Το ζήτημα της αριστεράς και οι απαιτήσεις της ταξικής πάλης

(Ομιλία Β. Σαμαρά)

 

Η Συνδιάσκεψη αυτή έχει σαν αντικείμενό της το ζήτημα της Αριστεράς. Πώς θα μπορούσαμε να το ορίσουμε; Θα έλεγα ότι το ζήτημα της Αριστεράς είναι το ζήτημα των λαών. Των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν. Του προσδιορισμού των αιτιών αυτών των προβλημάτων. Των λύσεων που απαιτούνται. Των δυνάμεων που θα προωθήσουν αυτές τις λύσεις, με ποιους τρόπους και μέσα από ποιους δρόμους.

Αυτό συνεπώς που κατ’ αρχάς απαιτείται είναι το να δούμε ποια είναι αυτά τα προβλήματα, ποιος ο χαρακτήρας τους, σε τι πλαίσιο και πώς εξελίσσονται, δηλαδή αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «αναγνώριση» ή συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης.

Αυτό που ολοφάνερα εξελίσσεται μπροστά μας είναι ένα πραγματικό σφαγείο των δικαιωμάτων των εργαζόμενων λαϊκών μαζών. Όχι μόνο στη χώρα μας αλλά συνολικά στον λεγόμενο αναπτυγμένο κόσμο. Άσε πια στις χώρες που χαρακτηρίζονται ως υπανάπτυκτες. Θερίζουν εκεί η πείνα, η εξαθλίωση, οι αρρώστιες. Ερημώνουν οι τόπο τους και διώχνουν τον κόσμο στους δρόμους του σύγχρονου δουλεμπόριου. Και σαν να μην έφταναν αυτά, έχουμε και τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Το κομμάτιασμα λαών και χωρών. Παράλληλα μ’ αυτά εξελίσσεται ένα προτσές καταστροφής της φύσης, των ίδιων των πηγών της ζωής.

Ταυτόχρονα εντείνονται οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αυξάνονται οι εξοπλισμοί, μεγαλώνουν οι κίνδυνοι ακόμη και συνολικής αναμέτρησης.

Αλήθεια γιατί;

Έχουμε, λεν, -όσον αφορά τη χώρα μας- ένα τεράστιο δημόσιο χρέος και πάσης φύσεως ελλείμματα. Καταναλώναμε, λέει, περισσότερα απ’ όσα παράγαμε. Δηλαδή ποιοι; Οι οικογένειες που προσπαθούσαν να τα φέρουν βόλτα με 800, 1000 ή 1500 Ευρώ; Ή μήπως οι κεφαλαιοκράτες με τα τεράστια κέρδη και οι τρόφιμοι των κάθε λογής πρυτανείων;

Μας επιβάλλει, λέει, «σφιχτή» οικονομική πολιτική η ΕΕ. Για μισό λεφτό. Άλλα μας λέγανε κι άλλα μας έταζαν όταν μας έμπαζαν στην ΕΕ και την ΟΝΕ. Για ανάπτυξη μας έλεγαν, για ευημερία φλυαρούσαν, για το ότι «δεν είμαστε πλέον μόνοι» διαλαλούσαν, για «ισχυρή Ελλάδα» στην «οικογένεια της Ευρώπης» μας διαβεβαίωναν. Δεν θυμόμαστε καθόλου να μας έλεγαν οι η ΕΕ θα μας έβαζε το μαχαίρι στο λαιμό.

Αλλά τι να σου κάνει η ΕΕ. Λειτουργούμε, λέει, σε συνθήκες «παγκοσμιοποίησης». Πρέπει, λέει, τόσο ως Ελλάδα όσο και ως Ευρώπη να γίνουμε ανταγωνιστικοί για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε στη ζούγκλα του σύγχρονου κόσμου. Ζούγκλα; Για σταθείτε παρακαλώ! Θυμόμαστε πολύ καλά ότι όλοι οι παράγοντες του συστήματος, όλοι οι «σοφοί», οι αναλυτές, οι δημοσιολογούντες, τα ΜΜΕ, δεν κουράζονται να μας «εξηγούν» και να μας διαβεβαιώνουν για τα καλά της «παγκοσμιοποίησης». Για ενότητα και συνεργασία των χωρών μας μιλούσαν και όχι για -άγριο μάλιστα- ανταγωνισμό. Για ανάπτυξη και ευημερία των λαών μας έλεγαν και όχι για …επιβίωση. Το όραμα του «παγκόσμιου χωριού» μας πρόβαλλαν και όχι την …ζούγκλα.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μας ήρθε και η οικονομική κρίση να τα κάνει χειρότερα.

Κοινό το πρόβλημα, τους ακούμε να μας λεν, πρέπει να το αντιμετωπίσουμε από κοινού, να παρθούν μέτρα. Κι εδώ τα ερωτήματα πληθαίνουν.

Επειδή όλος ο κόσμος γνωρίζει ότι τέτοια μέτρα σαν αυτά που προωθούνται, παίρνονται συνεχώς και πριν ξεσπάσει η κρίση, εδώ και τριάντα χρόνια.

Και πως γίνεται αλήθεια να ανεβαίνει η παραγωγικότητα όλα αυτά τα χρόνια, να αυξάνεται ο παγκόσμιος πλούτος αλλά ταυτόχρονα δισεκατομμύρια ανθρώπων να γίνονται φτωχότεροι έως και σε επίπεδα εξαθλίωσης;

Και πόσο «κοινό» μπορεί να θεωρηθεί ένα πρόβλημα όταν επί δεκαετίες οι κεφαλαιοκράτες κερδίζουν τρισεκατομμύρια και οι εργαζόμενες μάζες χάνουν;

Και πόσο «κοινή» είναι μια προσπάθεια όταν αυτοί που κέρδιζαν, χρηματιστές και Τράπεζες επιδοτούνται με τρισεκατομμύρια και οι λαοί καλούνται να τα πληρώσουν;

Και πώς μπορεί να «χωνευτεί» το σχιζοφρενικό αυτοί που έχαναν, πλήρωναν και πληρώνουν, να εμφανίζονται «χρεωμένοι» σ’ αυτούς που κέρδιζαν, εισέπρατταν και εισπράττουν;

Και εδώ είναι αυτό το τελευταίο «παράδοξο» με το οποίο βρισκόμαστε αντιμέτωποι. Ας επιστρέψω για λίγο σ’ εκείνο το «καταναλώναμε περισσότερα απ’ όσα παράγαμε».

Ας δεχτούμε λοιπόν ότι η μικρή Ελλάδα ανάλωσε περισσότερα απ’ όσα παρήγαγε. Τα επιπλέον τα δανείστηκε ας πούμε από την ΕΕ και της τα χρωστάει. Αλλά και η ΕΕ γιατί και σε ποιον τα χρωστάει; Αλλά ας υποθέσουμε κι εδώ ότι και οι χώρες της ΕΕ ανάλωσαν περισσότερα απ’ όσα παρήγαγαν και τα επιπλέον τα δανείστηκαν από τον υπόλοιπο κόσμο και του τα χρωστάνε.

Αλλά και ο υπόλοιπος, όλος δηλαδή ο κόσμος γιατί και σε ποιον χρωστάει; Μια και είναι γνωστό ότι όλες σχεδόν οι χώρες του κόσμου -ανάμεσά τους και οι πιο ισχυρές- εμφανίζουν ένα τεράστιο δημόσιο χρέος. Ανάλωσε μήπως όλος ο κόσμος περισσότερα απ’ όσα παρήγαγε όλος ο κόσμος; Συγνώμη, αλλά αυτό δεν γίνεται. Δεν γίνεται δηλαδή να αναλωθεί κάτι που δεν έχει ακόμα παραχθεί, που δεν έχει ακόμα υπάρξει. Αυτό θα ‘ταν ένα θαύμα χιλιάδες φορές μεγαλύτερο από εκείνο του Χριστού στην Τιβεριάδα.

Τότε τι είναι λοιπόν αυτό που χρωστάει σε ποιον και γιατί; Θα έλεγα πως αυτό που «χρωστάει» όλος ο κόσμος, είναι αυτό που πρόκειται να παράξει στα επόμενα χρόνια όλος ο κόσμος. Και το «χρωστάει» σε «ιδιώτες», όπως λέγεται, δηλαδή στο κεφάλαιο και ιδιαίτερα στο τραπεζικό-χρηματιστικό, σ’ αυτούς που έχουν υποθηκεύσει τη ζωή μας.

Ποιες είναι λοιπόν οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα και πού θα πρέπει να τις αναζητήσουμε;

Πριν προχωρήσω ωστόσο σ’ αυτές, ας αναφερθώ κατ’ αρχάς σε ορισμένα ακόμη ζητήματα που αναδείχνονται σε σχέση με την κρίση.

Όλοι σχεδόν οι παράγοντες του συστήματος, πολιτικοί, οικονομολόγοι, αναλυτές κ.ά. με διάφορες ευκαιρίες δηλώνουν ότι διέξοδος από την κρίση χωρίς πραγματική μεγέθυνση που να εκφράζει την ανάπτυξη στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας δεν είναι εφικτή.

Όλοι επίσης υποστηρίζουν ότι η τόνωση της ζήτησης είναι που θα διευκόλυνε την αναθέρμανση της πραγματικής οικονομίας, την μεγέθυνση και συνεπώς την διέξοδο. Αντίθετα, η πτώση της ζήτησης κάνει ακόμη δυσκολότερα τα πράγματα.

Όλοι οι παράγοντες του συστήματος (πολιτικοί ηγέτες κ.ά.) διακηρύσσουν ότι ο προστατευτισμός επιδεινώνει την κατάσταση, παρεμποδίζει τις παγκόσμιες συναλλαγές και συνεπώς τις οικονομικές παραγωγικές λειτουργίες. Επικαλούνται μάλιστα το πόσο αρνητικές ήταν οι συνέπειες του προστατευτισμού στην κρίση του 1929.

Όλοι τους και ιδιαίτερα το πρώτο διάστημα μετά το ξέσπασμα της κρίσης δεν κάναν οικονομία στα λόγια τους όταν κατάγγελλαν την «ανευθυνότητα» των Τραπεζών, την ασυδοσία των χρηματιστών, την απληστία των λεγόμενων γκόλντεν μπόιζ (golden boys).

Όλο και περισσότεροι εκδηλώνουν σήμερα την ανησυχία τους ότι με την πολιτική που ακολουθείται ιδιαίτερα στο χρηματοπιστωτικό τομέα, δημιουργείται ο κίνδυνος νέας και μεγαλύτερης φούσκας.

Παρόλα αυτά. Βλέπουμε οι κύριες πιστώσεις να κατευθύνονται στον τραπεζικό-χρηματιστικό τομέα και όχι στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας.

Συνεχίζουν και βαθαίνουν την επίθεση ενάντια στις εργαζόμενες λαϊκές μάζες, επιβάλλουν περιοριστικά μέτρα στις εξαρτημένες χώρες, δηλαδή δημιουργούν όρους μείωσης της ζήτησης.

Όλες οι ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις παίρνουν μέτρα που με έμμεσο ή και άμεσο τρόπο εκφράζουν μια πολιτική προστατευτισμού των οικονομιών τους.

Συνεχίζονται οι ροές κεφαλαίων και πιστώσεων σε κλίμακα τρισεκατομμυρίων στην «οικονομία των χαρτιών» δημιουργώντας μια νέα φούσκα. Θα λέγαμε μάλιστα πιο επικίνδυνη στο βαθμό που εξαντλούνται πλέον οι εφεδρείες που χρησιμοποιήθηκαν για την αντιμετώπιση της προηγούμενης. (Νομισματικές και κρατικών πιστώσεων και εγγυήσεων)

Τι συμβαίνει αλήθεια; Έχουν πάθει ομαδική παράκρουση; Λειτουργούν σε καθεστώς σύγχυσης και άλλα σκέφτονται, άλλα λεν και άλλα πράττουν; Όχι βέβαια! Μόνο που τις απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα θα πρέπει να τις αναζητήσουμε πέρα από αυτά που διακηρύσσουν οι παράγοντες του συστήματος ή και αυτά που ψελλίζουν οι κάθε λογής καιροσκόποι και εν συγχύσει διατελούντες.

Τις απαντήσεις σ’ αυτά που συμβαίνουν θα πρέπει να τις αναζητήσουμε στο σύστημα που κυριαρχεί και καθορίζει τη ζωή μας.

Στη φύση και τον χαρακτήρα του.

Στην λειτουργία και την φιλοσοφία που την καθορίζει.

Στις αντιφάσεις και τις αντιθέσεις που το χαρακτηρίζουν.

Στο καπιταλιστικό ιμπεριαλιστικό σύστημα που κυριαρχεί σήμερα στον κόσμο.

Ένα σύστημα που βασίζει την ύπαρξή του στην εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και συνολικά του λαού.

Που στηρίζει την κυριαρχία του στην πιο ωμή βία.

Που λειτουργεί με κίνητρο το κέρδος και πλήρη αδιαφορία για οτιδήποτε άλλο.

Ένας οργανισμός ακόρεστος και αδηφάγος ως προς την επιδίωξη κέρδους και γι’ αυτό αδίστακτος και εγκληματικός.

Εδώ βρίσκονται οι αφετηριακοί, οι γενεσιουργοί όροι όλων αυτών των «παραλογισμών», δηλαδή των πολιτικών που προωθεί το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο ενάντια στους λαούς.

Έναν και μόνο φραγμό γνωρίζει και μόνο αυτόν αντιμετώπισε στην ιστορία του.

Το μέτωπο πάλης των λαών με κορμό ισχύος την εργατική τάξη συγκροτημένη στο ανώτερο -πολιτικό- της επίπεδο.

Αυτό που όρθωσε η πάλη των λαών στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, με κορυφαία στιγμή την μεγάλη προλεταριακή επανάσταση στη Ρωσία, το 1917.

Αυτή που πυροδότησε την επαναστατική διάθεση των λαών σ’ όλο τον κόσμο, που οδήγησε στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Ρωσία και σε άλλες χώρες αποδείχνοντας ότι υπάρχει και άλλος δρόμος για τους λαούς εκτός από τον καπιταλισμό. Απέναντι σ’ αυτή την «απειλή» της συνολικής ανατροπής του συστήματος είναι που αναγκάστηκαν να κάνουν ορισμένες υποχωρήσεις οι δυνάμεις της αντίδρασης και για να ανασυνταχθούν. Ωστόσο, αυτό που θα ‘πρεπε να ‘χουμε πάντα καθαρό -μια και πολλές αυταπάτες τροφοδότησε αυτή η υποχώρηση του συστήματος- είναι ότι αυτές τις παραχωρήσεις που υποχρεώνεται να κάνει, ποτέ δεν τις ενσωματώνει οργανικά. Αποτελούν πάντα «ξένο σώμα» γι’ αυτό και την λειτουργία του και πάντα προσπαθεί να το «αποβάλλει» όταν οι συνθήκες και οι συσχετισμοί του το επιτρέπουν.

Αυτή την δυνατότητα την έδωσε στις δυνάμεις του συστήματος η οπισθοχώρηση, η ήττα του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος που συντελέστηκε στη διάρκεια του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα και η παλινόρθωση στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες.

Αυτό ήταν που «απελευθέρωσε» τα πιο αντιδραστικά, τα πιο σοβαρά, δηλαδή τα πραγματικά χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος.

Σ’ αυτό βρίσκονται οι αφετηριακοί όροι της επίθεσης ενάντια στην εργατική τάξη και συνολικά στους λαούς. Μια επίθεση που κάνει τα πρώτα βήματά της με αφορμή την κρίση του 1973. Που παίρνει ευρύτερες διαστάσεις με την Θάτσερ και τον Ρήγκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Που διαμορφώνεται σε παγκόσμιο ρεύμα καθώς επεκτείνεται και στις άλλες καπιταλιστικές χώρες και ιδιαίτερα καθώς «συναντιέται» με την ανάλογη επίθεση που εξαπολύει ο Γκορμπατσόφ ενάντια στην εργατική τάξη της ΣΕ και ο Τεγκ Χσιάο Πιγκ σε αυτήν της Κίνας.

Η ανατροπή των ταξικών συσχετισμών σε βάρος της εργατικής τάξης που έφερε αυτή η επίθεση έπαιξε καθοριστικό ρόλο και στις καταρρεύσεις των χωρών στο Ανατολικό μπλοκ το 1989-1991, την ολοκλήρωση της παλινόρθωσης και τη συνολική ανατροπή των παγκόσμιων συσχετισμών σε βάρος των λαών και υπέρ των πιο αντιδραστικών, των πιο επιθετικών δυνάμεων του συστήματος.

Μια ανατροπή που επέτρεψε σ’ αυτές τις δυνάμεις να διευρύνουν και να βαθύνουν την επίθεσή τους στην εργατική τάξη και με στόχο την επαναθεμελίωση των ταξικών σχέσεων σε βάση απόλυτης κυριαρχίας του κεφαλαίου.

Ταυτόχρονα σηματοδοτεί την εκστρατεία επανακατάκτησης-επαναποικιοποίησης του κόσμου από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και με την πρωτοβουλία στη φάση εκείνη να ανήκει στους ιμπεριαλιστές της Δύσης με επικεφαλής τις ΗΠΑ.

Από την άλλη μεριά, κι αυτό είναι μια από τις «εκπλήξεις» που μας επιφυλάσσει κάποιες φορές η Ιστορία, όλες αυτές οι ανατροπές δημιουργούν -«αφανώς» αρχικά- τους όρους μιας συνολικής κρίσης του συστήματος. Μια κρίση που αν την ορίζαμε συνοπτικά θα λέγαμε πως αποτελεί έκφραση της σύμπλεξης της οικονομικής κρίσης, με τη διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων που συντελείται από τα τότε και συνεχίζεται στις μέρες μας. Μια διαδικασία από την οποία τόσο το σύστημα συνολικά όσο και οι δυνάμεις που το συγκροτούν, δεν θα «βγουν» απ’ αυτήν με τον ίδιο τρόπο και την ίδια θέση που είχαν όταν μπήκαν σ’ αυτήν.

Αυτό που τέθηκε στην ημερήσια διάταξη μετά τις ανατροπές του 1989-1991 ήταν το ποιος θα ‘ναι πλέον ο κόσμος. Η διάταξη δυνάμεων μέχρι τα τότε ήταν κατά βάση αυτή που προέκυψε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εννοείται με όλες τις ανατροπές και τροποποιήσεις που συντελέστηκαν σε διάφορες περιοχές και επίπεδα και που άλλωστε διαμόρφωναν σε μια πορεία τους όρους της συνολικής ανατροπής. Ο κόσμος μετά το 1989-1991 δεν ήταν πια ο ίδιος. Δεν έγινε βέβαια και αυτός που θεώρησαν πολλοί στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και επόμενα.

Αυτό που συντελέστηκε ήταν το άνοιγμα μιας πορείας διαμόρφωσής του, στη βάση των νέων δεδομένων. Τόσο σε αναφορά με τη διάταξη δυνάμεων όσο και με διαφοροποιήσεις στην λειτουργία του συστήματος.

Δεν άλλαξε βέβαια η φύση και ο χαρακτήρας του. Υπήρξαν ωστόσο αλλαγές, ενισχύθηκαν πλευρές και χαρακτηριστικά του όπως λ.χ. το ειδικό βάρος και ο ρόλος του χρηματιστικού κεφαλαίου και συνολική ενίσχυση των πιο αντιδραστικών, των πιο επιθετικών δυνάμεων.

Μια βασική έκφραση αυτών των ανατροπών υπήρξε η ανάδειξη του δυτικού ιμπεριαλιστικού μπλοκ σε θέση κυρίαρχου των εξελίξεων με τις ΗΠΑ σε ρόλο μοναδικής υπερδύναμης μετά τη διάλυση της ΣΕ.

Με βάση αυτό επιχειρήθηκε η επιβολή της Νέας Τάξης Πραγμάτων, όπως αρχικά ονομάστηκε για να φορέσει στη συνέχεια το πιο αποδεκτό όνομα της «παγκοσμιοποίησης». Με τις άλλες δυνάμεις σε θέση υποχώρησης, η Δύση με επικεφαλής τις ΗΠΑ προχώρησε στον «Πόλεμο του Κόλπου» (1991) με τον οποίο ισχυροποίησης την παρουσία της και τον έλεγχο στην περιοχή της Μ. Ανατολής. Συνέχισε με την κατάληψη -ουσιαστικά- των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ και το κομμάτιασμα της Γιουγκοσλαβίας. Διείσδυσε στον Καύκασο με εμφανείς τις βλέψεις και για διάλυση της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Ταυτόχρονα και στα πλαίσια της υποτιθέμενης «παγκοσμιοποίησης» επέβαλλε μια σειρά όρους σε παγκόσμια κλίμακα που της επέτρεπαν να προωθήσει την κυριαρχία της οικονομικά, πολιτικά και όπου χρειαζόταν και στρατιωτικά. Την «απελευθέρωση» των αγορών, της κίνησης κεφαλαίου των «επενδύσεων», της «αγοράς εργασίας» κ.ά.

Με την εργατική τάξη αποσυγκροτημένη, το κομμουνιστικό κίνημα σε αποσύνθεση και τους λαούς αφοπλισμένους προχώρησε σε ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζόμενων λαϊκών μαζών σε παγκόσμια κλίμακα και τη συσσώρευση κερδών σε τεράστια κλίμακα.

Στο ίδιο διάστημα, η ανάπτυξη της λεγόμενης «Νέας Οικονομίας» έδινε υποσχέσεις μιας μεγαλύτερης ανόδου ενώ η κυρίαρχη θέση τους έδειχνε να διασφαλίζει ακόμη πιο λαμπρές προοπτικές.

Όλα έδειχναν ευνοϊκά για τους ιμπεριαλιστές της Δύσης. Τόσο ώστε οι ΗΠΑ όχι μόνο να ονειρεύονται αλλά και να θέτουν ως στόχο την παγκόσμια κυριαρχία και να αρχίσουν να τον προωθούν έμπρακτα.

Μόνο που τα πράγματα δεν ήταν όπως τα νόμιζαν Η Δύση με επικεφαλής τις ΗΠΑ είχαν κερδίσει τον «πόλεμο» μόνο που αυτός ήταν ο «ψυχρός» όπως ονομαζόταν. Οι παγκόσμιοι συσχετισμοί είχαν ανατραπεί αλλά όχι στην κλίμακα που θα επέφερε ένας πραγματικός, ένας «θερμός» πόλεμος. Ο «εχθρός» είχε υποχωρήσει σε μεγάλο βάθος αλλά είχε ακόμα τα περιθώρια και τις δυνατότητες ανασύνταξης.

Οι εξελίξεις μετά από ένα διάστημα άρχισαν να αναδείχνουν τους πραγματικούς συσχετισμούς στον κόσμο.

Καταλυτικό ρόλο στην επιτάχυνση των εξελίξεων έπαιξε η ανοιχτή προώθηση από τις ΗΠΑ του στόχου της παγκόσμιας κυριαρχίας, όπως εκφράστηκε με την «ευκαιρία» που τους πρόσφερε η επίθεση στους δίδυμους πύργους (2001) με την εκστρατεία στο Αφγανιστάν και ιδιαίτερα τη νέα επιδρομή και κατάληψη του Ιράκ (2003). Υπήρξε μια μεγάλη αντίδραση των λαών του κόσμου με γιγαντιαίες αντιπολεμικές αντιαμερικανικές διαδηλώσεις σε παγκόσμια κλίμακα. Ταυτόχρονα αντιτάχθηκαν ανοιχτά σ’ αυτή την πολιτική των ΗΠΑ, όχι μόνο Κίνα και Ρωσία αλλά και Ευρωπαίοι σύμμαχοι των ΗΠΑ και κυρίως Γαλλία, Γερμανία.

Εκείνο πάντως που ανέδειξε το αδιέξοδο της στρατηγικής των ΗΠΑ ήταν η ηρωική αντίσταση του Ιρακινού λαού. Αυτή ήταν που κουρέλιασε το δόγμα του Τρόμου που θέλησαν να επιβάλλουν οι ΗΠΑ, που πυροδότησε στη συνέχεια το φούντωμα της αντίστασης στο Αφγανιστάν και συνολικά στην Μ. Ανατολή που έδειξε ότι οι ΗΠΑ δεν είναι άτρωτες. Με αυτή την έννοια ο Ιρακινός λαός αντιστάθηκε στην περίπτωση αυτή για λογαριασμό των λαών όλου του κόσμου.

Αυτές ήταν σε πολύ γενικές γραμμές οι εξελίξεις που έφεραν στο προσκήνιο αυτό που είχε ήδη τεθεί στην ημερήσια διάταξη από το 1989-1991. Το ποιος θα ‘ναι πλέον ο κόσμος, πώς διαμορφώνεται, ποια θα ‘ναι η νέα διάταξη δυνάμεων κ.λπ.

Πριν προχωρήσουμε σ’ αυτό, χρειάζεται να σταθούμε στα της οικονομικής κρίσης. Στο πώς αυτή συμπλέκεται με τη διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων συνθέτοντας τη συνολική κρίση του συστήματος.

Να σημειώσουμε κατ’ αρχάς ότι η ύπαρξη των οικονομικών κρίσεων είναι σύμφυτη με την ύπαρξη και την λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος. Συνδέεται άμεσα με την βασική του αντίφαση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την κεφαλαιοκρατική ιδιοποίηση και διαχείριση του παραγόμενου προϊόντος.

Εμφανίζεται με την μορφή μπλοκαρίσματος των οικονομικών, παραγωγικών λειτουργιών και έχει σαν άμεση συνέπεια την καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων. Βασικός όρος εκδήλωσής της, η αδυναμία πραγματοποίησης -με τις διαμορφωμένες συνθήκες- του προσδοκώμενου κέρδους από τους καπιταλιστές. Η αιτία γι’ αυτό είναι ακριβώς η …ίδια. Με την ασυγκράτητη επιδίωξη του άμεσου και μέγιστου δυνατού κέρδους οι καπιταλιστές «πετυχαίνουν» το ακριβώς αντίθετο.

Να «εξαντλήσουν» τους όρους, τους παράγοντες και τις συνθήκες κερδοφορίας. Τον ίδιο ακριβώς στόχο έχουν και τα μέτρα που προωθούνται ως «απάντηση» στην κρίση. Τη διαμόρφωση όρων νέας κερδοφορίας. Μέσα από την ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και συνολικά των λαών ενώ η καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων διαμορφώνει το «παρθένο» έδαφος της νέας κερδοφορίας.

Η σημερινή κρίση έχει τη βάση της στους θεμελιακούς όρους λειτουργίας του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος και τους ιδιαίτερους όρους και τις μορφές με τις οποίες εμφανίζεται τις οφείλει στο πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα ιδιαίτερα κατά την τελευταία εικοσαετία.

Αφετηρία για την εκδήλωσή της ήταν το «σκάσιμο» της «φούσκας», όπως ονομάστηκε, με τα οικιστικά στις ΗΠΑ. Αυτό πυροδότησε το ρήγμα στην άλλη, την παγκόσμια φούσκα που είχε γιγαντωθεί ιδιαίτερα κατά την τελευταία εικοσαετία.

Μια φούσκα η οποία αποτελούνταν από «παράγωγα» όπως ονομάζονται χρηματιστικά «προϊόντα» και των οποίων η ονομαστική αξία υπερέβαινε στο πολλαπλάσιο τις πραγματικές αξίες τις οποίες υποτίθεται αντιπροσώπευαν. Με τη σειρά του αυτό το συνολικό ξεφούσκωμα συμπαρέσυρε προς τα κάτω και συνεχίζει να παρασύρει όλες τις οικονομικές, παραγωγικές λειτουργίες.

Αυτό που θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε εδώ είναι ότι στη βάση αυτής της φούσκας υπήρξε μια συσσώρευση κεφαλαίων που στον έναν ή τον άλλον βαθμό αντιπροσώπευαν πραγματικές αξίες.

Εδώ αναδείχνονται δύο βασικά ερωτήματα.

Πρώτο, ποιες ήταν οι πηγές αυτής της συσσώρευσης και πώς πραγματοποιήθηκε.

Δεύτερο, γιατί αυτά τα κεφάλαια δεν αξιοποιήθηκαν επενδυτικά και στην κλίμακα που τους αντιστοιχούσε με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση όρων που συνέτειναν στο ξέσπασμα της κρίσης.

Πηγές αυτής της συσσώρευσης υπήρξαν αυτές που ήταν πάντα και που άλλωστε αποτελούν τα βάθρα -από οικονομική άποψη- του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος. Κατά πρώτο, η άμεση εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, η ιδιοποίηση της υπεραξίας που αποφέρει αυτή στο κεφάλαιο.

Κατά δεύτερο, η καταλήστευση των πιο αδύναμων χωρών και των λαών τους από τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις.

Από εκεί και πέρα, ποιο μέρος αυτής της αξίας υφαρπάζει ο ένας ιμπεριαλισμός από τον άλλον, είναι ζήτημα όρων και συσχετισμών.

Η βασική αιτία που αυτή η εκμετάλλευση μπόρεσε να αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό και να οδηγήσει σε τέτοιας κλίμακας συσσώρευση βρίσκεται σ’ αυτό που κιόλας αναφέρθηκε.

Στην ήττα του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος.

Αυτή ήταν που έδωσε την δυνατότητα στο κεφάλαιο να κλιμακώσει την επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη και στους ιμπεριαλιστές να προχωρήσουν στην επιχείρηση επανακατάκτησης του κόσμου.

Έτσι διαμορφώθηκαν οι όροι μιας πρωτοφανούς έντασης της εκμετάλλευσης και μιας συσσώρευσης που έτεινε να πάρει χαρακτηριστικά συσσώρευσης «πρωταρχικού» χαρακτήρα.

Δεν αναφέρομαι εδώ απλά και μόνο στην συσσώρευση κερδών και τεράστιων όγκων κεφαλαίου.

Το ζήτημα βρίσκεται στο ότι σε παγκόσμια κλίμακα διαμορφώνεται μια στρατιά εργατών που όχι μόνο δεν κατέχουν μέσα παραγωγής (τους έχουν αφαιρεθεί προ πολλού) αλλά που στερούνται πλέον και τα στοιχειωδέστερα των δικαιωμάτων τους, έτσι ώστε να βρίσκονται εντελώς αφοπλισμένοι απέναντι στην ανελέητη εκμεταλλευτική διάθεση του κεφαλαίου.

Στο ίδιο διάστημα είχαμε μια πραγματική κατάληψη των πηγών ενέργειας και πρώτων υλών και συνολικά των πλουτοπαραγωγικών πηγών των αδύναμων χωρών.

Την επιβολή όρων που επέφεραν την καταστροφή παραγωγικών τους κλάδων και συνολικά των οικονομιών τους έως και σε επίπεδα οικονομικής ερήμωσης. Συνολικά την απαλλοτρίωση των όποιων δυνατοτήτων να σταθούν στοιχειωδώς οικονομικά στα πόδια τους ώστε να παραμένουν έρμαια απέναντι στην ληστρική διάθεση των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων.

Αυτή η ερήμωση βρίσκεται στη βάση της φυγής εκατομμυρίων εργαζομένων, αυτού του σύγχρονου δουλεμπόριου που προσφέρει στο ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο πρόσθετη, φθηνή και εντελώς αφοπλισμένη εργατική δύναμη. Σε σχέση μ’ αυτό το ζήτημα αξίζει μια ιδιαίτερη αναφορά σε χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία. Σ’ αυτές τις χώρες και με βάση τη «βιασύνη» των αστικών τους τάξεων να σχηματιστούν-ολοκληρωθούν σαν τέτοιες και να πλασαριστούν στο παγκόσμιο ταμπλό αυτή η πρωταρχική συσσώρευση παίρνει τα πιο «τυπικά», δηλαδή τα πιο βάρβαρα και ανελέητα χαρακτηριστικά. Τόσο ώστε μόνο με την βαρβαρότητα με την οποία πραγματοποιήθηκε η πρωταρχική συσσώρευση στις καπιταλιστικές χώρες της Δύσης πριν από αιώνες να μπορεί να συγκριθεί.

 

Η στρέβλωση της στρέβλωσης

 

Το πρόβλημα ωστόσο για το σύστημα ήταν και παραμένει το ότι όλη αυτή η συσσώρευση έπρεπε να βρει διέξοδο επενδυτική. Όλη αυτή η κερδοφορία και συσσώρευση έχει σχετικό και μόνο νόημα αν δεν εντάσσεται στον κύκλο της διευρυνόμενης αναπαραγωγής του -πραγματικού- κεφαλαίου. Τα κεφάλαια, και όχι μόνο τα «εικονικά», υπόκεινται σε διαδικασία απαξίωσης όταν «αποσυνδέονται» από το πεδίο της πραγματικής οικονομίας.

Αντίθετα, αυτό που είχαμε ήταν μια καθολική σχεδόν στροφή στο εύκολο, γρήγορο και μέγιστο -χρηματιστηριακό- κέρδος. Αυτό βέβαια είναι πάντα το κίνητρο του κάθε κεφαλαιοκράτη, υπήρχαν ωστόσο και ορισμένες συναρτήσεις που ωθούσαν σε μια τέτοια κατεύθυνση.

Η πρώτη συνδέεται με το ότι η υπάρχουσα οικονομική παραγωγική δομή δεν μπορούσε να απορροφήσει επενδυτικά αυτή την μεγάλη συσσώρευση και να αποδώσει τα προσδοκώμενα κέρδη. Σ’ αυτό συνέτεινε και η αφαίμαξη της αγοραστικής δύναμης των πλατιών εργαζόμενων μαζών με βάση τα μέτρα «λιτότητας» που προωθούνται παγκόσμια.

Ταυτόχρονα η πολλά υποσχόμενη «Νέα Οικονομία» (κομπιουτεροποίηση κ.λπ.) δεν είχε το μέγεθος που θα της επέτρεπε να απαντήσει στο πρόβλημα και γι’ αυτό άλλωστε σχετικά σύντομα έπιασε τα όριά της. Από την άλλη μεριά η ανάπτυξη σε ευρεία κλίμακα «νέων Οικονομιών» σκόνταφτε σε πολύ σοβαρά εμπόδια στα οποία και θα αναφερθώ παρακάτω.

Ο δεύτερος παράγοντας σχετίζεται με το ότι το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα με βάση το πώς διαρθρώνεται και λειτουργεί, δεν αποτελεί παρά έναν μηχανισμό ροής κεφαλαίων «εκ των κάτω προς τα άνω». Ιδιαίτερα την τελευταία εικοσαετία είχε διαμορφωθεί σε μηχανισμό απορρόφησης κεφαλαίων από τις λαϊκές μάζες προς το κεφάλαιο. Από τις εξαρτημένες χώρες στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις και ταυτόχρονα συγκέντρωσής τους στους «οίκους» που εδράζονταν στην Γουόλ Στριτ και το Σίτυ. Ταυτόχρονα με την υπερδιόγκωση των «χαρτιών» ιδιοποιούνταν και υποθήκευαν την …αυριανή παραγωγή και τα κεφάλαια που …έμελλε να υπάρξουν. Είχαν λοιπόν και συνεχίζουν να έχουν πολύ σοβαρούς λόγους για την ενίσχυση αυτού του μηχανισμού και τη διατήρησή του ως έχει.

Σ’ αυτό βρίσκεται και η κύρια εξήγηση για το ότι δεν αντιμετώπισαν ανάλογα με τη σοβαρότητα του προβλήματος, το ότι το άνοιγμα της «ψαλίδας» εικονικού-πραγματικού έπαιρνε δυσθεώρητες διαστάσεις. Άλλωστε η ύπαρξη και το άνοιγμα αυτής της ψαλίδας είναι σύμφυτη με την ύπαρξη και την λειτουργία του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος. Στην πράξη υπάρχει μια συνεχής μετατόπιση αυτής της ψαλίδας. Το κρίσιμο στοιχείο από οικονομική άποψη είναι η πραγματική μεγέθυνση στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας ώστε η διεύρυνση του εικονικού να μην ξεφεύγει σε ανεξέλεγκτα επίπεδα. Γενικότερα λειτουργεί στη βάση της «πίστης». Αυτή υφίσταται στη βάση τόσο οικονομικών όσο και πολιτικών ακόμη και στρατιωτικών όρων. Της εμπιστοσύνης δηλαδή ότι το σύστημα είναι ισχυρό, μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί αποδοτικά και στην πορεία να συνεχίζει -μέσα από την πραγματική μεγέθυνση- να δίνει το απαραίτητο «ποσοστό» υπόστασης στο εικονικό ή αλλιώς να διασφαλίζει το «κούρεμα» των μετοχών.

 

Η «συνάντηση» της οικονομίας με την πολιτική

 

Μια τέτοια συνολική διέξοδος -από οικονομική άποψη- σχετιζόταν με την ανάπτυξη σε ευρεία κλίμακα των λεγόμενων «Νέων Οικονομιών» στις οποίες αναφέρθηκα προηγούμενα. Ένα πεδίο που θεωρούνταν ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια συνολική εκτίναξη το σύστημα. Τέτοιες τάσεις, κατευθύνσεις και πρακτικές υπήρξαν και συνεχίζουν να υπάρχουν. Τελευταία μάλιστα προστέθηκε και το πεδίο της λεγόμενης «πράσινης» ανάπτυξης. Υπήρξαν σε πεδίο επιστημονικής έρευνας, εργαστηρίου, πειραματικών εφαρμογών και ως ένα βαθμό στο πεδίο της βιομηχανικής παραγωγής με την «Νέα Οικονομία» όπως αναφέρθηκε. Σε σχέση μ’ αυτό υπήρχαν και υπάρχουν πολλά και πάσης φύσεως προβλήματα. Επιστημονικά, τεχνολογικά κ.ά. Ιδιαίτερη και αποφασιστική σημασία έχουν ωστόσο τα εξής.

Επενδύσεις τέτοιου χαρακτήρα και σε τέτοια κλίμακα απαιτούν κατ’ αρχάς μια συσσώρευση κεφαλαίων «πλανητικού» μεγέθους. Θα μπορούσα να πως σαν αυτή που ήδη συντελούνταν. Ταυτόχρονα ωστόσο απαιτούν και μια αγορά αντίστοιχων πλανητικών διαστάσεων, τέτοια που να διασφαλίζει την απόσβεση, απόδοση, κερδοφορία των επενδύσεων. Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε τη συνάρτηση «χρόνου» (από την φάση εργαστηρίου μέχρι το στάδιο της κερδοφορίας) σημαίνει ότι αυτή η αγορά χρειάζεται να είναι ελεγχόμενη σ’ όλη της την έκταση και σε βάθος χρόνου. Εδώ είναι που «ξανασυναντώνται» η οικονομία με την πολιτική (αν είχαν «χωρίσει» ποτέ) καθώς μια τέτοια διασφάλιση δεν μπορεί να υπάρξει στη βάση οικονομικών και μόνο όρων. Απαιτεί αντίστοιχους πολιτικούς αλλά και στρατιωτικούς όρους.

Ένας τέτοιος έλεγχος έδειχνε να είναι διασφαλισμένος για λογαριασμό των δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μετά το 1989-1991 και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Έδειχνε αλλά δεν ήταν. Οι πραγματικοί συσχετισμοί στον κόσμο διαμορφώνονταν σε διαφορετική κατεύθυνση απ’ ό,τι υπολογίζονταν κι αυτό αναπόφευκτα θα αναδείχνονταν κάποια στιγμή. Και αυτό που αναδείχτηκε ήταν μια «άλλη» διάταξη δυνάμεων. Οι βεβαιότητες κυριαρχίας κατέρρευσαν. Οι αγορές όχι μόνο δεν φαίνονταν διασφαλισμένες και μάλιστα σε βάθος χρόνου αλλά και «στένευαν» καθώς στο προσκήνιο πρόβαλλαν και δυνάμεις που καθόλου δεν υπολογίζονταν μέχρι τα τότε.

Καθοριστικής σημασίας και παράγων επιτάχυνσης των εξελίξεων υπήρξε το βάλτωμα των ΗΠΑ στο Ιράκ, στο οποίο αποφασιστικό ρόλο έπαιξε η Ιρακινή Αντίσταση. Η ανάδειξη του αδιεξόδου της στρατηγικής τους για παγκόσμια κυριαρχία, της αναντιστοιχίας στόχου και μέσων που διέθεταν -από μόνες τους- οι ΗΠΑ για την επίτευξη ενός τέτοιου στόχου.

Το ρήγμα στο δυτικό ιμπεριαλιστικό μπλοκ καθώς οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές δεν αποδέχονταν τον ρόλο του Βαλέ της αμερικανικής στρατηγικής αλλά διεκδικούσαν επαναπροσδιορισμό σχέσεων, ρόλων και …μεριδίων. Η πορεία ανασυγκρότησης της ρωσικής ισχύος υπό του Πούτιν. Η ανάδειξη της Κίνας που όλο και πιο δυναμικά εμφανιζόταν στο προσκήνιο. Ταυτόχρονα έκαναν την εμφάνισή τους και δυνάμεις όπως η Ινδία, η Βραζιλία ενώ το πλαίσιο που διαμορφωνόταν «ενθάρρυνε» και δυνάμεις μικρότερης εμβέλειας να προσπαθήσουν να πλασαριστούν και αυτές. Ιράν, Βενεζουέλα, Αργεντινή, Σ. Αραβία, Ν. Αφρική κ.ά. Συνολικότερα αναδείχτηκε αυτό που ήδη συντελούνταν. Η διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων.

Αυτές οι εξελίξεις είχαν τις συνέπειές τους (άμεσες και μακροχρόνιου χαρακτήρα) και στο οικονομικό πεδίο και, εννοείται, σε σχέση αλληλεπίδρασης. Οι περιφερειακές κρίσεις λ.χ. που ξεσπάγανε στο μεταξύ αποτελούσαν εκφράσεις αυτών που συνέβαιναν αλλά και προανάκρουσμα αυτών που έρχονται. Αν αυτά τα «μηνύματα» δεν αντιμετωπίστηκαν ανάλογα με το βάρος που τους αντιστοιχούσε δεν ήταν επειδή στους παράγοντες του συστήματος τους «έλειπε το μυαλό». Ήταν επειδή δεν ευνοούσαν -κατά κύριο λόγο οι ΗΠΑ- να παραιτηθούν από τα πλεονεκτήματα που τους έδινε η κατάσταση έτσι όπως ήταν διαμορφωμένη μέχρι τα τότε. Μόνο που τα πράγματα είχαν πάρει κιόλας το δρόμο τους, τόσο στο οικονομικό όσο και στο πολιτικό πεδίο.

Η νέα διάταξη δυνάμεων ήταν πλέον γεγονός. Η διαδικασία αναδιάταξης ήταν το ζήτημα που είχε τεθεί στην ημερήσια διάταξη.

Και στο μεταξύ η «φούσκα» που γιγαντωνόταν ανεξέλεγκτα, ήταν ζήτημα χρόνου πλέον το πότε θα σκάσει. Και …έσκασε, με τις γνωστές συνέπειες.

Το ζήτημα είχε πλέον τεθεί στο σύνολό του.

Η συνολική κρίση του συστήματος ως έκφραση της σύμπλεξης της οικονομικής κρίσης με την διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων ή αλλιώς του «ξαναμοιράσματος» του κόσμου.

Με αυτό είχαν πλέον να αναμετρηθούν όλες οι δυνάμεις απέναντι σ’ αυτό, να προσαρμοστούν ή να αναπροσαρμόσουν τις στρατηγικές τους. Ακριβώς αυτό το νόημα είχε η αντικατάσταση της ομάδας Τσένι-Μπους στις ΗΠΑ από τον Ομπάμα και οι ανάλογες προσαρμογές στις άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες.

 

Πώς διαμορφώνεται πλέον η κατάσταση

 

Όταν ξέσπασε η κρίση και επικράτησε ο πανικός μια συνολικής κατάρρευσης, όλοι οι παράγοντες του συστήματος, συναγωνίστηκαν στο ποιος θα καταγγείλει με τα πιο σκληρά λόγια το χρηματιστικό κεφάλαιο, τις Τράπεζες, τα golden boys. Την ανευθυνότητα, την ασυδοσία, την απληστία τους.

Σήμανε συναγερμός για τους ιθύνοντες του συστήματος παγκόσμια. Συσκέψεις επί συσκέψεων. Σε εθνική κλίμακα, σε ευρωπαϊκή, σε παγκόσμια. Του G20, του GΧ, του GΨ. Και διακηρύξεις. Για την αναγκαιότητα του διεθνούς συντονισμού των προσπαθειών αντιμετώπισης της κρίσης. Ρύθμισης και ελέγχου του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Περικοπών των μπόνους στα στελέχη των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων. Αποκήρυξης του προστατευτισμού και διαφύλαξης της ελευθερίας των παγκόσμιων συναλλαγών. Ενίσχυσης της πραγματικής οικονομίας και της ενεργού ζήτησης κ.λπ.

Συνακόλουθα υψώθηκαν φωνές ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό. Την «απουσία» του κράτους (αλήθεια, πού την είδαν;) από την οικονομία. Ανέβασαν τους τόνους της κριτικής οι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι. Κάποιοι μάλιστα «θυμήθηκαν» μέχρι και τον Μαρξ. Ακόμη και τον …Λένιν. Κι από κοντά οι γνωστοί και αμετανόητοι «πρόθυμοι» άρχισαν να εκπονούν -τρομάρα τους- προτάσεις για την αντιμετώπιση αυτού του «κοινού προβλήματος».

Παρόλ’ αυτά -ωστόσο- στην πράξη γίναν άλλα. Διατέθηκαν τρισεκατομμύρια για τη διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ο προστατευτισμός αποτελεί πλέον μια σταθερά στην πολιτική των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων. Η πολιτική της επίθεσης στο εργατικό εισόδημα και της επιβολής ασφυκτικών όρων στις αδύναμες χώρες συνεχίζεται και επεκτείνεται. Η αθρόα διάθεση κεφαλαίων απ’ το… μέλλον και η διαμόρφωση όρων δημιουργίας μιας νέας και πιο επικίνδυνης φούσκας καλά κρατεί. Τι είναι αλήθεια αυτό που τους οδηγεί στο να προσπερνούν αυτούς τους κινδύνους;

Και είναι άραγε τόσο «αδύναμος» ο Ομπάμα (όπως και οι κυβερνήσεις άλλων ιμπεριαλιστικών κρατών) που δυσκολεύεται να περάσει όρους στοιχειώδους ελέγχου της ασυδοσίας τραπεζών και χρηματιστών; Όχι βέβαια. Από τη μεριά μας θα λέγαμε ότι το καπιταλιστικό ιμπεριαλιστικό σύστημα μας δείχνει για άλλη μια φορά πως δεν είναι κεϊνσιανό ή νεοφιλελεύθερο αλλά απλά καπιταλιστικό, ιμπεριαλιστικό.

Ας πούμε όμως κάτι περισσότερο.

 

Είναι γνωστό σε όλους τους αστούς οικονομολόγους (και όχι μόνο) ότι καμιά κρίση δεν μπορεί και δεν πρόκειται να ξεπεραστεί χωρίς πραγματική ανάπτυξη και πραγματική μεγέθυνση στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας.

Στις δοσμένες συνθήκες καθολικής επέκτασης και κυριαρχίας των καπιταλιστικών σχέσεων σε παγκόσμια κλίμακα η συνολική διέξοδος συνδέεται -για τους περισσότερους- με μια συνολική επίσης οικονομική «εκτίναξη» του συστήματος. Μια εκτίναξη που στη βάση των υπαρχόντων όρων συναρτάται με την ανάπτυξη σε ευρεία κλίμακα των «Νέων Οικονομιών» (νέων προϊόντων, προωθημένης τεχνολογίας, επιχειρήσεων αιχμής κ.λπ.).

Όπως ήδη αναφέραμε αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς την ανάλογη συσσώρευση.

Δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς την αναδιανομή αγορών. Με τη σειρά της αυτή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά σε συνάρτηση με τη διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων.

Τι σημαίνουν όλα αυτά;

Το πρώτο που θα ‘χαμε να παρατηρήσουμε είναι πως πρόκειται για ζητήματα που δεν λύνονται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Θα απαντηθούν (όσο, όπως) σε μια πορεία, μέσα από τον πιο άγριο ανταγωνισμό, σε όλα τα πεδία, ακόμη και σε επίπεδο αναμετρήσεων.

Το δεύτερο ότι από αυτήν τη συνολική κρίση, την οικονομική κρίση και την πορεία αναδιάταξης δυνάμεων, το σύστημα δεν θα «βγει» όπως «μπήκε» σ’ αυτήν. Ούτε σαν σύνολο, ούτε σαν κάθε δύναμη ξεχωριστά. (Και αυτό χωρίς να συνυπολογίζουμε εδώ την παράμετρο των λαών που όταν η πάλη τους ανυψωθεί στα επίπεδα που μπορεί, θα θέσει άλλα δεδομένα). Η νέα διάταξη δυνάμεων, η νέα ιεραρχία που θα προκύψει μέσα από όλα αυτά, δεν θα ‘ναι ούτε η χτεσινή, ούτε η σημερινή. Αυτό είναι κάτι που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το αντιλαμβάνονται όλες οι δυνάμεις πλέον.

Αντιλαμβάνονται επίσης ότι αυτή η διαδικασία θα τραβήξει σε βάθος χρόνου.

Και είναι αυτά που καθορίζουν πλέον τη στάση, την πολιτική και τις επιλογές τους σε όλα τα πεδία.

Η πραγματικότητα που διαμόρφωσαν οι εξελίξεις έθεσε σε δοκιμασία τις στρατηγικές όλων των δυνάμεων και ανέδειξε αναγκαιότητες αναπροσαρμογών.

Στις ΗΠΑ και με βάση τα αδιέξοδα της στρατηγικής τους ξανατέθηκε το δίλλημα κυριαρχία ή ηγεμονία, που άλλωστε συνέτεινε στον παραμερισμό των Τσένι-Μπους και την ανάδειξη Ομπάμα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ έχουν κιόλας παραιτηθεί από τον στόλο της παγκόσμιας κυριαρχίας. Αυτή η κατεύθυνση δεν ήταν μια «ιδέα» που ήρθε έτσι του καλού καιρού στο κεφάλι του Τσένι και της ομάδας του. Είχε άμεση συνάρτηση με το παγκόσμιο πλέγμα των σχέσεων (οικονομικών, πολιτικών, στρατιωτικών, στρατηγικών) που έχουν επιβάλλει οι ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες και που αποτελούν θεμελιακά στοιχεία της συνολικής δομής και υπόστασής τους. Ταυτόχρονα έκφραζε συγκεκριμένες δυνάμεις και τάσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ οι οποίες συνεχίζουν να υπάρχουν και να είναι ισχυρές. Με βάση αυτά τα δεδομένα οι ΗΠΑ ούτε θέλουν «ούτε μπορούν» να αλλάξουν. Θα συνεχίσουν στην ίδια τροχιά -όπως άλλωστε ήδη δείχνουν τα πεπραγμένα τους- και με τις απαραίτητες εννοείται προσαρμογές που θα επιβάλλουν τις εξελίξεις. Το αν αυτό θα τους φέρει σε θέση κυριαρχίας, ηγεμονίας ή κάτι άλλο, μένει να το δούμε.

Για τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές και κατά πρώτο λόγο Γαλλία, Γερμανία, η διάσπασή τους με τις ΗΠΑ δεν σημαίνει καθόλου ότι έχουν απορρίψει οριστικά και τελεσίδικα την προοπτική διατήρησης της Ευρωατλαντικής Συμμαχίας. Αυτό που θα προτιμούσαν και επεδίωξαν είναι μια αναπροσαρμογή ρόλων στα πλαίσια αυτής της συμμαχίας, πράγμα ωστόσο που δεν αποδέχονται οι ΗΠΑ. Έτσι και ανεξάρτητα από το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα σ’ αυτό το πεδίο, έχουν προσανατολιστεί στην κατεύθυνση διαμόρφωσης και δικών τους όρων στο οικονομικό, πολιτικό, στρατιωτικό και -προοπτικά- και στο στρατηγικό πεδίο.

Η αγγλική «ιδιαιτερότητα» δηλαδή το παίξιμο σε δύο ταμπλό (αμερικανικό-ευρωπαϊκό) θα το συνεχίσουν οι Άγγλοι και για όσο καιρό οι συνθήκες τούς το επιτρέπουν. Ταυτόχρονα προσπαθούν να οχυρώσουν τον αυτόνομο ρόλο και συμφέροντά τους ακόμη και με τον πιο σκληρό τρόπο όπως άλλωστε έδειξε η περίπτωση των Φόκλαντ.

Όσο για την δύναμη της Ανατολής που ανήκει στην …Δύση, δηλαδή την Ιαπωνία, συνεχίζει να ταλανίζεται από το δίλημμα ανάμεσα σε μια κατεύθυνση χάραξης αυτόνομης στρατηγικής και απαλλαγής από την κηδεμονία των ΗΠΑ και τον φόβο των αντιδράσεων του …κηδεμόνα. Γνωρίζουν άλλωστε (όρα Χιροσίμα) πόσο αδυσώπητος είναι.

Ρωσία και Κίνα προτάσσουν την «πολυπολικότητα». Δηλαδή μια ανακατανομή στα πλαίσια των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που να λαβαίνει υπόψη τις μεταβολές που έχουν συντελεστεί. Παρά τη συνεχή ισχυροποίησή τους, γνωρίζουν ότι οι συσχετισμοί δεν τους επιτρέπουν για την ώρα να παν πέρα από έναν τέτοιο στόχο. Ταυτόχρονα γνωρίζουν ότι αυτό δεν είναι κάτι που θα πραγματοποιηθεί μέσα από διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις. Είναι έτσι σταθερά προσανατολισμένες στην κατεύθυνση ισχυροποίησής τους σε όλα τα πεδία ώστε να μπορούν να κινηθούν και να διεκδικήσουν την θέση και τον ρόλο τους με τα μέσα που είναι αναγκαία για κάτι τέτοιο.

Αναφέρθηκα προηγούμενα και σε ορισμένες άλλες δυνάμεις που αναδείχνονται και προσπαθούν να πλασαριστούν στο παγκόσμιο ταμπλό. Το βασικό στοιχείο σε σχέση μ’ αυτές και όσον αφορά το στρατηγικό πεδίο (για να περιοριστώ σ’ αυτό) είναι ότι οι κινήσεις τους συναρτώνται σε καθοριστικό βαθμό από το πώς εξελίσσονται οι σχέσεις-αντιθέσεις ανάμεσα στις κύριες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τι «περιθώρια» διαμορφώνει αυτή η εξέλιξη.

Στα πλαίσια αυτών των στρατηγικών κατευθύνσεων η κάθε δύναμη κινείται και προσπαθεί να διαμορφώσει τους όρους της σε όλα τα πεδία.

Στο εσωτερικό μέτωπο. Το περιφερειακό. Στο οικονομικό, το πολιτικό, το στρατιωτικό, το στρατηγικό στο πεδίο των συμμαχιών. Ας τα δούμε συγκεκριμένα.

Στο εσωτερικό μέτωπο. Θα συνεχιστεί και θα βαθύνει ακόμη περισσότερο η επίθεση στην εργατική τάξη σε κάθε χώρα και σ’ όλο τον κόσμο. Αυτό συνδέεται κατ’ αρχάς με την ίδια την φύση του συστήματος που βασίζεται στην εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Συνδέεται με τον στόχο της επαναθεμελίωσης των ταξικών σχέσεων σε βάση απόλυτης κυριαρχίας του κεφαλαίου. Συνδέεται ακόμη με τα δεδομένα και τις τάσεις που αναδείχνει η συγκεκριμένη συγκυρία. Με την επιδίωξη επίτευξης «ανταγωνιστικότητας» που το κεφάλαιο του κάθε καπιταλιστικού σχηματισμού την βλέπει στην ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης.

Με βάση όλα τα δεδομένα είναι καθαρό πως δεν πρόκειται για μια «προσωρινή» ή συγκυριακού χαρακτήρα αλλά για μια κατεύθυνση που εκτείνεται σε βάθος χρόνου. Ούτε είναι άλλωστε τυχαίο που αυτή η επίθεση ήδη διευρύνεται και πλήττει και τα μικροαστικά και μεσαία στρώματα. Άξονας αυτής της επίθεσης είναι η επιβολής της «απελευθέρωσης» όπως παραπλανητικά ονομάζεται της «αγοράς εργασίας». Στην πραγματικότητα πρόκειται για το χτύπημα του δικαιώματος στη δουλειά, την επιβολή και νομιμοποίηση της απόλυτης κυριαρχίας του κεφαλαίου στη σχέση εργοδοσίας-εργαζομένων.

Όλες οι μορφές με τις οποίες προωθείται αυτή η ανατροπή, οι «ελαστικές σχέσεις εργασίας», οι ενοικιάσεις εργαζομένων, τα stage, αλλά και το σύγχρονο δουλεμπόριο αφορούν το ίδιο ακριβώς ζήτημα.

Ταυτόχρονα με αυτή την ανατροπή διευκολύνεται η επίθεση στο σύνολο των δικαιωμάτων των εργαζομένων καθώς το δικαίωμα στη δουλειά αποτελεί τη σταθερή βάση στήριξής τους. Προωθείται η εντατικοποίηση της δουλειάς, ενώ μέσα από την υποτιθέμενη μείωση των ωρών εργασίας, αυτές …αυξάνονται καθώς οι εργαζόμενοι αναζητούν δεύτερη και τρίτη δουλειά με ακόμη πιο μειωμένες αμοιβές και χωρίς ασφάλιση. Μειώνεται έτσι συνολικά το εργατικό εισόδημα και αυξάνονται τα κέρδη των κεφαλαιοκρατών. Ταυτόχρονα πετυχαίνεται η αποσύνδεση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων από την προσφορά εργασίας ώστε να διευκολύνεται η κατάργηση και η μετατόπισή τους στα όρνεα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Με τον ίδιο τρόπο αποδομείται η δυνατότητα επαφής, συνεννόησης και οργάνωσης των εργαζομένων και αποτελεσματικής αντίστασης στην επίθεση που δέχονται. Την ίδια κατεύθυνση υπηρετεί και η δημιουργία στρατιάς υποαπασχολούμενων και ανέργων καθώς και το δουλεμπόριο όπως ήδη αναφέρθηκα.

Όσον αφορά τώρα τη διεύρυνση της επίθεσης στα μεσοστρώματα, τις «αποκρατικοποιήσεις» κ.λπ. αυτή αφορά:

Τη διεύρυνση του πεδίου δράσης του κεφαλαίου με την «εκκαθάριση» των μικρομεσαίων και την παράδοση σ’ αυτό επιχειρήσεων και οργανισμών κοινωνικού χαρακτήρα. Τη διεύρυνση της στρατιάς των υποαπασχολούμενων και ανέργων μέσα από την προλεταριοποίηση αγροτιάς και μικρομεσαίων. Συνολικά τη διαμόρφωση όρων αύξησης της κερδοφορίας του κεφαλαίου και της υποτιθέμενης «ανταγωνιστικότητας».

Το σύστημα γνωρίζει ότι αυτή η πολιτική θα συναντά όλο και μεγαλύτερη οργή, αντίδραση και αντίσταση των εργαζόμενων λαϊκών μαζών. Γι’ αυτό και λαβαίνει τα μέτρα του από τα τώρα και θωρακίζεται από κάθε άποψη για να αντιμετωπίσει τον εχθρό-λαό.

Το σύνολο σχεδόν των ΜΜΕ και πλήθος άπειρο «αναλυτών», οικονομολόγων και άλλων «σοφών» έχουν αναλάβει εδώ και καιρό το άθλιο έργο της παραπλάνησης, του αποπροσανατολισμού του κόσμου. Πολιτικές και συνδικαλιστικές δυνάμεις έχουν πάρει επάνω τους την επιχείρηση αδρανοποίησης των εργαζομένων και της νεολαίας, κατευνασμού των αντιδράσεών τους και εκτροπής τους σε ανώδυνες για το σύστημα κατευθύνσεις. Προωθείται ένα αντιδραστικό νομικό πλαίσιο με βασικό στόχο την εξ’ αρχής απονομιμοποίηση κάθε μορφής αντίστασης και πάλης του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας και «νομιμοποίησης» κάθε μεθόδου καταστολής ακόμη και των βασανιστηρίων. Από τον «Πατριωτικό Νόμο» στις ΗΠΑ μέχρι το Σένγκεν, τους κάθε λογής «αντιτρομοκρατικούς» νόμους αλλά και σειράς νομοθετημάτων που πλήττουν άμεσα τα εργατικά δικαιώματα σε όλες τις χώρες του κόσμου.

Ταυτόχρονα εκσυγχρονίζονται και εξοπλίζονται με όλα τα μέσα οι μηχανισμοί καταστολής ώστε να είναι έτοιμοι να δράσουν αποτελεσματικά ενάντια στον εχθρό λαό. Δεν σπανίζουν μάλιστα οι περιπτώσεις όπου καλούνται οι δυνάμεις του στρατού να επιβάλλουν την «τάξη». Όπως λ.χ. στις ΗΠΑ (εθνοφρουρά), στην Κίνα, στις Ινδίες, αλλά και στην Ιταλία της «δημοκρατικής» Ευρώπης.

Στην ίδια βάση δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την ενίσχυση φασιστικών τάσεων και δυνάμεων. Όχι βέβαια επειδή μπορούν να αναπτυχθούν αυτοδύναμα οι διάφορες φασιστοειδείς αποφύσεις (δεν συνέβη ποτέ έτσι και δεν είναι στις σημερινές προτεραιότητες του συστήματος). Μπορούν να αναπτυχθούν μόνο σαν επιλογή του κεφαλαίου ενάντια στον εργαζόμενο λαό και τη νεολαία ενόψει της όξυνσης της ταξικής πάλης και πιθανά στα πλαίσια του ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Στο υπερεθνικό πεδίο (περιφερειακό και «υπερπόντιο») θα συνεχιστεί η επέλαση επανακατάκτησης και επαναποικιοποίησης καταλήστευσης των αδύναμων χωρών από τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις και με όλα τα μέσα. Οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά.

Οικονομικά με τη διατήρηση, στερέωση και διεύρυνση των όρων, σχέσεων και θεσμών που επιτρέπουν την καταλήστευση αυτών των χωρών και των λαών τους.

Με τις άνισες «ανταλλαγές». Με την «ελευθερία κίνησης κεφαλαίων», μεταφοράς των κερδών στις μητροπόλεις και απομύζησης των όποιων κεφαλαίων τους. Με την «ελευθερία επενδύσεων» ώστε να εκμεταλλεύονται με αποικιακούς όρους τις πλουτοπαραγωγικές πηγές και το εργατικό δυναμικό αυτών των χωρών.

Με την πραγματική (ακόμη και στρατιωτική) κατάληψη αυτών των πηγών με ιδιαίτερη «προτίμηση» των πηγών ενέργειας και πρώτων υλών. Με την καταστροφή της αγροτικής παραγωγής μέσα από ρυθμίσεις στο πλέγμα ποσοστώσεων-επιδοτήσεων στα μέτρα των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων. Ακόμη και με την εξαγορά-ιδιοποίηση τεράστιων εκτάσεων από πολυεθνικές. Με την επιβολή όρων που οδηγούν σε καταστροφή έως και οικονομική ερημοποίηση που δημιουργεί τα μεταναστευτικά κύματα. Με την υποθήκευση του μέλλοντός τους μέσω «δανείου», βοήθειας» και παρόμοιων μεθοδεύσεων.

Ούτε αυτή η πολιτική, αυτή η κατεύθυνση είναι συγκυριακή. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η ληστεία αυτών των χωρών αποτελεί -από οικονομική αλλά όχι μόνο- άποψη το δεύτερο βάθρο στήριξης του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος.

Ταυτόχρονα θα πρέπει να είναι κατανοητό και ιδιαίτερα από κάποιους «αριστερούς» ότι δεν πρόκειται για κάποια «εξωτερική» πλευρά του καπιταλιστικού συστήματος αλλά για «εσωτερικό» πλέον συστατικό και οργανικό στοιχείο του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος. Ούτε το σύστημα ως σύνολο αλλά και ούτε καμιά ιμπεριαλιστική χώρα μπορεί ή θέλει να «παραιτηθεί» από τα πλεονεκτήματα που της παρέχει με τη θέλησή της και ούτε φυσικά τα διάφορα γιατροσόφια και εκκλήσεις «βοήθειας» στον τρίτο κόσμο μπορούν ν’ απαντήσουν σ’ αυτό.

Αντίθετα οι ιμπεριαλιστικές χώρες προσπαθούν συνεχώς να σταθεροποιούν, θωρακίζουν και διευρύνουν αυτή την προνομιακή κυρίαρχη θέση τους με κάθε μέσο, οικονομικό, πολιτικό, στρατιωτικό.

Δεν παραλείπουν μάλιστα -ίσα ίσα- να την ενισχύουν και να την οχυρώνουν ιδεολογικά με τα πιο βρόμικα επιχειρήματα.

Ότι η καθυστέρησή τους οφείλεται στα …χαρακτηριστικά των λαών και των κοινωνιών τους. Στην «τεμπελιά», τη διαφθορά, στα θρησκευτικά, πολιτισμικά, ακόμη και «βιολογικά» χαρακτηριστικά τους. Εκείνο που αποσιωπάται εντελώς είναι ότι στο σύνολό τους σχεδόν αυτές οι χώρες καταλήφθηκαν κάποτε στρατιωτικά από τις αποικιακές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ότι αυτό υπήρξε η αφετηρία της καταστροφής τους. Ότι με αυτό τον τρόπο διαμορφώθηκαν οι βάσεις της καθυστέρησής τους. Ακριβώς για να μπορούν να τις εκμεταλλεύονται οι «ιδιοκτήτες του κόσμου».

Αποσιωπάται ότι και η διαφθορά στην οποία αναφέρονται είναι δικό τους έργο. Ότι για να μπορέσουν να επιβληθούν οι ιμπεριαλιστές εξόντωσαν όποιον αντιστέκονταν και επιβάλλανε τα πιο διεφθαρμένα ανδρείκελα. Ακριβώς επειδή όσο πιο διεφθαρμένες ήταν οι κλίκες που επιβάλανε τόσο πιο πρόθυμες θα ήταν να υπηρετούν τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα σε βάρος των λαών τους.

Προωθείται, αναπτύσσεται ακόμη και η νομοθετική κατοχύρωση αυτών των σχέσεων μέσα από «νόμους» που ψηφίζουν μόνοι τους οι ιμπεριαλιστές και για λογαριασμό τους. Μέσα από τον ΟΗΕ (οι αποφάσεις του οποίου αποκτούν πραγματική ισχύ και πρακτική σημασία μόνο όταν υπηρετούν ιμπεριαλιστικά συμφέροντα), το ΝΑΤΟ, το ΔΝΤ, τη Διεθνή Τράπεζα, τον ΟΟΣΑ και άλλα τέτοια ευαγή ιδρύματα.

Και βέβαια με την ανάπτυξη δυνάμεων Ταχείας Αντίδρασης, όπως ονομάζονται. Εδώ χρειάζεται να διευκρινιστεί ένα ζήτημα. Η ιδιοτυπία του ζητήματος στο οποίο εδώ αναφερόμαστε, συνίσταται στο ότι η γενική τάση του συστήματος (επανακατάκτηση, επαναποικιοποίηση) συμπλέκεται με τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για το ποια θα κατοχυρώσει για λογαριασμό της το μεγαλύτερο μερτικό στη μοιρασιά της λείας. Έτσι όλα σχεδόν τα μέτρα που προωθούνται (οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά) περιλαμβάνουν και τις δυο πλευρές. Και την προώθηση της επανακατάκτησης επαναποικιοποίησης για λογαριασμό συνολικά του συστήματος, αλλά και την προσπάθεια της κάθε ιμπεριαλιστικής δύναμης να ενισχύσει, κατοχυρώσει τα δικά της ερείσματα και συμφέροντα στις διαφιλονικούμενες περιοχές.

Σ’ αυτή τη βάση οι αδύναμες χώρες γίνονται πολλές φορές πεδίο έμμεσων αναμετρήσεων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων με οδυνηρές συνέπειες για τις ίδιες και τους λαούς τους. Αυτό είναι κάτι που έχει γίνει πολλές φορές μέχρι τα σήμερα, συνεχίζεται στις μέρες μας και θα συνεχίζεται για πολύ ακόμα.

Η ανάπτυξη λοιπόν, δυνάμεων ταχείας αντίδρασης αποτελεί όργανο επέμβασης που στοχεύει κατά πρώτο και κύριο λόγο τους λαούς. Ταυτόχρονα και στις δοσμένες συνθήκες αποτελεί και το στρατιωτικό «χαρτί» με το οποίο η κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη προσπαθεί να ενισχύει τη θέση, τον ρόλο και το μερτικό της στο πλαίσιο του μεταξύ τους ανταγωνισμού.

Θα συνεχιστεί και θα οξύνεται ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις σε όλα τα πεδία. Οικονομικό, πολιτικό, στρατιωτικό, στρατηγικό.

Στο οικονομικό πεδίο. Εντείνεται ο πόλεμος κεφαλαίων που μάλιστα επεκτείνεται στο νομισματικό πεδίο. Αυτός βρίσκεται στη βάση του «παραλογισμού» της τροφοδοσίας με «αέρα» μιας νέας φούσκας. Στο γεγονός ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα πέρα από το ότι αποτελεί μηχανισμό δημιουργικής ροής «εκ των κάτω προς τα άνω» αποτελεί ταυτόχρονα και πεδίο υπεραξίωσης ή απαξίωσης των «χαρτιών της κάθε πλευράς. Έτσι ακόμη και η τεχνητή άνοδος της αξίας των κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ λ.χ. ενισχύει την ροή κεφαλαίων προς αυτή την κατεύθυνση. Από εκεί και πέρα το ότι οι χρηματιστές παίζουν το δικό τους παιχνίδι κερδοσκοπώντας είναι απλώς μέσα στον λογαριασμό.

Δεν είναι άλλωστε καθόλου τυχαίο ότι στις διάφορες διεθνείς συναντήσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος διατυπώθηκαν βασικά τρεις προτάσεις.

Η πρόταση των ΗΠΑ να παραμείνουν τα πράγματα, βασικά ως έχουν. Ακριβώς επειδή το υπάρχον παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι διαρθρωμένο στα μέτρα των ΗΠΑ. Η πρόταση των Ευρωπαίων για «μερική» αναμόρφωση αντιστοιχεί στο γεγονός ότι στο υπάρχον σύστημα βρίσκονται σε δυσμενή θέση απέναντι στις ΗΠΑ αλλά σε ευνοϊκή απέναντι στους άλλους. Η τρίτη πρόταση, Ρωσίας, Κίνας κ.ά. για ριζική αναμόρφωση εκφράζει την τάση τους να μπουν και αυτοί στο παιχνίδι με ισότιμους όρους.

Ο ανταγωνισμός έχει κιόλας μεταφερθεί και στο νομισματικό πεδίο. Έχουμε έτσι την αθρόα εκτύπωση δολαρίων από μεριάς ΗΠΑ. Τη διάθεση κεφαλαίων με μηδενικό επιτόκιο από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) στις τράπεζες (όχι όμως στις χώρες μέλη). Τη σύσταση του ΒΡΙΚ (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα) ενός «καλαθιού νομισμάτων» ώστε να μπορούν να ανταγωνιστούν και σ’ αυτό το πεδίο δολάριο και Ευρώ.

Εδώ εξελίσσεται ένα αρκετά σύνθετο παιχνίδι. Το ισχυρό λ.χ. νόμισμα μπορεί να ενισχύσει την θέση του σαν παγκόσμιο αποθεματικό. Στις σημερινές συνθήκες του «πολέμου κεφαλαίων» ενισχύεται η τάση ροής προς ένα ισχυρό νόμισμα (και «φυγής» από τα αδύναμα). Ανάλογο ρόλο παίζουν και η αξιοπιστία και η διασφάλιση που παρέχει η αγορά χρεογράφων όπου καθοριστικό ρόλο παίζει η συνολική ισχύς μιας χώρας (λ.χ. ΗΠΑ). Από την άλλη μεριά το «αδύνατο» νόμισμα μιας χώρας ευνοεί τις εξαγωγές, δυσκολεύει τις εισαγωγές, βελτιώνει το εμπορικό ισοζύγιο μιας χώρας. Οι ΗΠΑ με βάση τη θέση τους στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας τις περισσότερες φορές κατορθώνουν και ανάλογα το είδος της συναλλαγής (αναφορά εμπορεύματα, χρεόγραφα κ.λπ.) να πληρώνουν ή να εισπράττουν σε ακριβό ή φτηνό δολάριο κατά πώς κάθε φορά τους συμφέρει.

Τα ερωτήματα εδώ είναι. Τι αντιπροσωπεύουν αυτά τα «χαρτιά», αν, πώς και πότε θα «καλυφθούν» και τι κινδύνους συνεπάγεται η κατάσταση που διαμορφώνεται. Από οικονομική άποψη δεν αντιπροσωπεύουν παρά την πιθανότητα η αναθέρμανση της οικονομίας να αρχίσει να καλύπτει το άνοιγμα της ψαλίδας. Οι ιθύνοντες μάλιστα του συστήματος μιλάν για αρχόμενη ανάκαμψη. Μόνο που συμπληρώνουν ότι αυτή θα συνοδεύεται από αύξηση της ανεργίας. Φαίνεται πως μάλλον σκοπεύουν να συγγράψουν νέα θεωρία πολιτικής οικονομίας. Διαφορετικά δεν μπορεί να εξηγηθεί πώς μπορεί να υπάρξει ανάκαμψη που να συνοδεύεται από αύξηση της ανεργίας και όχι της απασχόλησης. Αυτό που αποκρύπτεται με αυτές τις αλχημείες είναι ότι αυτό που εμφανίζουν ως ανάκαμψη αφορά το φούσκωμα της «αξίας» των χαρτιών και όχι μια αναθέρμανση στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας.

Και αυτό που συμβαίνει δεν είναι μια πραγματική κάλυψη του ανοίγματος αλλά οι κινήσεις μετακύλισής του από τον έναν ιμπεριαλιστή στον άλλο και όλων μαζί στις αδύναμες χώρες και τους εργαζόμενους. Όσο για την επικινδυνότητα του πράγματος και την πιθανότητα νέας κρίσης δεν είναι ότι την αγνοούν. Απλώς η λογική με την οποία λειτουργούν δεν τους επιτρέπει να κινηθούν με διαφορετικό τρόπο.

Κεντρικό χαρακτήρα -από οικονομική άποψη- σ’ αυτόν τον ανταγωνισμό, έχει το ποιος θα κερδίσει την «κούρσα της καινοτομίας». Των νέων προϊόντων προηγμένης τεχνολογίας, αυτών που μπορούν να δώσουν ανταγωνιστικό προβάδισμα σε όποια δύναμη προχωρήσει πιο γρήγορα και αποτελεσματικά. Όπως ήδη ανέφερα βασικές συναρτήσεις του ζητήματος αποτελούν η συγκέντρωση κεφαλαίων και το ζήτημα των αγορών.

Ωστόσο έντονος ανταγωνισμός αναπτύσσεται και σ’ αυτό καθαυτό το πεδίο. Κεντρική θέση σ’ αυτό έχουν οι μεγάλες δαπάνες (όσων χωρών μπορούν) στο πεδίο της έρευνας και των πειραματισμών. Πρόσφατη κορυφαία έκφραση του πράγματος, το ευρωπαϊκό εγχείρημα του CERN. Σ’ αυτό το μόνο βέβαια που δεν απασχολεί το ευρωπαϊκό κεφάλαιο είναι το «σωματίδιο του Θεού».

Η ουσία βρίσκεται στη δημιουργία ενός υπερεργαστηρίου της πιο προωθημένης έρευνας και τεχνολογίας που θα συγκεντρώνει κεφάλαια και κεφαλές (επιστήμονες). Όπως ανάλογα συμβαίνει με το διαστημικό πρόγραμμα των ΗΠΑ, το ανάλογο της ΣΕ και ό,τι αυτό κληρονόμησε η Ρωσία, ενώ προσπάθειες ανάλογης στόχευσης καταβάλει και η Κίνα. Ένα όργανο που η κύρια χρησιμότητά του θα συνίσταται στη δυνατότητα μεταφοράς των όποιων ανακαλύψεων σε βιομηχανίες, ιατρικές αλλά και στρατιωτικές εφαρμογές.

Τα τελευταία χρόνια μεγάλη διάσταση έχει δοθεί στην λεγόμενη «πράσινη οικονομία». Το ενδιαφέρον των διαφόρων ιθυνόντων γι’ αυτήν καμία σχέση δεν έχει με τις -ανύπαρκτες άλλωστε- οικολογικές τους «ευαισθησίες» αλλά με τη δυνατότητα να αποτελέσει πεδίο κερδοφορίας ή ακόμη και απόκτησης προβαδίσματος της μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης απέναντι στις άλλες. Κατά τα άλλα, θα είναι τόσο «πράσινη» όσο πράσινη είναι η καταστροφή της ζούγκλας του Αμαζονίου από Βραζιλία-ΗΠΑ για να γίνουν φυτείες σόγιας.

Σε παράλληλη τροχιά εξελίσσεται ο ανταγωνισμός στο πεδίο της «πληροφορίας» όπως λέγεται ή καλύτερα της παραπληροφόρησης της προπαγάνδας.

Ως προς το περιεχόμενο έχουμε την πολιτική παράμετρο, την οικονομική, την πολιτιστική και την πολύ σημαντική της… γλώσσας.

Ως προς τα μέσα, τα ΜΜΕ, διάφορα «επιστημονικά» ιδρύματα και οργανισμούς, δίκτυα διανομής, στρατιές κονδυλοφόρων ενώ τελευταία αναδείχνεται και ο ρόλος του διαδικτύου.

Ως προς τον ιδεολογικό και πολιτικό προσανατολισμό, είχε οικοδομηθεί ένα ολάκερο πλέγμα ελέγχου όλων αυτών των μέσων με άφθονη χρηματοδότηση, που υπηρετούσε τους στόχους και τα συμφέροντα της Δύσης και κατά κύριο λόγο των ΗΠΑ με βάση τον ηγετικό τους ρόλο στο δυτικό μπλοκ.

Ένα πλέγμα που προωθούσε τις ιδεολογικές και πολιτικές αποφάσεις της Δύσης που προετοίμαζε το έδαφος ακόμη και για στρατιωτικές επεμβάσεις, που πλασάριζε έμμεσα ή και άμεσα το δυτικό-αμερικάνικο προϊόν και ταυτόχρονα εξιδανίκευε τον αμερικανικό «πολιτισμό». Στην μουσική, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση, ακόμη και στις μικρές καθημερινές συνήθειες (ντύσιμο κ.λπ.) και με αποφασιστικό ρόλο στην καθιέρωση της αγγλικής (στην αμερικανική εκδοχή της) ως διεθνούς γλώσσας.

Ένα πλέγμα που και μετά την ανάδειξη των αντιθέσεων στο δυτικό μπλοκ και συνολικά ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές συνεχίζει να έχει κατά βάσιν τα χαρακτηριστικά που διαμόρφωσε τις προηγούμενες δεκαετίες.

Τα τελευταία χρόνια οι άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις καταβάλλουν προσπάθειες αντιπαράθεσης και σ’ αυτό το μέτωπο, χωρίς ωστόσο να μπορούν ακόμη να αμφισβητήσουν σοβαρά την αγγλοσαξονική κυριαρχία που έχει δημιουργήσει «ρίζες» σ’ όλο τον κόσμο, όλα αυτά τα χρόνια.

Την πιο άμεση σύμπλεξη του ανταγωνισμού στο οικονομικό πεδίο μ’ αυτόν στο πολιτικό ακόμη και στρατιωτικό έχουν αυτοί που συνδέονται με το ενεργειακό ζήτημα και δρόμων μεταφοράς τους, της κατάκτησης αγορών και διαμόρφωσης ζωνών επιρροής και επι-κυριαρχίας που φτάνει έως και την χρήση στρατιωτικών μέσων.

Είναι εμφανές αυτό κατ’ αρχάς στο ζήτημα των αγωγών που προωθούνται από τη μια ή την άλλη πλευρά ακόμη και η κατασκευή αγωγών, όπου οι πολιτικές σκοπιμότητες παραμερίζουν τα ισχύοντα οικονομικά κριτήρια.

Όλες οι δυνάμεις αυξάνουν τις πολεμικές δαπάνες και εξοπλισμούς τους (προς δόξαν του «τέλους» της ψυχροπολεμικής εποχής) και προχωρούν στη συγκρότηση δυνάμεων ταχείας αντίδρασης-επέμβασης. Σημαντική παράμετρος εδώ το εμπόριο όπλων που πέρα από την οικονομική έχει και την πολιτική-στρατιωτική του διάσταση. Δηλαδή της πρόσδεσης και εξάρτησης των χωρών-πελατών (και των στρατιωτικών τους δυνάμεων) από τις χώρες-προμηθευτές. Γι’ αυτό άλλωστε και οι «προσφορές» σ’ αυτό το πεδίο συνοδεύονται πάντα από κάθε είδους πιέσεις, εκβιασμούς και απειλές ενώ στην ιστορία είναι καταγεγραμμένες ουκ ολίγες δολοφονίες ακόμη και πολιτικών προσώπων.

Από τις πιο χαρακτηριστικές εκφράσεις της κατάστασης η διατήρηση, ενίσχυση και δημιουργία νέων στρατιωτικών βάσεων. Τον πρώτο λόγο εδώ τον έχουν οι ΗΠΑ με εκατοντάδες βάσεις σε όλο τον πλανήτη. Πρόσφατη είναι μάλιστα η δημιουργία αμερικανικού στρατηγείου και με στόχο την επέκταση της στρατιωτικής παρουσίας στρατηγείου και με στόχο την επέκταση της στρατιωτικής παρουσίας και δράσης των ΗΠΑ και στην αμερικανική ήπειρο.

Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, εννοείται στο μέτρο των δυνατοτήτων τους αλλά με εμφανή την διάθεση να προχωρήσουν όσο περισσότερο μπορούν.

Ασυγκράτητα αναπτύσσονται οι ανταγωνισμοί για την πρόσδεση χωρών στο άρμα της μιας ή της άλλης ιμπεριαλιστικής δύναμης και με χρήση όλων των μέσων, την προώθηση χρωματιστών «επαναστάσεων», πραξικοπημάτων ή και ανοιχτών στρατιωτικών επεμβάσεων. Έτσι ο ανταγωνισμός επεκτείνεται και στο άκρως επικίνδυνο «εδαφικό» πεδίο. Έχουμε έτσι τις στρατιωτικές επεμβάσεις στο Ιράκ, τη Γιουγκοσλαβία, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, τη Γεωργία, την Παλαιστίνη κ.α. Ταυτόχρονα παραμένουν ανοιχτά μια σειρά μέτωπα που μυρίζουν μπαρούτι, στην Ασία την Λατινική Αμερική, την Μ. Ανατολή, την Αφρική, τον Καύκασο, τα Βαλκάνια.

Ιδιαίτερα επικίνδυνα εξελίσσεται η κατάσταση σε σχέση με το Ιράν και την απειλή στρατιωτικής επέμβασης από τις ΗΠΑ ή ακόμα και το Ισραήλ. Η κομβικού χαρακτήρα σημασία που έχει το Ιράν σε σχέση με το Μεσανατολικό και το Κεντροασιατικό μέτωπο, το πρόβλημα των πετρελαίων αλλά και η εμπλοκή όλων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων δημιουργεί κινδύνους ευρύτερων διαστάσεων και μεγαλύτερους από κάθε προηγούμενη ανάλογη περίπτωση.

Κρίσιμο και αποφασιστικό χαρακτήρα είχε πάντα και συνεχίζει να έχει το ζήτημα των συμμαχιών. Κυριότερη, ισχυρότερη και πιο ολοκληρωμένη στις μέρες μας συμμαχία στρατηγικού χαρακτήρα είναι το ΝΑΤΟ. Εδώ και ένα διάστημα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα με βάση τις αντιθέσεις ΗΠΑ-Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών. Το ζήτημα είναι ότι όσο προβληματική είναι πλέον η συνύπαρξή τους, άλλο τόσο και πιθανά με πολύ μεγαλύτερο κόστος και για τις δύο πλευρές θα ήταν τυχόν διάλυσή της. Συνεχίζουν λοιπόν ως έχουν και ταυτόχρονα η κάθε πλευρά κάνει κινήσεις και προς άλλες πλευρές προετοιμαζόμενη για κάθε ενδεχόμενο.

Σημαντική επίσης αλλά οικονομικού κατά βάσιν χαρακτήρα συμμαχία είναι ο συνασπισμός των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών με την ΕΕ. Εξακολουθεί να μην μπορεί να αποκτήσει ολοκληρωμένη πολιτική υπόσταση ενώ στο στρατηγικό πεδίο εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από την ομπρέλα των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ. Βασική αιτία και για τα δύο, οι εσωτερικές αντιφάσεις και αντιθέσεις ανάμεσα στις κύριες ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Ιδιαίτερου χαρακτήρα ο αγγλοσαξονικός άξονας που απαρτίζεται από ΗΠΑ-Αγγλία και χώρες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Το ζήτημα εδώ είναι ότι δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη σημασία και το ειδικό βάρος του ΝΑΤΟ. Έτσι παραμένει κυρίως σαν εφεδρική επιλογή.

Από την άλλη μεριά έχουμε την προσέγγιση Ρωσίας-Κίνας καθώς και εκφράσεις της όπως η συμφωνία της Σαγκάης, οι προσεγγίσεις με Ινδία, Ιράν κ.ά. Παρόλες τις συμφωνίες «στρατηγικού» χαρακτήρα, όπως παρουσιάζονται, στην πραγματικότητα αυτή η προσέγγιση δεν έχει πάρει ακόμη χαρακτήρα ολοκληρωμένης συμμαχίας στρατηγικού χαρακτήρα και είναι άγνωστο αν και πότε θα πάρει.

Μια βασική αιτία βρίσκεται στο ότι προσδοκούν την διεύρυνση του ρήγματος στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και δεν θέλουν να προκαλέσουν μια επανασυσπείρωση των δυτικών δυνάμεων. Η άλλη και ίσως μακροπρόθεσμα η πιο καθοριστική, οι ιδιαίτερες βλέψεις της κάθε δύναμης και οι αντιθέσεις που απορρέουν απ’ αυτές.

Μια συμμαχία που επιχειρήθηκε ματαιώθηκε αλλά που μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στην Ουκρανία αποκτάει ξανά πιθανότητες πραγματοποίησης είναι αυτή ανάμεσα σε Ρωσία, Ουκρανία, Καζακστάν και Λευκορωσία. Δεν μπορεί να πει κανείς ότι το εγχείρημα θα προχωρήσει μια και οι δυσκολίες, οι αντιθέσεις και οι αντιδράσεις και από άλλες δυνάμεις είναι πολλές και ισχυρές. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί εδώ είναι πως αν υποθέσουμε πως ολοκληρώνεται, αυτό θα αλλάξει όλα τα δεδομένα όχι μόνο στην περιοχή αλλά και παγκόσμια., Και αυτό είναι κάτι που το γνωρίζουν όλες οι δυνάμεις.

Ακόμη έχουμε κινήσεις όπως αυτές των χωρών της Λατινικής Αμερικής που στο ρευστό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί προσπαθούν να πάρουν υπόσταση και ρόλο τόσο σαν συμμαχίες όσο και μέσα απ’ αυτές οι χώρες που τις συγκροτούν. Το ιδιαίτερο στοιχείο εδώ είναι ότι η πορεία τους συναρτάται σε καθοριστικό βαθμό με το τι «περιθώρια» ή αντίθετα πιέσεις θα διαμορφώνει η αντιπαράθεση ανάμεσα στις βασικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Με την μορφή συμμαχίας εμφανίζονται και εγχειρήματα τύπου ΝΑΦΤΑ (και τις προσπάθειες των ΗΠΑ να δημιουργήσουν ανάλογα μορφώματα σ’ όλη την αμερικανική ήπειρο) ή τη διεύρυνση της ΕΕ πέραν του σκληρού ιμπεριαλιστικού πυρήνα. Την Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών (ΚΑΚ) και τις προσπάθειες της Ρωσίας να ελέγξει τον περίγυρό της. Την απόπειρα της Γαλλίας να επανασυνδεθεί με τις χώρες του Μαγκρέμπ μέσω της ΕΕ (που σκάλωσε στο βέτο της «φίλης» Γερμανίας) την ιδιαιτερότητα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Στην πραγματικότητα πρόκειται για κινήσεις επέκτασης των ζωνών οικονομικής και πολιτικής επιρροής και επικυριαρχίας, διεύρυνσης της ιδιαίτερης «βάσης στήριξης» της κάθε ιμπεριαλιστικής δύναμης στα πλαίσια ενός ανταγωνισμού που γίνεται όλο και πιο άγριος. Από την άποψη αυτή και με βάση τα πραγματικά χαρακτηριστικά και σχέσεις που διέπουν αυτές τις χώρες, περισσότερο προσεγγίζουν την έννοια της εδαφικής επέκτασης των ιμπεριαλιστικών χωρών παρά αυτή της συμμαχίας.

Συνοψίζοντας στο ζήτημα των συμμαχιών. Με βάση τα πραγματικά δεδομένα και συσχετισμούς η εξέλιξη των πραγμάτων δεν θα κριθεί μόνο από την ισχύ της κάθε δύναμης αλλά και το πώς θα διαμορφώνονται οι διάφορες συμμαχίες οι οποίες και υπερβαίνουν την ισχύ της κάθε ξεχωριστής δύναμης. Αυτό είναι που δίνει και την κρισιμότητα του ζητήματος και γι’ αυτό αποτελεί πρωταρχική μέριμνα όλων των δυνάμεων.

Το δεύτερο που χρειάζεται να επισημανθεί ειάνι το «αστάθμητο» του πράγματος. Όπως έχει δείξει η ιστορία της ανθρωπότητας, από παλιότερα μέχρι τους δύο τελευταίους παγκόσμιους πολέμους, ποτέ δεν μπορεί να είναι κανείς απόλυτα βέβαιος για το πώς θα εξελίσσονται τα πράγματα και θα μεταβάλλονται σ’ αυτό το πεδίο. Στη διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων που συντελείται και καθώς αυτή θα θέτει όλο και νέα δεδομένα και θα οξύνει προβλήματα, το προς τα πού και πώς θα κινηθεί η κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη δεν είναι κάτι για το οποίο μπορεί κανείς να στοιχηματίσει.

 

Ο ανταγωνισμός στο στρατηγικό πεδίο και το ζήτημα του πολέμου

 

Απ’ όλους γίνεται αντιληπτό το ποιους κινδύνους συνεπάγεται ο ανταγωνισμός στο στρατηγικό-πυρηνικό πεδίο. Παρά τις συζητήσεις και τις -πιθανές- συμφωνίες «μείωσης» των πυρηνικών όπλων, στην πραγματικότητα εντείνεται ο ανταγωνισμός και σ’ αυτό το πεδίο. Με τις ΗΠΑ να πρωτοστατούν με τον τερατώδη στρατιωτικό τους προϋπολογισμό και την αναζήτηση υπεροχής. Με τη Ρωσία να προσπαθεί να διατηρεί τη δυνατότητα πυρηνικής ανταπάντησης και να την ενισχύει.

Με άλλες δυνάμεις όπως Αγγλία, Γαλλία και -αφανώς- Ισραήλ, να κινούνται στην τροχιά του υπολογίσιμου πυρηνικού εταίρου. Με την Κίνα να προσπαθεί να υπερβεί και αυτό το επίπεδο και να πλησιάσει την πρώτη γραμμή. Με άλλες δυνάμεις, Ινδία, Πακιστάν, Ιράν, Β. Κορέα, να θέλουν να προστεθούν στο κλαμπ.

Οι κίνδυνοι για την ανθρωπότητα με όλα αυτά είναι προφανείς. Παρόλα αυτά θεωρούμε ότι οι πιο επικίνδυνες των εξελίξεων που εμφανίζονται σ’ αυτό το πεδίο έχουν την αφετηρία τους στο …πολιτικό.

Θεωρούμε ότι η γενικευμένη κρίση του συστήματος, τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει, θα μπορούσε ίσως να έχει οδηγήσει και σ’ έναν γενικευμένο πόλεμο. Το ότι αυτή η «διέξοδος» για το σύστημα περιορίζεται για την ώρα από τα «υποκατάστατα» των έμμεσων αναμετρήσεων, συναρτάται σε καθοριστικό βαθμό με το ότι με βάση τους δοσμένους όρους, ένας γενικός και, αναπόφευκτα πυρηνικός, πόλεμος δεν μπορεί να δώσει «νικητή». Παρόλα αυτά οι τάσεις ακόμη και για τέτοιου είδους «διεξόδους» παραμένουν ισχυρές. Συνδέονται κατά κύριο λόγο με τις ΗΠΑ και τη στόχευσή τους στην παγκόσμια κυριαρχία. Αυτή η κατεύθυνση δεν είναι σημερινή. Γεννήθηκε μαζί με την πρώτη πετυχημένη δοκιμή ατομικής βόμβας στο Αλαμογκόρντο το 1945. «Δοκιμάστηκε» με τον πιο φρικαλέο τρόπο στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Ενίσχυσε τάσεις και κατευθύνσεις επιδίωξης της «τελικής λύσης» και επίτευξης της παγκόσμιας κυριαρχίας. Συνέχισε να «στοιχειώνει» τις αντιλήψεις των ιθυνόντων των ΗΠΑ παρόλη την «ισορροπία» του τρόμου που είχε στο μεταξύ διαμορφωθεί με τη ΣΕ. Εκφραζόταν με την εκπόνηση δογμάτων και σχεδίων πολέμου, με τη διαρκή αναζήτηση τρόπων που θα κάναν τον πόλεμο «εφικτό» και νικηφόρο για τις ΗΠΑ. Στις σημερινές συνθήκες όχι μόνο δεν έχει εκλείψει αλλά με βάση τα αδιέξοδα συνολικά του συστήματος και των ίδιων των ΗΠΑ έχει ενταθεί.

Όταν ο Ράσμουσεν, Γραμματέας του ΝΑΤΟ, διατυπώνει την άποψη πως «Η άμυνα του εδάφους μας πρέπει να περάσει πέραν των συνόρων μας» δεν εκφράζει παρά την επιθετικότητα και την τάση κυριαρχίας του ΝΑΤΟ δηλαδή των ΗΠΑ.

Πρόσφατο δείγμα αυτής της αντίληψης, η πώληση όπλων από τις ΗΠΑ στην Ταϊβάν που όξυνε στο έπακρο τις αντιθέσεις Κίνας-ΗΠΑ.

Ωστόσο βασικές εκφράσεις αυτής της κατεύθυνσης αποτελούν εδώ και καιρό η επέκταση του ΝΑΤΟ και η προώθηση της λεγόμενες αντιπυραυλικής ασπίδας.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για κινήσεις ενός ακήρυχτου για την ώρα πολέμου και που ταυτόχρονα επιχειρούν να απαντήσουν στο πώς αυτός μπορεί να γίνει «εφικτός» και «νικηφόρος» (για τις ΗΠΑ). Η εγκατάσταση αμερικανικών πυραύλων στις πύλες του Λένινγκραντ (Πετρούπολης) και της Μόσχας, αντιστοιχεί -και υπηρετεί- το παλιό δόγμα του «κεραυνοβόλου χτυπήματος» που συμπληρώνεται με την «Ασπίδα» που ο συνδυασμός τους να περιορίζει στο ελάχιστο τη δυνατότητα ρωσικής «απάντησης». Πρόκειται βέβαια για αρρωστημένα σενάρια αλλά ταυτόχρονα άκρως επικίνδυνα.

Καθόλου τυχαία η αντίδραση της Ρωσίας που έφτασε στο σημείο να ενσωματώσει στο αμυντικό της δόγμα τη θέση πως αν χρειαστεί μπορεί να χτυπήσει -πυρηνικά- πρώτη. Ας σημειωθεί πως αυτή η θέση υιοθετείται για πρώτη φορά από αυτή την πλευρά (ΣΕ-Ρωσία) ενώ οι ΗΠΑ την είχαν από πάντα. Οι κίνδυνοι για την ανθρωπότητα παραπάνω από προφανείς.

Η συνολική λοιπόν κατάσταση που διαμορφώνεται στον κόσμο, μας δίνει όλα τα δεδομένα για να οδηγηθούμε στα κατάλληλα συμπεράσματα. Πριν ωστόσο αναφερθώ σ’ αυτά ας δούμε το πώς διαμορφώνεται η κατάσταση στη χώρα μας.

 

Σε σχέση με την κατάσταση στη χώρα μας

 

Ο εργαζόμενος λαός της χώρας μας δέχεται σήμερα την πιο άγρια ως τώρα -γιατί υπάρχει και η συνέχεια- επίθεση ενάντια στο βιοτικό του επίπεδο και τα πιο στοιχειώδη δικαιώματα και κατακτήσεις του.

Μας λεν για τα ελλείμματα, για το χρέος, για την «παγκοσμιοποίηση», για την κρίση.

Μας λεν για τις πιέσεις των ιθυνόντων της ΕΕ που είναι λέει «εξοργισμένοι» μαζί μας για τα ψεύτικα στοιχεία που τους δίναμε και για τη διαφθορά.

Καταναλώναμε, λέει, περισσότερα απ’ όσα παράγαμε και δημιουργήσαμε έτσι ένα πρόβλημα που μας αφορά «όλους».

«Όλοι» έχουμε λοιπόν την ευθύνη και «όλοι» πρέπει να υποβληθούμε σε θυσίες για την αντιμετώπισή του μια και φτάσαμε μάλιστα να «απωλέσουμε μέρος της εθνικής μας ανεξαρτησίας». «Να ματώσουμε αν χρειαστεί για την ανάκτησή του» μας προτρέπει ο πρωθυπουργός.

Το μόνο που δεν μας λεν είναι η αλήθεια. Αντίθετα ψεύδονται εξακολουθητικά με τον πιο αναίσχυντο τρόπο προσπαθώντας να αποπροσανατολίσουν, να τρομοκρατήσουν, να ακινητοποιήσουν τον λαό και τις δίκαιες αντιδράσεις του.

Ας τα δούμε κάπως περισσότερο.

Για την κρίση αναφέρθηκα αρκετά στις προηγούμενες σελίδες και δεν χρειάζεται να επαναλάβω. Θα ‘θελα μόνο να σταθώ λίγο στο ζήτημα του χρέους και των ελλειμμάτων.

Σύμφωνα με δικά τους στοιχεία οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις στη χώρα μας και ιδιαίτερα τα τελευταία είκοσι χρόνια πραγματοποίησαν κέρδη πολλών δισεκατομμυρίων. Πώς και γιατί δηλαδή το χρέος; «Καταναλώναμε, λέει, περισσότερα από όσα παράγαμε», με αποτέλεσμα τη δημιουργία αυτού του χρέους. Αλήθεια, ποιοι ήταν αυτοί οι «ασυνείδητοι» που κάναν κάτι τέτοιοι και με ποιο τρόπο;

Ήταν άραγε οι συνταξιούχοι των 600 ευρώ χτίζοντας βίλες στη Μύκονο; Ή μήπως οι εργαζόμενοι των 800 ευρώ αγοράζοντας θαλαμηγούς; Είναι τάχα οι αγρότες των 50 στρεμμάτων που κατέθεσαν τα εκατομμύρια των κερδών τους στις ελβετικές τράπεζες και το Σίτυ; Φαίνεται πως αυτοί θα ‘ναι οι υπαίτιοι και γι’ αυτό άλλωστε καλούνται να πληρώσουν.

Οπωσδήποτε μην πάει ο νους σας σε κεφαλαιοκράτες και τραπεζίτες που ως αναξιοπαθούντες τούς δόθηκαν επιχορηγήσεις 28 δισεκατομμυρίων επιπλέον των κερδών τους.

Είναι, λέει, «εξοργισμένοι» οι ιθύνοντες της ΕΕ για τις λογιστικές αλχημείες των ελληνικών κυβερνήσεων. Δηλαδή δεν τις γνωρίζανε και τις μάθανε τώρα ή ήταν μόνο οι ελληνικές κυβερνήσεις που επιδίδονταν σ’ αυτό το σπορ; Τις γνωρίζανε και πολύ καλά μάλιστα.

Βγαίνουν απ’ τα ρούχα τους, λέει, με τη διαφθορά που υπάρχει στη χώρα μας. Άθλια υποκρισία! Όχι μόνο την γνώριζαν αλλά ήταν και αυτοί που την υπέθαλπαν. Αλλά θ’ αναφερθώ παρακάτω σ’ αυτό.

Εκείνα που είναι αληθινά εξοργιστικά είναι τα όσα προβάλλονται για να αποκρυβεί η πραγματικότητα. Δηλαδή για ποια «κοινή ευθύνη» να μιλήσουμε όταν ο λαός πλήρωνε και πληρώνει με την μείωση των αμοιβών, με την ακρίβεια σε όλα τα είδη, με περικοπές στα ασφαλιστικά και τα δικαιώματα περίθαλψης, με την ανεργία. Όταν αντίθετα το κεφάλαιο τα μετέφραζε όλα αυτά σε κέρδη δισεκατομμυρίων. Αν λοιπόν το κεφάλαιο τα τεράστια κέρδη που συσσώρευσε τα φυγάδευσε στο εξωτερικό αντί να επενδύει, πόσος κυνισμός χρειάζεται για να ζητιούνται τα ρέστα από τους εργαζόμενους;

Και για ποιες «κοινές θυσίες» μας μιλάν όταν γνωρίζουν ότι σε θυσίες πρόκειται να υποβληθούν μόνο οι εργαζόμενες λαϊκές μάζες και ακριβώς για να διασφαλιστεί η συνέχεια της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Ποιον νομίζουν ότι κοροϊδεύουν με την επιβολή της «έκτακτης εισφοράς» στις μεγάλες επιχειρήσεις όταν ήδη έχουν μπει μπροστά οι μηχανισμοί που θα τους τα δώσουν πίσω στο πολλαπλάσιο;

«Κοινό πρόβλημα»; Από πού κι ως πού; Το πρόβλημα του συστήματος είναι το πώς θα καθηλώσει τον λαό για να συνεχίσει να κερδίζει από την εκμετάλλευσή του. Το πρόβλημα του λαού είναι το ακριβώς αντίθετο. Το πώς θα αντισταθεί, το πώς θα υπερασπίσει τη ζωή του απέναντι στα όρνεα του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου.

Όσο για τις ανέξοδες και ανεύθυνες φλυαρίες για το «μέρος της εθνικής ανεξαρτησίας που πρέπει να ανακτηθεί» είναι απλώς αξιοθρήνητες κι αυτές κι ο εκφραστής τους.

Το ελληνικό κράτος έχει έλλειμμα εθνικής κυριαρχίας από συστάσεώς του. Τα τελευταία χρόνια τελεί υπό την διπλή κηδεμονία ΗΠΑ και Ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Με αυτή την έννοια πρόβλημα ανεξαρτησίας πράγματι υπάρχει. Μόνο που δεν ήταν τότε ζήτημα του κ. Παπανδρέου και των ομοίων του. Ήταν και παραμένει υπόθεση του λαού. Να «ματώσουμε» λοιπόν κατά πως λέει και ο ίδιος. Όχι όμως στα γόνατα σερνάμενοι στο χώμα όπως μας θέλουν ο κ. Παπανδρέου και οι πάτρωνές του. Να ματώσουμε τις γροθιές μας στην πάλη μας ενάντιά τους.

Και πέρα απ’ αυτούς έχουμε και τους κάθε λογής κολαούζους που νυχθημερόν από τις τηλεοράσεις, τον τύπο κι όπου βρεθούν βγάζουν σπαραχτικές κραυγές. Πως αν δεν κάνουμε «θυσίες» σήμερα, αύριο θα ‘ναι χειρότερα. Πως και πάλι τότε οι εργαζόμενοι θα την πληρώσουν. Μεγάλο ο καημός τους για τους… εργαζόμενους. Δηλαδή αν πληρώσουμε σήμερα, αύριο δεν θα πληρώσουμε; Θα μας τα ξαναδώσουν πίσω ή μήπως θα μας βάλουν να ξαναπληρώσουμε όπως είναι βέβαιο και όπως το γνωρίζουν πολύ καλά όλα αυτά τα σκουπίδια.

Αλλά η «στενωπός» όπως την βάφτισε ο τότε πρωθυπουργός Α. Παπανδρέου και στην οποία βαδίζει ο εργαζόμενος λαός από τότε, κρατάει 25 χρόνια τώρα. Και κάθε κυβέρνηση των καλεί να κάνει και νέες θυσίες για να «μην γίνουν λέει τα πράγματα χειρότερα». Και γίνονται συνεχώς χειρότερα. Και θα συνεχίσουν να γίνονται χειρότερα.

Ένας και μόνο τρόπος υπάρχει για να αναστραφεί αυτή η πορεία. Να αντισταθούμε, να διεκδικήσουμε, να παλέψουμε, να εξεγερθούμε. Αν ο επόμενος Δεκέμβρης αποτελέσει υπόθεση συνολικά του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας, τότε όλοι αυτοί -εντός και εκτός Ελλάδος- θα τρέχουν και δεν θα φτάνουν. Και να μην ξαφνιαστεί κανείς αν «βρεθούνε και τα χρήματα» για να «επαληθευτεί» και ο προεκλογικός Γ. Παπανδρέου όταν διακήρυττε πως «χρήματα υπάρχουν».

Αυτά που συμβαίνουν σήμερα στη χώρα μας, δεν είναι άλλα από αυτά που συμβαίνουν σ’ όλο τον κόσμο. Εννοείται με τις μορφές που παίρνουν στις ειδικότερες συνθήκες της χώρας μας.

Η επίθεση στην εργατική τάξη από το κεφάλαιο.

Οι προσπάθειες των ιμπεριαλιστών να επιβάλλουν όρους που να επιτρέπουν την ακόμα μεγαλύτερη και απρόσκοπτη καταλήστευση του λαού και της χώρας.

Οι παρεμβάσεις και πιέσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στα πλαίσια του ανταγωνισμού τους για μεγαλύτερη ευθυγράμμιση στα συμφέροντα και σχεδιασμούς της μιας ή της άλλη ιμπεριαλιστικής δύναμης.

Ως προς τις ειδικότερες μορφές με τις οποίες εκφράζονται όλα αυτά στη χώρα μας αυτές συνδέονται:

Με τον μεταπρατικό, εξαρτημένο χαρακτήρα του ελληνικού αστικού οικονομικού, κοινωνικού και κρατικού σχηματισμού.

Την έλλειψη ολοκληρωμένης παραγωγικής οικονομικής διάρθρωσης που να εμφανίζει πληρότητα και αντοχή.

Την αντίστοιχη διαμόρφωση της εσωτερικής αγοράς που δεν τροφοδοτείται απ’ αυτή την εσωτερική παραγωγή και δεν την στηρίζει.

Συνακόλουθα, και σε σχέση αλληλοπροσδιορισμού, ο κομπραδόρικος, αεριτζίδικος, εξαρτημένος χαρακτήρας της ελληνικής αστικής τάξης.

Σε πλήρη αντιστοιχία με τα προηγούμενα, η διαμόρφωση-συγκρότηση του ελληνικού κρατικού μηχανισμού αλλά και του «πολιτικού κόσμου» της χώρας μας.

Αυτοί είναι οι όροι στη βάση των οποίων ο ελληνικός σχηματισμός είναι πιο ευάλωτος σε δύσκολες καταστάσεις απ’ ό,τι άλλες χώρες, αλλά και δεκτικός σε πιέσεις από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις από τις οποίες εξαρτάται και βασικά από ΗΠΑ και Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές.

Στα πλαίσια αυτής της εξάρτησης οι πιέσεις και εκβιασμοί εκδηλώνονται μέσα από τα εθνικά λεγόμενα θέματα όπου τον πρώτο λόγο (αλλά όχι τον αποκλειστικό) τον έχουν οι ΗΠΑ. Δεύτερο, μέσα από τα οικονομικά προβλήματα όπου η σχέση εξάρτησης επιρροής ισχύει αντίστροφα. Τρίτο, με παρεμβάσεις στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού και στα πλαίσια του ανταγωνισμού τους.

Σε σχέση με τα εθνικά θέματα. Αυτά έχουν κατ’ αρχάς και μια αντικειμενική βάση ύπαρξης. Υπαρκτό λ.χ. το κυπριακό ζήτημα, το Αιγαιακό, το Μακεδονικό κ.ά. Αυτά οξύνονται και περιπλέκεται η δυνατότητα αντιμετώπισής τους από δύο βασικά παράγοντες. Κατ’ αρχάς από τα χαρακτηριστικά της ελληνικής αστικής τάξης και την πολιτική της, ένα ιδιότυπο κράμα υποτέλειας και τυχοδιωκτισμού.

Για να μην πάμε πίσω σε μακρινούς καιρούς όπως το 1897 ή το 1922, ας θυμίσουμε ότι ήταν ελληνικής προέλευσης το πραξικόπημα στην Κύπρο το 1973 που άνοιξε το δρόμο στην τουρκική εισβολή. Ήταν η ελληνική αστική τάξη που είχε την αυταπάτη μετά τις ανατροπές του 1989-1991 ότι θα της ανατίθονταν ο ρόλος του γκαουλάιτερ των Βαλκανίων. Και ήταν αυτό που δημιούργησε εντάσεις στις σχέσεις της με όλες σχεδόν τις βαλκανικές χώρες και ταυτόχρονα εμπόδισε τη δυνατότητα μιας «αμοιβαία αποδεκτής λύσης» (σαν αυτή που σήμερα επιδιώκει) στο Μακεδονικό πρόβλημα.

Αυτά τα χαρακτηριστικά, που δεν είναι άλλωστε μόνο της ελληνικής αστικής τάξης, αλλά λιγότερο ή περισσότερο των αστικών τάξεων όλων των χωρών της περιοχής, είναι που διαμορφώνουν το έδαφος και διευκολύνουν τις παρεμβάσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων από τις οποίες και εξαρτώνται.

Σ’ αυτή τη βάση θα λέγαμε ότι αυτό είναι και το κύριο εθνικό ζήτημα, είναι η εξάρτηση από τους ιμπεριαλιστές, είναι ζήτημα ανεξαρτησίας. Στα πλαίσια αυτά οι ιμπεριαλιστές χρησιμοποιούν την ύπαρξη αυτών των προβλημάτων, παροξύνοντάς τα και παρεμποδίζοντας τη δυνατότητα πραγματικής επίλυσής τους, για να εδραιώνουν και ενισχύουν τις θέσεις και τον ρόλο τους στη χώρα μας και ευρύτερα στην περιοχή. Είναι πολύ μακριά η αλυσίδα των παρεμβάσεων και επεμβάσεων και των δεινών που επέφεραν αυτές στη χώρα μας και στην περιοχή. Θα περιοριστώ στο να αναφέρω ότι στην Ελλάδα υπάρχουν σειρά αμερικανονατοϊκών βάσεων που στοιχειώνουν το έδαφός της. Σ’ αυτή τη βάση αποτελεί βασικό στήριγμα των επιδιώξεων των ΗΠΑ για μετατροπή των Βαλκανίων σε πλατφόρμα εξόρμησης προς την κατεύθυνση του Εύξεινου, του Καυκάσου και ακόμη «βορειότερα».

Ταυτόχρονα συμμετέχουμε στρατιωτικά σε ιμπεριαλιστικές επιχειρήσεις στο Κόσσοβο, τον Περσικό, το Αφγανιστάν, ενώ ασκούνται πιέσεις για ακόμη μεγαλύτερη ευθυγράμμιση και ευρύτερη συμμετοχή στους ιμπεριαλιστικούς τυχοδιωκτισμούς που σχεδιάζονται.

Σε σχέση με τη συμμετοχή μας στην ΕΕ και ειδικότερα την οικονομική διάσταση του όλου προβλήματος.

Σήμερα φαίνονται πολύ πιο καθαρά οι συνέπειες αυτής της ένταξης αν και υπάρχουν ακόμη και κάποιοι εκ της «αριστεράς» παρακαλώ που επιμένουν να μην θέλουν να δουν και κάνουν απεγνωσμένες εκκλήσεις για εκδήλωση της «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης»!

Η αποδιάρθρωση της όποιας βιομηχανικής υποδομής, η ουσιαστική αποβιομηχανοποίηση της χώρας.

Η διάλυση της αγροτικής παραγωγής και το ξεκλήρισμα της αγροτιάς.

Η «εκκαθάριση» των μικρομεσαίων ώστε να διευκολυνθεί η εισβολή και η άλωση της αγοράς από τα ευρωπαϊκά μονοπώλια.

Η «αποκρατικοποίηση» δηλαδή παραχώρηση στο ντόπιο και ξένο κεφάλαιο επιχειρήσεων ακόμη και κοινωνικού χαρακτήρα που με ιδρώτα και αίμα είχε δημιουργήσει ο ελληνικός λαός.

Η ουσιαστική διάλυση του συστήματος υγείας και περίθαλψης καθώς και του εκπαιδευτικού συστήματος κ.ά.

Η απομύζηση μέσω του «κόλπου» του χρηματιστηρίου δισεκατομμυρίων από τις οικονομίες ενός κόσμου από το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο.

Η αποσάθρωση συνολικά του παραγωγικού οικονομικού ιστού, η παραρτημοποίηση της χώρας.

Υπήρχαν όμως λέει και οι επιδοτήσεις. Τα ευρωπαϊκά «πακέτα». Βεβαίως. Μόνο που αυτά δεν ήταν τίποτε άλλο από το αντάλλαγμα για την παράδοση του λαού και της χώρας στα ευρωπαϊκά μονοπώλια. Οι ιμπεριαλιστές δεν χαρίζουν τίποτε και ποτέ σε κανέναν. Κάνουν απλώς τους λογαριασμούς τους. «Δίνουν» πέντε για να εισπράξουν εκατόν πέντε. Όπως άλλωστε και έγινε. Οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές αποκόμισαν όλα αυτά τα χρόνια ανυπολόγιστα κέρδη από την εκμετάλλευση του ελληνικού λαού και της χώρας. Πολλαπλάσια από τα οποιαδήποτε «πακέτα». Και ούτε βέβαια είναι τυχαίο ότι το μεγάλο μέρος του δημόσιου χρέους αφορά οφειλές σε Γερμανία και Γαλλία.

Και εδώ είναι που χρειάζεται να μιλήσουμε για τη διαφθορά που τάχα «εξοργίζει» τους Ευρωπαίους αλλά πολύ περισσότερο και απόλυτα δικαιολογημένα τον ελληνικό λαό.

Η διαφθορά είναι κατ’ αρχάς σύμφυτη με τη φύση και τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος. Όχι, δεν θα αναλύσω εδώ το θέμα. Θα αναφερθώ μόνο στις επιχειρήσεις σύλληψης της φοροδιαφυγής σε Λουξεμβούργο και Ελβετία, της «χρηστής» γερμανικής κοινωνίας. Δεν γνώριζαν ούτε αυτό οι γερμανικές αρχές και το μάθανε τώρα; Όχι βέβαια! Γνώριζαν πολύ καλά το σπορ της φοροδιαφυγής στο οποίο επιδίδονταν στα ελβετικά χιόνια οι «έντιμοι» Γερμανοί κεφαλαιοκράτες. Απλώς σήμερα η κρισιμότητα των εξελίξεων παγκόσμια έχει άλλες απαιτήσεις.

Ακόμα πιο έντονα εμφανίζεται αυτό το φαινόμενο σε καθεστώτα εξάρτησης. Οι όλοι είναι προφανείς. Οι πολιτικές «ηγεσίες» (τρόπος του λέγειν) λ.χ. των εξαρτημένων χωρών επιλέγονται, αναδείχνονται, προωθούνται και καθιερώνονται με αυτό ακριβώς το κριτήριο. Το πόσο πρόθυμες είναι να συμμορφωθούν στα κελεύσματα των ιμπεριαλιστών, το πόσο ευάλωτες είναι στις πιέσεις και τη …διαφθορά. Αν έχουν ανάστημα, σθένος, υπόσταση και κυρίως τη διάθεση να υπηρετήσουν τον λαό τους ή για να το πω αλλιώς, αν είναι πραγματικά αδιάφθοροι, τότε «δεν κάνουν» για τη δουλειά που τους θέλουν οι ιμπεριαλιστές. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα υπονομευθούν, θα συκοφαντηθούν, θα χτυπηθούν ανελέητα ή και θα εξοντωθούν. Αυτές είναι οι θεμελιακές σχέσεις στη βάση των οποίων κυοφορείται η διαφθορά (και όχι μόνο) και τα «ευρωπαϊκά πακέτα» το όργανο εκκόλαψης, ανάπτυξης και «εξειδίκευσής» της. Και υπήρχαν γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.

Για να εξαγοράσουν πολιτικές δυνάμεις και παράγοντες της αστικής τάξης και πολλούς άλλους παρατρεχάμενους ώστε να προωθήσουν το ξεπούλημα. Και δεν ήταν μόνο τα πακέτα. Το σκάνδαλο της Ζήμενς (Siemens) λ.χ. ήταν απλώς ένα σκάνδαλο που για διάφορους λόγους (βασικά ανταγωνισμού ανάμεσα σε ιμπεριαλιστές) έτυχε να βγει στον αφρό. Είναι πολύ περισσότερα εκείνα για τα οποία ίσως δεν μάθουμε ποτέ τίποτα.

Ποιοι εισέπραξαν πόσα για να διευκολύνουν τη διείσδυση των ευρωπαϊκών μονοπωλίων στη χώρα μας.

Ποιοι πήραν τις προμήθειες από τις αγορές όπλων.

Ποιοι χρεοκόπησαν τα νοσοκομεία γινόμενοι πλούσιοι οι ίδιοι μέσα από λοβιτούρες με ξένα μονοπώλια.

Πόσοι από τους πανεπιστημιακούς μας «δασκάλους» δεν είναι ανακατεμένοι σ’ αυτό το άθλιο παζάρι.

Σε ποιους «διανοούμενους» και «καλλιτέχνες» κατευθύνονται οι διάφορες «διακρίσεις» και χορηγίες.

Πόσες «Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις» εισπράττουν εκατομμύρια επί εκατομμυρίων για να πρακτορεύουν αντιλαϊκές σκοπιμότητες και συμφέροντα.

Αλλά και η ίδια η Ευρω-«Βουλή» και όλος ο χορός των εκατομμυρίων με τις ευρωεκλογές κ.λπ. τι άλλο είναι από έναν μηχανισμό ανάδειξης, χρηματοδότησης και διαμόρφωσης «Ευρωανθρώπων»!

Θα μπορούσε ίσως εδώ να τεθεί ένα ερώτημα. Ποιοι ήταν οι ουσιαστικότεροι λόγοι που ώθησαν την αστική τάξη της χώρας μας σ’ αυτή την επιλογή.

Το βασικό είναι ο κομπραδόρικος εξαρτημένος χαρακτήρας της που δεν της επιτρέπει να δει άλλον δρόμο.

Από κει και πέρα, η επιθυμία διασφάλισης της κυριαρχίας της απέναντι στον λαό.

Η τάση εξισορρόπησης της μονομερούς εξάρτησης από τις ΗΠΑ με εξάρτηση και από τις ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Τώρα βρίσκεται υπό την πίεση και των δύο, και αν η γενικότερη κατάσταση εκτραχυνθεί κινδυνεύει να συνθλιβεί ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές μυλόπετρες.

Η προσδοκία σταθεροποίησης (ως χώρου μέσου επιπέδου καπιταλιστικής ανάπτυξης) στην «ενδιάμεση» ζώνη, με τα πλεονεκτήματα που προσδίδει μια τέτοια θέση απέναντι στις χώρες που ανήκουν σε χαμηλότερες ζώνες.

Η αυταπάτη ότι ως μέλος της ΕΕ θα διευκολυνθεί στην αντιμετώπιση των εθνικών ζητημάτων.

Η προσδοκία ότι στα πλαίσια της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Αγοράς θα δυναμώσει και η ίδια η αστική τάξη.

Και πράγματι, ορισμένες μερίδες της ενδυναμώθηκαν. Αλλά κυρίως σε βάση σύνδεσης-εξάρτησης με ευρωπαϊκά (και όχι μόνο) μονοπώλια και πάντα σε βάρος του ελληνικού λαού. Όσον αφορά μάλιστα το «εθνικό κεφάλαιο» της «ελληνικής» ναυτιλίας που είναι η πρώτη στην Ευρώπη, η απάντηση βρίσκεται στο ότι η πραγματική της έδρα (και συνεπώς «εθνικότητα») βρίσκεται στο Σίτυ.

Μια ιδιαίτερη πλευρά του όλου ζητήματος, συνδέεται με το ότι το ελληνικό κεφάλαιο πραγματοποίησε, ιδιαίτερα τα τελευταία είκοσι χρόνια τεράστια κέρδη. Από την εκμετάλλευση των εργαζομένων, των μεταναστών, από τη διείσδυση στα Βαλκάνια, όπου είχε βέβαια τον ρόλο του «προσκόπου» του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου αλλά είχε και αυτή το μερίδιό της. Το θέμα είναι ότι αυτά τα κέρδη στο μεγαλύτερο μέρος του φυγαδεύτηκαν στο εξωτερικό παρά μετατράπηκαν σε επενδύσει στο εσωτερικό της χώρας. Μια επιλογή που ενέτεινε την πορεία αποβιομηχάνισης που ήδη εξελίσσονταν. Αυτές οι επιλογές πέρα από τις εγγενείς τάσεις και χαρακτηριστικά της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας συνδέονταν και με μια -υποτίθεται-οικονομική πολιτική στρατηγική.

Τη φιλοδοξία ανάδειξης της χώρας σε κέντρο διακίνησης (κεφαλαίων, εμπορευμάτων, υπηρεσιών) ανάμεσα σε Ευρώπη και Μ. Ανατολή. Την μετατροπή της Αθήνας σε μια ευρωπαϊκή Βηρυτό καθώς λέγονταν. Αυτή η «ευγενής» φιλοδοξία ήταν μάλιστα που συνέτεινε καθοριστικά σε μια εκτρωματική εξέλιξη. Στη συγκέντρωση του μισού πληθυσμού στο Λεκανοπέδιο και συνακόλουθα την «εκκένωση» της υπαίθρου της χώρας. Αυτός ο στόχος σε συνδυασμό με τον τουρισμό, συνιστούσε στη λογική τους τον «βαριά βιομηχανία» της χώρας. Έλα όμως που η αναγκαιότητα ύπαρξης-πραγματικής- βαριάς βιομηχανίας δεν σηκώνει τέτοιες ελαφρότητες. Έλα που οι σαθρές κατασκευές δεν αντέχουν στις -αναπόφευκτες σε μια πορεία- δοκιμασίες.

Με τις συνέπειες αυτών των επιλογών βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη η αστική τάξη της χώρας μας και το πολιτικό της προσωπικό και τις οποίες καλείται να «εξοφλήσει» ο ελληνικός λαός.

Εδώ κι ένα διάστημα αναδείχτηκε και τέθηκε σαν ζήτημα ημερήσιας διάταξης το πρόβλημα των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους της χώρας. Το -υπαρκτό- πρόβλημα παροξύνθηκε με την επίθεση του κερδοσκοπικού χρηματιστικού κεφαλαίου.

Ο ρόλος που έπαιξαν σ’ αυτό οι αγγλοσαξονικής κύρια προέλευσης «οίκοι αξιολόγησης» ερμηνεύτηκε και σαν επίθεση στο ευρώ στα πλαίσια του ανταγωνισμού του με το δολάριο.

Όλως «παραδόξως» και προς μεγάλη απελπισία των πάσης φύσεως ευρωπαϊστών (εντός και εκτός Ελλάδος) η ΕΕ αντί να εκδηλώσει την «αλληλεγγύη», πρόσθεσε τις δικές της πιέσεις και με τον πιο έντονο και επίμονο τρόπο. Προς τι και γιατί;

Αυτές οι συνδυασμένες πιέσεις έχουν κατά πρώτο έναν σαφή ταξικό χαρακτήρα. Αφορά την, καθώς λέγεται, επιτάχυνση των «μεταρρυθμίσεων». Δηλαδή την ισοπέδωση των εργατικών δικαιωμάτων ώστε η ένταση της εκμετάλλευσης από το κεφάλαιο να προωθείται με τις λιγότερες δυνατές αντιστάσεις. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που αντιμετωπίζονται ευνοϊκά και από την ελληνική πλευρά (παρά τις ανησυχίες για τις αντιδράσεις των εργαζομένων), μια και οι μεταρρυθμίσεις αυτές αποτελούσαν και επιδίωξη της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας. Ταυτόχρονα το βάθος και η έκταση της επίθεσης προσδίδουν και έναν «πιλοτικό» χαρακτήρα στο εγχείρημα ώστε με βάση και την ένταση των λαϊκών αντιδράσεων να εκτιμηθεί το κατά πόσο μπορούν να προωθηθούν ανάλογα μέτρα και σε άλλες χώρες.

Προωθείται έτσι και η παραπέρα «παρθενοποίηση» του ελλαδικού οικονομικού χώρου ώστε να διευκολύνεται ακόμα περισσότερο η εκμεταλλευτική δράση των ευρωπαϊκών -αλλά όχι μόνο- μονοπωλίων (έως και κινέζικα προφανώς).

Διασφάλιση των ροών κεφαλαίου προς τις ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις μια και το μεγαλύτερο μέρος του χρέους το έχουμε απέναντι σ’ αυτές. Αυτή η διασφάλιση δεν αφορά μόνο το παρόν αλλά και το μέλλον μέσα από τη δημιουργία όρων (νέα «δάνεια» και «βοήθειες» και οικονομικές συναλλαγές) που να σταθεροποιούν, διευρύνουν και διασφαλίζουν αυτή τη ροή εις το διηνεκές.

Οικονομική και ταυτόχρονα πολιτική διάσταση έχει η αγορά οπλικών συστημάτων. Βασικός προμηθευτής του ελληνικού στρατού υπήρξαν οι Αμερικάνοι και Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές σε διαρκή ανταγωνισμό μεταξύ τους (μια και τα ποσά είναι πολύ μεγάλα) ενώ τελευταία άρχισαν να χώνονται και οι Ρώσοι περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Με επικείμενες μάλιστα αγορές εξοπλισμού σε μεγάλη κλίμακα (αεροπλάνα, φρεγάτες, άρματα μάχης, αντιαεροπορικά συστήματα κ.ά.) γίνεται πραγματικός σκοτωμός για το ποιος θα πάρει το μεγάλο κομμάτι της πίτας.

Ταυτόχρονα όλες αυτές οι πιέσεις (απ’ όλες τις πλευρές) έχουν κι ένα άμεσα και ξεκάθαρα πολιτικό χαρακτήρα. Τόσο έντονο μάλιστα ώστε για πρώτη ίσως φορά να δοκιμάζεται τόσο έντονα ο συμβιβασμός του 1974. Μέσα από το κανάλι των εθνικών βασικά ζητημάτων οι αμερικανικές πιέσεις (από τα Ίμια μέχρι τη συμφωνία της Μαδρίτης) ώθησαν στον παραγκωνισμό του Σημίτη και ανάδειξη στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου και, παρά την ήττα του στις εκλογές, τη στήριξή του απέναντι στις φιλοδοξίες Βενιζέλου. Οι πιέσεις, στη βάση σειράς ζητημάτων, συνεχίστηκαν και εντάθηκαν απέναντι στην κυβέρνηση Καραμανλή. Έτσι και σε συνδυασμό με το σύνολο των αμαρτημάτων της Ελλάδας και των προβλημάτων που όξυνε η οικονομική κρίση, η κυβέρνηση Καραμανλή οδηγήθηκε στη συντριβή των πρόσφατων εκλογών. Η ανάδειξη του Γ. Παπανδρέου στην πρωθυπουργία και η διαφαινόμενη -αρχικά- άνοδος της Ντόρας Μπακογιάννη στην ηγεσία της ΝΔ, έδειχνε να γέρνει τη ζυγαριά μονόπαντα. Πέρα συνεπώς από όλα τα άλλα η «αναλγησία» των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών αποτελεί και ένα ξεκάθαρα πολιτικό μήνυμα στην κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου. Ότι δηλαδή τα αφεντικά στην Ελλάδα είναι δύο και όχι ένα και ότι ειδικά στο οικονομικό πεδίο έχει να κάνει κυρίως μ’ αυτούς. Μόνο που και σ’ αυτό το πεδίο, η παρέμβαση του ΔΝΤ με άνοιγμα μάλιστα καθώς λέγεται του ίδιου του Γ. Παπανδρέου υπογραμμίζει το ίδιο πράγμα από την άλλη πλευρά.

Απέναντι σ’ όλα αυτά, η ελληνική αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό δείχνουν να τελούν εν συγχύσει. Φάνηκε λένε κάποιοι, πως το ΠΑΣΟΚ δεν είχε πρόγραμμα. Σοβαρή ανακάλυψη! Αλλά ποιο ελληνικό αστικό κόμμα και ποια κυβέρνηση είχαν ποτέ πρόγραμμα με την ουσιαστική έννοια του όρου; Προϋπόθεση για πραγματικό πρόγραμμα είναι να ελέγχει κάποιος το χώρο που κινείται καθώς και τα μέσα που προτίθεται και μπορεί να χρησιμοποιήσει.

Αν φάνηκε κάτι, αυτό είναι η απίστευτη ανεπάρκεια και μετριότητα όλων αυτών που δεκαετίες τώρα αναδείχνονται στην «ηγεσία» αυτής της χώρας.

Το μόνο «πρόγραμμα» που γνωρίζουν είναι να συμμορφώνονται στις υποδείξεις των ιμπεριαλιστικών κέντρων και να φορτώνουν όλα τα βάρη και συνέπειες στον ελληνικό λαό. Το αν θα το βαφτίσουν αυτό «εκσυγχρονισμό», «μεταρρυθμίσεις», ή «Πρόγραμμα Σταθεροποίησης και Ανάπτυξης» ελάχιστη σημασία έχει. Από κει και πέρα τους μένει να ευελπιστούν -όπως ήδη πλασάρεται από τα ΜΜΕ- ότι δεν θα αφήσει η ΕΕ την Ελλάδα να χρεοκοπήσει. Είναι πιθανό. Όχι όμως και διασφαλισμένο. Η Ελλάδα είναι μέλος της ΕΕ, της ΟΝΕ αλλά «παρακατιανό». Αναλώσιμο. Και οι καιροί είναι δύσκολοι ακόμη και για τους ιμπεριαλιστές. Αν τρώγονται μεταξύ τους πολύ πιο εύκολα μπορούν να θυσιάσουν τους αναλώσιμους. Αυτό είναι κάτι που -παρ’ όλη την παραζάλη τους- το αντιλαμβάνονται οι κυβερνώντες. Καλού κακού, μοστράρουν και την πιθανότητα προσφυγής στο ΔΝΤ. Με την Σκύλα ή με τη Χάρυβδη λοιπόν; Μπορούμε να επιλέξουμε «ελεύθερα».

Η κατάσταση όπως διαμορφώνεται στη χώρα μας έχει αναδείξει και θέτει σημαντικά πλέον ζητήματα. Της φύσης και του αντιδραστικού χαρακτήρα του συστήματος που κυριαρχεί στη χώρα μας. Τον ολέθριο ρόλο της εξάρτησης και των δεινών που συνεπάγεται αυτό για τη χώρα και τον λαό μας. Αυτό δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ που από καιρό είναι καταδικασμένες στη συνείδηση του λαού μας. Αφορά και τον ιμπεριαλιστικό συνασπισμό της ΕΕ, που ο ρόλος και οι πραγματικές της επιδιώξεις απέναντι στον λαό και τη χώρα μας γίνονται όλο και πιο φανερές. Πολύ περισσότερο που η κατάσταση θα χειροτερεύει ολοένα και περισσότερο και η ταξική πάλη στη χώρα μας θα παίρνει όλο και οξύτερες μορφές.

Τόσο ώστε να γίνεται αναπόφευκτη η όξυνση των αντιφάσεων και αντιθέσεων στα πλαίσια των πολιτικών (αλλά όχι μόνο) δυνάμεων του συστήματος, με πιθανές ανακατατάξεις έως και σε ευρεία κλίμακα και με όρους τόσο πιο δυσμενείς όσο θα εντείνεται ο ανταγωνισμός των ιμπεριαλιστών στη χώρα μας αλλά και γενικότερα.

Απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση οι δυνάμεις της Αριστεράς εμφανίζουν για άλλη μια φορά την ανεπάρκεια και τον καιροσκοπισμό τους.

Ο ΣΥΝ κάνει προτάσεις για «λαϊκά ομόλογα», για «ευρωπαϊκά ομόλογα», ομολογώντας απλώς την αβάσταχτη ελαφρότητα και την έλλειψη έρματος του χώρου που εκπροσωπεί.

Το ΚΚΕ αστράφτει και βροντά «ταξικά» και ταυτόχρονα φρονίμως αποσύρεται στο ιδιαίτερο πεδίο «πάλης» που έχει διαμορφώσει για να μην το «ενοχλεί» κανείς αλλά και για να μην ενοχλεί κανέναν.

Και άλλες «συνιστώσες της Αριστεράς» προσπαθούν να περισώσουν τα κουρέλια των αυταπατών τους την ίδια στιγμή που αμήχανα όσο και καιροσκοπικά περιστρέφονται γύρω από χρεοκοπημένες θέσεις και αντιλήψεις.

Η απάντηση βρίσκεται στο δρόμο που έχει ήδη αρχίσει να αναζητά ο λαός και η νεολαία.

Τον δρόμο της αντίστασης και της πάλης.

Αυτόν που σηματοδότησαν σημαντικοί τα τελευταία χρόνια αγώνες των εργατών, των αγροτών, συνολικά των εργαζομένων και της νεολαίας.

Αυτόν που θα συνεχίσει να βαδίζει αγωνιζόμενος ενάντια στα νέα μέτρα, το πρόγραμμα «σταθεροποίησης», ενάντια συνολικά στους εχθρούς του, ντόπιους και ξένους.

Ανακεφαλαιώνοντας και αναφορικά με το σύνολο των εξελίξεων διεθνώς και ελλαδικά.

Το καπιταλιστικό ιμπεριαλιστικό σύστημα παγκόσμια βρίσκεται αντιμέτωπο με μια συνολική κρίση.

Μια κρίση που ορίζεται από τη συνάρτηση της οικονομικής κρίσης με τη διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων που συντελείται.

Το σύστημα δεν θα βγει απ’ αυτή την κρίση όπως μπήκε σ’ αυτήν.

Η νέα διάταξη και ιεραρχία δυνάμεων θα είναι διαφορετική με όλα όσα αυτό σημαίνει για τον τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος από την μεριά των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Είτε με παρέμβαση του κινήματος και γενικότερα των λαϊκών δυνάμεων που θα θέσει άλλους όρους στις εξελίξεις, είτε όχι πρόκειται για μια διαδικασία που εκτείνεται σε βάθος χρόνου.

Στα πλαίσια αυτών των εξελίξεων:

Θα συνεχιστεί η επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη τόσο με βάση τη φύση του συστήματος όσο και για το ότι αυτή η κατεύθυνση ενισχύεται από τα σημερινά του προβλήματα.

Για τους ίδιους λόγους θα συνεχιστεί η επιδρομή επανακατάκτησης επαναποικιοποίησης των αδύναμων χωρών.

Ταυτόχρονα το κυνήγι του κέρδους θα συνεχίσει να καταστρέφει τις πηγές της ζωής και τόσο περισσότερο όσο πιο «πράσινο» θα χρωματίζεται.

Θα οξύνεται ολοένα και περισσότερο ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικέ δυνάμεις, θα φτάνει έως και σε ένοπλες επεμβάσεις-έμμεσες αναμετρήσεις και πάντα στις πλάτες των λαών.

Θα μεγαλώνουν οι κίνδυνοι ακόμη και μιας συνολικής αναμέτρησης ως διαστροφικής έκφρασης της αναζήτησης «διεξόδου» και κυριαρχίας.

Θα οξύνεται συνεχώς η ταξική πάλη σ’ όλο τον κόσμο, σε όλα τα πεδία και σ’ όλες τις μορφές και εκφράσεις της.

 

Αγαπητοί…

 

Η γη στην οποία κατοικούμε είναι πολύ μεγάλη για να μας χωρέσει όλους.

Η φύση που μας περιβάλλει είναι πολύ γόνιμη για να μας θρέψει.

Οι παραγωγικές δυνατότητες που έχει αναπτύξει η ανθρωπότητα και αυτές που μπορεί ακόμη να αναπτύξει είναι υπεραρκετές για να διασφαλίσουν τη ζωή όλων των ανθρώπων.

Ταυτόχρονα ωστόσο είναι πολύ μικρή η γη για να χωρέσει τον ιμπεριαλισμό και τις ορέξεις του.

Είναι πολύ ευαίσθητη η φύση απέναντι στην εγκληματική κερδοσκοπική απληστία του κεφαλαίου.

Είναι ευάλωτες οι παραγωγικές δυνάμεις απέναντι στην μανία καταστροφής που χαρακτηρίζει το κυρίαρχο σήμερα καπιταλιστικό ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Η εργατική τάξη, οι λαοί του κόσμου, η ίδια η φύση που μας περιβάλλει και ο πλανήτης που κατοικούμε βρίσκονται αντιμέτωποι με τη βαρβαρότητα του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος.

Ποια η απάντηση που οφείλεται και μπορεί να δοθεί.

Με ποιους τρόπους, μέσα από ποιους δρόμους και σε ποια κατεύθυνση.

Ποιες οι δυνάμεις που θέλουν και μπορούν να αναλάβουν αυτό το καθήκον, αυτή την ευθύνη. Στις απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα θα έλεγα ότι συμπυκνώνεται το ζήτημα της Αριστεράς. Ας περάσουμε λοιπόν σ’ αυτό.

Δημοσιεύστε το στα:

Διαβάστε επίσης:

01 Μαρ 2026

Δεν υπάρχουν «εύκολες» απαντήσεις. Το ζήτημα του πολέμου και η κριτική του ΜΛΚΚΕ

του Βασίλη Σαμαρά

Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία φυλ. 317, στις 27/4/1996

Ζούμε σε μια εποχή δύσκολη. Το καπιταλιστικό σύστημα κυριαρχεί σε παγκόσμια κλίμακα πολιτικά οικονομικά ακόμη και σε επίπεδο ιδεών απόψεων «αξιών». Αυτή η κυριαρχία εκφράζεται ακόμη και στις απόψεις εκείνων που το «αντιπολιτεύονται» και κάπως έτσι έχουμε τις διάφορες «αριστερές» λιτότητες τον «σοσιαλισμό της αγοράς» κλπ.

Ταυτόχρονα αντανακλάται με έναν τρόπο ακόμη και στις απόψεις αυτών που θέλουν να το ανατρέψουν με αποτέλεσμα την δημιουργία τάσεων «φυγής» είτε προς τα «εμπρός» («εδώ και τώρα»)

Διαβάστε περισότερα

01 Μαρ 2026

Για τις θέσεις του ΚΚΕ στο θέμα της παλινόρθωσης και του σοσιαλισμού.

Α. ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΛΙΝΟΡΘΩΣΗΣ

 

του Βασίλη Σαμαρά

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αντίθεση» Νο 5, τον Ιούνιο του 2010

 

Η ΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΑΡΞΙΑΚΟ ΤΗΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

Το Φλεβάρη του 2009 δημοσιοποιήθηκαν οι αποφάσεις του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ -το δεύτερο θέμα τους αφορούσε τις «Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα με επίκεντρο την

Διαβάστε περισότερα

01 Μαρ 2026

30 χρόνων από την Συνδιάσκεψη Ανασυγκρότησης του ΚΚΕ(μ-λ) το 1982

Η ομιλία του σ. Βασίλη Σαμαρά

 

Αγαπητοί σύντροφοι, συντρόφισσες, φίλοι και φίλες,
Χαιρετίζω την παρουσία σας σ’ αυτήν την εκδήλωση που γίνεται για τη συμπλήρωση 30 χρόνων από την Συνδιάσκεψη Ανασυγκρότησης του ΚΚΕ(μ-λ) το 1982.
Δεν πρόκειται να κάνω κάποιο απολογισμό εδώ. Αυτό είναι ένα ζήτημα μιας άλλης διαδικασίας. Ούτε και θα κάνω μια πλήρη αναφορά σ’

Διαβάστε περισότερα

01 Μαρ 2026

«Αντεπίθεση» Ενα γελοίο σύνθημα με «σοβαρές» αφετηρίες και στοχεύσεις

Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία, φυλ. 654, στις 04/12/2010

 

Εδώ και αρκετά χρόνια βασικό σύνθημα του ΚΚΕ αποτελεί αυτό της «Αντεπίθεσης». Μάλιστα με βάση την λογική με την οποία έχει οδηγηθεί σε τέτοιου συνθήματα η ηγεσία του ΚΚΕ έφτασε και σε απίστευτης γελοιότητας τοποθετήσεις, όπως λ.χ. ότι το αποτέλεσμα των εκλογών (των τελευταίων, των προηγούμενων, των πιο προηγούμενων, των…) θα

Διαβάστε περισότερα

01 Μαρ 2026

Για τις απόψεις του ΝΑΡ ή πώς οι επικείμενες εκλογές αποκτούν «επαναστατικό» χαρακτήρα

Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία, φυλ. 491, στις 13/12/2003

 

Πριν Αλέκτωρ φωνήσαι

 

Σε προηγούμενα φύλλα της ΠΣ αναφερθήκαμε στον προεκλογικό αναβρασμό που επικρατεί στο σύνολο των πολιτικών δυνάμεων μηδέ του χώρου της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς εξαιρουμένου. Συναγωνίστηκαν όλοι μεταξύ τους να μας πείσουν για την κρισιμότητα των επικείμενων εκλογών. Για τη σημασία της απλής αναλογικής. Για την αναγκαιότητα να σπάσει

Διαβάστε περισότερα

01 Μαρ 2026

Παλιά υλικά σε φρέσκιες συσκευασίες

Διευκρινιστικό σημείωμα
Το κείμενο αυτό είχε σχεδόν ολοκληρωθεί όταν δημοσιοποιήθηκε η ανακοίνωση της ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για ματαίωση της εκλογικής συνεργασίας με την Λαϊκή Ενότητα. Με δεδομένο ότι η εξέλιξη αυτή διαφοροποιεί μεν ορισμένες πλευρές αλλά όχι το ουσιαστικό μέρος των ζητημάτων που τίθενται σ’ αυτό το κείμενο, επιλέχτηκε να παραμείνει ως έχει. Όσο για την νέα αυτή εξέλιξη,

Διαβάστε περισότερα