» προοπτικής μικρομεγαλίζουν, με αξιοθρήνητα πάντα αποτελέσματα.
«Ερωτήματα» και απαντήσεις
Θα ήθελα ακόμη να αναφερθώ και σε ένα «επιχείρημα» που κατά καιρούς προβάλλεται υπό τη μορφή δήθεν ερωτήματος. Απαντούν, λέει, η Αντίσταση, η Κοινή Δράση, τα Μέτωπα Πάλης κ.λπ. στα μεγάλα και σημαντικά ζητήματα του κινήματος; Στο ζήτημα της ανατροπής, της επανάστασης, του σοσιαλισμού και όποιου άλλου οραματίζεται κανείς.
Δεν έχω κανένα πρόβλημα να δώσω ευθέως, χωρίς περιστροφές και κανέναν ενδοιασμό την απάντησή μου. Όχι, δεν απαντούν.
Δεν είναι αυτή η βασική διαφορά τους με τους μεγαλεπήβολους σχεδιασμούς και τις «απαντήσεις» του αέρος που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν αυτές οι δυνάμεις. Εκείνο το οποίο υπηρετούν είναι η διαμόρφωση των όρων πάνω στους οποίους οικοδομούνται οι απαντήσεις.
Και για να γίνομαι πιο συγκεκριμένος. Έχω ξεκάθαρο πως μόνο πατώντας πάνω στο πραγματικό έδαφος των αναγκών, των απαιτήσεων και των σημερινών δυνατοτήτων μπορούμε να διαμορφώσουμε τους όρους που θα δώσουν τη δυνατότητα να θέσουμε στην ημερήσια διάταξη ευρύτερους και πιο προωθημένους στόχους. Έχω αμετακίνητη την άποψη ότι σ’ αυτούς τους στόχους δεν φτάνουμε με αερογέφυρα. Μπορούμε να φτάσουμε σ’ αυτούς (όταν και όπως) μόνο πατώντας και στηριζόμενοι πάνω στους όρους και τις προϋποθέσεις που μόνο στο πεδίο της άμεσης καθημερινής πάλης μπορούν να διαμορφώνονται και να οικοδομούνται.
Στο πεδίο όπου δοκιμάζονται απόψεις, ιδέες, αντιλήψεις, προτάσεις, πολιτικές θέσεις και πολιτικές δυνάμεις, στο πεδίο όπου αυτές αναδεικνύονται, ισχυροποιούνται ή απορρίπτονται. Στο έδαφος όπου γεννιούνται και αναπτύσσονται οι ριζοσπαστικές ιδέες και αντιλήψεις. Ακριβώς επειδή στην κίνησή τους οι λαϊκές μάζες, στην αντιπαράθεσή τους με το σύστημα είναι που αναζητούν τις απόψεις που μπορούν να απαντήσουν στο πρόβλημά τους και διέξοδο στις αγωνιστικές τους διαθέσεις. Αντίθετα, είναι στο έδαφος της ακινησίας που ανθούν όλα τα ρεφορμιστικά και οπορτουνιστικά σαπρόφυτα.
Στην ίδια βάση αποτελεί το πεδίο ανάδειξης, διαμόρφωσης και σφυρηλάτησης πρωτοπόρων αγωνιστών, με τον μοναδικό τρόπο που πραγματοποιείται αυτό σε συνθήκες πάλης και ταυτόχρονα το πεδίο «συνάντησης», συνένωσης και συγκρότησής τους.
Ταυτόχρονα, αποτελεί το πεδίο όπου οικοδομούνται δυνατότητες της πιο άμεσης συμβολής στη διαφοροποίηση, τη διαμόρφωση ευνοϊκότερων συσχετισμών. Για τη σημασία του ζητήματος απλά θα υπενθυμίσω εδώ αυτά που ήδη έχω αναφέρει. Το ότι οι συσχετισμοί διαμορφώνονται την κάθε ώρα, την κάθε στιγμή, προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, μέσα από τους μικρούς και μεγάλους αγώνες, τόσο εκείνους που δίνονται όσο και εκείνους που «δεν δίνονται».
Όπως και να ‘χει, οι κομμουνιστές οφείλουν να επιμείνουν σε μια τέτοια κατεύθυνση. Με πλήρη επίγνωση ότι δεν υπάρχουν δρόμοι ευκολίας. Με υπομονή, επιμονή και αποφασιστικότητα. Μόνο έτσι μπορούν να προχωρήσουν. Μόνο έτσι μπορούν να αποκτήσουν εκείνη την υπόσταση που θα τους καθιστά ικανούς να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα του κινήματος, όπως αυτό τίθεται στους καιρούς μας. Μόνο έτσι μπορούν να κερδίσουν το «μεγάλο στοίχημα». Την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των λαϊκών μαζών στην υπόθεσή τους. Ας έρθω λοιπόν, σ’ αυτό.
Ζητήματα εμπιστοσύνης
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κομμουνιστές (και συνολικά η Αριστερά) στην εποχή μας είναι ο κλονισμός της εμπιστοσύνης των λαϊκών μαζών στην υπόθεσή τους. Οι αιτίες βρίσκονται από τη μια στην παλινόρθωση και τις συνέπειες της ήττας. Από την άλλη, στο πώς εκφράστηκαν αυτές οι συνέπειες στην πολιτική και τη συνολική εικόνα των δυνάμεων της εν γένει Αριστεράς.
Θα ήθελα κατ’ αρχάς να αναφερθώ στη σημασία αυτού του ζητήματος. Η πορεία του κομμουνιστικού κινήματος και συνολικά της Αριστεράς βασίστηκε -πέραν των άλλων- και σε αποφασιστικό βαθμό στις σχέσεις εμπιστοσύνης με τις λαϊκές μάζες, το κύρος που μπόρεσαν να οικοδομήσουν. Σχέσεις που οικοδομήθηκαν μέσα από πολύχρονους αγώνες και οι οποίοι κόστισαν διώξεις, εξορίες, φυλακίσεις, βασανιστήρια, δολοφονίες και εκτελέσεις. Μια πορεία μέσα από την οποία κέρδιζε τον σεβασμό των λαϊκών ανθρώπων, ακόμη και εκείνων που δεν συμμερίζονταν τις πολιτικές τους απόψεις.
Αυτή η αναγνώριση, αυτός ο σεβασμός, αυτή η εμπιστοσύνη αποτέλεσαν θεμελιώδεις παράγοντες στήριξης των μικρών και μεγάλων αγώνων των κομμουνιστών και συνολικά της Αριστεράς.
Τα κριτήρια των λαϊκών μαζών
Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει σήμερα. Αυτές οι σχέσεις έχουν εξαερωθεί και η αποκατάστασή τους αποτελεί ζητούμενο. Ένα ζήτημα που η «τελική» και ολοκληρωμένη απάντηση σ’ αυτό συναρτάται με την εξέλιξη της ταξικής πάλης, τον ρόλο που θα μπορέσουν να κατακτήσουν οι κομμουνιστές και συνολικά η Αριστερά μέσα σ’ αυτήν και μέσα απ’ αυτήν, με την πολιτική και τους αγώνες τους. Μια πορεία που, όπως ήδη αναφέρθηκε, έχει δρόμο μπροστά της και τις δικές της μεγάλες απαιτήσεις. Εδώ θα ήθελα να σταθώ στο πώς τίθεται σήμερα το ζήτημα αυτό και ποια προβλήματα θέτει.
Ας ξεκαθαρίσω κατ’ αρχάς ένα ζήτημα. Αποτελεί ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα οι σχέσεις που μπορούν να δημιουργηθούν ανάμεσα στον λαό και ένα επαναστατικό κομμουνιστικό κίνημα από εκείνες που διαμορφώνονται με οποιονδήποτε άλλο (μικροαστικό, αστικό) πολιτικό σχηματισμό.
Το να συντάσσεται κανείς με ένα κομμουνιστικό κίνημα δεν έχει καμία σχέση με το πώς επιλέγει να δώσει λ.χ. την ψήφο του στο α ή β κόμμα. Είναι μια ένταξη που έχει απαιτήσεις, συνέπειες και κόστη. Αυτό είναι κάτι που το αντιλαμβάνονται πολύ καλά οι λαϊκοί άνθρωποι και τόσο ώστε να αποτελεί βίωμά τους. Γι’ αυτό και τα κριτήριά τους σε σχέση με αυτό το ζήτημα είναι αυστηρά.
Δεν κρίνουν οι λαϊκοί άνθρωποι τους κομμουνιστές με τα ίδια κριτήρια με τα οποία κρίνουν τον οποιονδήποτε πολιτικάντη, στον οποίο μπορεί να δώσουν την ψήφο τους, αλλά ποτέ την εμπιστοσύνη τους. Γι’ αυτό και οι σχέσεις ενός κομμουνιστικού κινήματος αλλά και γενικότερα της Αριστεράς με τον λαό δεν είναι από εκείνες που οικοδομούνται εύκολα. Γι’ αυτό και όταν μέσα από μια πορεία αγώνων, προσφοράς και θυσιών οικοδομηθούν σχέσεις εμπιστοσύνης, αποκτούν τέτοιες ρίζες που μπορούν να αντέξουν στον χρόνο και παρά τις δυσκολίες, τα προβλήματα, τις διώξεις.
Παράγοντες απαξίωσης
Πώς τίθεται πλέον το ζήτημα. Στις δυσκολίες των καιρών, στα αρνητικά της περιόδου που διανύουμε τίθεται πλέον και αυτό το πρόβλημα. Η σε σημαντικό βαθμό απαξίωση των αριστερών δυνάμεων στη χώρα μας (αλλά και γενικότερα). Ένα πρόβλημα που αναπαράγεται με βάση την πολιτική αυτών των δυνάμεων, την εν γένει στάση τους, την εικόνα που εκπέμπουν. Ας εξηγηθώ περισσότερο.
Όταν οι δυνάμεις της Αριστεράς πολιτεύονται στο πλαίσιο και με τους όρους του συστήματος, για ποιον λόγο οι λαϊκές μάζες να συνταχθούν μαζί τους; Όταν με την πολιτική τους δείχνουν ούτε να θέλουν και ούτε να μπορούν να αντιμετωπίσουν τα -άμεσα τουλάχιστον- προβλήματα του λαού, για ποιον λόγο να τις ακολουθήσουν; Όταν τις βλέπουν να επιδίδονται σε μια πολιτική συναλλαγών με το σύστημα, για ποιον λόγο να τις εμπιστευθούν;
Πέρα από αυτά, υπάρχει και μια ακόμη και άλλο τόσο σημαντική διάσταση του προβλήματος. Μια οπορτουνιστική πολιτική έχει τις αναπόφευκτες συνέπειές της στο σύνολο των εκφράσεων αυτών των σχηματισμών. Διαβρώνει και δίνει το «χρώμα» της σε όλες τις λειτουργίες προς τα μέσα και προς τα έξω. Στην λογική με την οποία αντιμετωπίζουν τον λαό. Στις μεθόδους που χρησιμοποιούν. Στους τρόπους που κινούνται. Στο ήθος που εκφράζουν. Της συνολικής εικόνας που εκπέμπουν
Θα ήθελα να σταθώ λίγο περισσότερο στο τελευταίο. Δεν πρόκειται απλά και μόνο για ένα ζήτημα ηθικής τάξης (που είναι και τέτοιο). Πρόκειται για ένα εξόχως πολιτικό ζήτημα. Ας έχουμε καθαρό ένα πράγμα και στο οποίο με έναν τρόπο αναφέρθηκα και προηγούμενα. Οι φορείς του αριστερού, του κομμουνιστικού κινήματος δεν χαίρουν της ασυλίας που έχουν οι αντίστοιχοι αστικοί. Ούτε και αντιμετωπίζονται με τα ίδια κριτήρια από τον λαό.
Οι άνθρωποι του λαού μπορούν να συνταχθούν με τους κομμουνιστές και την αριστερά μόνο και εφόσον τους εμπιστευτούν. Μόνο και εφόσον εμπνευστούν από την πολιτική, τη στάση, το παράδειγμά τους. Σε μια τέτοια βάση, η συνέπεια, η εντιμότητα, η καθαρότητα, η ειλικρίνεια δεν αποτελούν απλά και μόνο ζητήματα ηθικής τάξης. Αποτελούν πολιτικό όπλο με αποφασιστική επίδραση στο κέρδισμα της εμπιστοσύνης των λαϊκών μαζών.
Τα εντελώς αντίθετα αποτελέσματα έχει η υποτίμηση, η αφ’ υψηλού θεώρηση αυτών των ζητημάτων. Όσοι πιστεύουν ότι με χειρισμούς και με «έξυπνες» κινήσεις μπορούν να
απαντήσουν στο πρόβλημα του κινήματος, το μόνο που θα βρουν μπροστά τους είναι το δικό τους αδιέξοδο.
Όσοι φαντάζονται ότι με ίντριγκες και δολιχοδρομίες μπορούν να χειριστούν τη λαϊκή υπόθεση, είναι καταδικασμένοι να στριφογυρίζουν γύρω από τον εαυτό τους.
Όσοι θεωρούν πως είναι ο λαός που «δεν καταλαβαίνει» το πόσο σπουδαία είναι η πολιτική τους, ας μην εκπλήσσονται που οι λαϊκοί άνθρωποι δεν βρίσκουν και πολλούς λόγους για να πάρουν στα σοβαρά μια τέτοια Αριστερά.
Ένα κρίσιμο «στοίχημα»
Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο, αλλά και συνολικά αυτή την παρέμβαση, ένα πράγμα θα ήθελα να υπογραμμίσω.
Η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των λαϊκών μαζών είναι ένα στοίχημα που είτε θα το κερδίσουν οι κομμουνιστές είτε θα το συναντούν συνεχώς σαν φραγμό των προσπαθειών τους. Δεν είναι μια εύκολη υπόθεση και ο πρώτος όρος για την αντιμετώπισή του είναι η κατανόηση δύο βασικών πραγμάτων.
Πρώτο, το πού βρισκόμαστε σήμερα σε σχέση με αυτό το θέμα. Δεύτερο, το πόσο μεγάλη είναι η σημασία του για το προχώρημα της υπόθεσής τους.
Συζήτηση
Διαβάστε επίσης:
28 Φεβ 2025Ενταξη Σουηδίας – Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ
Ορισμένα «απλοϊκά» ερωτήματα
Η Σουηδία και η Φινλανδία αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την (όποια) ουδετερότητά τους για να κατοχυρώσουν, λέει, την ασφάλεια και την ανεξαρτησία τους. Αναρωτιέμαι λοιπόν ο ζαλός. Επί διακόσια χρόνια η Σουηδία και κοντά ογδόντα η Φινλανδία διάγουν εν ειρήνη. Αναπτύσσουν τον καπιταλισμό τους, λειτουργούν την αστική τους δημοκρατία εν ασφαλεία. Όλα αυτά παρόλο που η «ουδετερότητά» τους
Διαβάστε περισότερα
28 Φεβ 2025ΑΓΑΙO. Τίνος είναι αυτός ο Πόλεμος
του Βασίλη Σαμαρά
Π.Σ. 351, 10-01-98
Συνεχίζεται η τουρκική άσκηση στο Αιγαίο ενόσω γράφονται αυτές οι γραμμές. Οι αναφορές στα ΜΜΕ για κίνδυνο θερμού επεισοδίου εναλλάσσονται με εκτιμήσεις για ομαλότερες εξελίξεις. Εδώ υπάρχει μια κατάσταση εκ πρώτης όψεως παράδοξη. Οι λαοί Ελλάδας και Τουρκίας (αλλά και γενικότερα της περιοχής) σίγουρα δεν θέλουν τον πόλεμο μια και θα ναι αυτοί που
Διαβάστε περισότερα
28 Φεβ 2025Θα συγκρουστούμε με τον κόσμο των ναρκωτικών ή θα τον αποδεχτούμε;

Π.Σ. 432, 23-06-2001
Επανέρχεται κάθε τόσο η συζήτηση για τη νομιμοποίηση των ναρκωτικών, για τον διαχωρισμό τους σε σκληρά και μαλακά κλπ. Ο γράφων δεν αισθάνεται καθόλου ειδικός επί του θέματος. Δεν γνωρίζει τα κριτήρια διαχωρισμού. Δεν θα
Διαβάστε περισότερα
28 Φεβ 2025Το πρόβλημα της Αριστεράς (μέρος Γ)
Π.Σ 491, 13/12/03
Ποιο είναι το σημερινό πρόβλημα της Αριστεράς
Θεωρούμε λοιπόν ότι η συνολική απάντηση στο γενικότερο πρόβλημα της Αριστεράς (δηλαδή του κινήματος, δηλαδή της υπόθεσης της εργατικής τάξης και γενικότερα του λαού) συναρτάται και θα συμβαδίζει με τις απαντήσεις που θα δίνονται σε μια πορεία στα βασικά προβλήματα που προαναφέραμε. Θα απαντιέται στο βαθμό, το μέτρο και το
Διαβάστε περισότερα
28 Φεβ 2025Το μήνυμα εστάλη οι παραλήπτες απουσίαζαν
Ευρωεκλογές 2009
Ισως είναι η πρώτη φορά που οι ευρωεκλογές αποτυπώνουν με τον πιο καθαρό τρόπο κοινωνικές πολιτικές τάσεις, διεργασίες και διαθέσεις. Η όλη κατάσταση θα μπορούσε να συνοψιστεί σε λίγες φράσεις. Ο λαός είναι οργισμένος και σε τροχιά αντίθεσης με τις δυνάμεις του συστήματος. Από την άλλη μεριά, δεν βρίσκει συγκεκριμένη και ορατή πολιτική διέξοδο ώστε να
Διαβάστε περισότερα
28 Φεβ 2025Εκατό συν ένα χρόνια
του Βασίλη Σαμαρά
Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία, φυλ. 819, στις 10/3/2018

Διανύουμε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο. Μια περίοδο που βαρύνεται με τις συνέπειες της ήττας του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος. Της ήττας των λαών. Μια περίοδο που θέτει μεγάλα και σύνθετα