Δημοσιεύτηκε 28 Ιούν 2026, 08:39

Όταν η γλώσσα του αντιπάλου βαφτίζεται κοινή λογική (Πώς εχθροί και «φίλοι» ξαναγράφουν από κοινού την ιστορία)

Θεματικές: Σχόλια

Αν κάτι περπατά σαν πάπια, κολυμπά σαν πάπια και κάνει ήχους σαν πάπια, τότε μάλλον είναι πάπια1. Όταν κάποιος/α καταγγέλλει κάποιον ενώ παράλληλα χρησιμοποιεί τα επιχειρήματά του, ερμηνεύει την ιστορία με τρόπο παρόμοιο με αυτόν και καταλήγει στα ίδια πολιτικά συμπεράσματα, τότε γεννιέται εύλογα ένα ερώτημα: είναι αντίπαλός του ή συμβάλλει στην αναπαραγωγή της ίδιας λογικής; Μία πρόσφατη τοποθέτηση της δημοσιογράφου Λουκίας Γκάτσου για το ασφαλιστικό2, τον Γιαννίτση και όσα συνδέονται με αυτά αποτέλεσε αφορμή για τη συγγραφή του παρόντος άρθρου.

Μέρος Α. Η σύνταξη δεν είναι πρόβλημα, είναι δικαίωμα

Η βασική θέση της δημοσιογράφου είναι απλή: ο Γιαννίτσης προειδοποίησε έγκαιρα για το πρόβλημα του ασφαλιστικού το 2001. Οι αλλαγές που πρότεινε ήταν αναγκαίες, αλλά προσέκρουσαν στις αντιδράσεις συνδικάτων, κοινωνικών δυνάμεων και τμημάτων του ΠΑΣΟΚ. Η χώρα οδηγήθηκε στα αδιέξοδα των επόμενων δεκαετιών επειδή δεν εφαρμόστηκαν πολιτικές των κατευθύνσεων Γιαννίτση!

Η ίδια προσπαθεί να χρεώσει στον Στουρνάρα (γενικά σε κάποιους εξ αυτών που υλοποίησαν πολιτικές Μνημονίων) ότι προσάπτουν στον λαό ευθύνες για πράξεις πολιτικών, ενώ παράλληλα καταχεριάζει τον λαό γιατί αρνήθηκε τη λογική της δημοσιονομικής πειθαρχίας κάποια χρόνια πριν ο Στουρνάρας καταστεί υπεύθυνος υλοποίησής της… Αναπαράγει τη βασική παραδοχή του τρόπου σκέψης σύμφωνα με την οποία η κατεύθυνση περικοπών και ανατροπής ασφαλιστικών δικαιωμάτων ήταν αναγκαία. Έτσι λοιπόν η σχετική συζήτηση δεν αφορά μόνο τον Γιαννίτση ή το ασφαλιστικό, αλλά έναν τρόπο αντίληψης για την κοινωνία, την εργασία και τις κοινωνικές κατακτήσεις.

Α’. Το ασφαλιστικό ως ζήτημα ταξικής αντιπαράθεσης

Η αφετηρία της συζήτησης που επιλέγεται (επιβάλλεται) για το ασφαλιστικό αφορά πάντα τους αριθμούς. Ελλείμματα, εισφορές, αναλογιστικές μελέτες, γήρανση πληθυσμού, γεννήσεις που μειώνονται και συνταξιούχοι που αυξάνονται. Πριν από αυτά βέβαια υπάρχει ένα ερώτημα που μένει αναπάντητο: Τι είναι η σύνταξη;

Συνήθως αναφέρεται ως μια παροχή που δίνει το κράτος στους ηλικιωμένους. Ή, έστω, ως υποχρέωση που αναλαμβάνει η κοινωνία απέναντι σε ανθρώπους που εργάστηκαν για πολλά χρόνια. Μας έχουν βομβαρδίσει με διδαχές έτσι ώστε να προσλαμβάνουμε την προαναφερθείσα θεώρηση ως αληθή. Έτσι κρύβεται το βασικό ζήτημα. Δεν απαντάται το ερώτημα, από πού προέρχεται ο πλούτος που μοιράζεται μια κοινωνία και έτσι και οι συνταξιούχοι της (αν υπάρχουν).

Ας αναλογιστεί καθένας/μία το εξής παράδειγμα: έστω ότι χτίζεται μια πολυκατοικία. Πριν από την εργασία πολλών ανθρώπων υπάρχει ένα οικόπεδο και μακριά του διάσπαρτες πρώτες ύλες. Μετά την εργασία τους υπάρχει ένα ολοκληρωμένο κτήριο. Κάποιοι εξόρυξαν τις πρώτες ύλες, κάποιοι παρήγαγαν το τσιμέντο, τον χάλυβα, κάποιοι συνέλλεξαν και κάποιοι μετέφεραν τα υλικά, τα οποία κάποιοι συναρμολόγησαν. Κάποιοι έκαναν τις μελέτες. κάποιοι εγκατέστησαν τα δίκτυα, κάποιοι ολοκλήρωσαν την κατασκευή. Έτσι παράχθηκε κάτι που δεν υπήρχε. Δημιουργήθηκε νέος πλούτος ως αποτέλεσμα της προσθήκης αξίας σε πρώην διάσπαρτα υλικά. Το ίδιο συμβαίνει με ένα εργοστάσιο, με έναν δρόμο, με ένα λιμάνι, με ένα νοσοκομείο, με μια μηχανή, αλλά και με μια τεχνική μέθοδο. Αυτό είναι το πρώτο κρίσιμο σημείο. Ο πλούτος παράγεται αποκλειστικά από την εργασία και δεν εξαφανίζεται όταν τελειώνει η διαδικασία παραγωγής του! Η πολυκατοικία συνεχίζει να στεγάζει ανθρώπους, ο δρόμος να χρησιμοποιείται, το εργοστάσιο να παράγει, η γνώση να αξιοποιείται. Η εργασία του χθες συνεχίζει να συμβάλλει στην παραγωγή του σήμερα.

Εργασία – Παραγωγικότητα – Μηχανές – Αξία

Οι μηχανές δεν παράγουν νέα αξία. Ενσωματώνουν συσσωρευμένη εργασία και από τη στιγμή κατασκευής τους και έπειτα αποτελούν εργαλείο καθορισμένων παραγωγικών δυνατοτήτων. Η αύξηση της παραγωγικότητας αποτελεί πάντοτε αποτέλεσμα της σε παρόντα χρόνο τελούμενης ανθρώπινης εργασίας. Το αν θα βελτιώσει τους όρους ζωής τους κρίνεται από το ποιο μέρος του πρόσθετου κοινωνικού προϊόντος θα επιστρέψει στους παραγωγούς του και ποιο θα ιδιοποιηθεί το Κεφάλαιο, δηλαδή από τις εξελίξεις στο πεδίο της ταξικής πάλης.

Έτσι λοιπόν, όταν ένας άνθρωπος βγαίνει στη σύνταξη λαμβάνει ένα κλάσμα του πλούτου που παρήγαγε. Η κύρια πλευρά του ίδιου ζητήματος είναι ότι παρήγαγε πολύ περισσότερο πλούτο από όσον του αποδόθηκε στη διάρκεια της εργασίας του. Η πληρωμή, ο μισθός, σε οποιαδήποτε καπιταλιστική επιχείρηση, βάσει των αρχών λειτουργίας της, είναι μικρότερη της αμοιβής του. Γι’ αυτό η σύνταξη δεν αποτελεί λογιστικό ζήτημα ή παραχώρηση, αλλά κοινωνικό δικαίωμα!

Η βασική θέση που αναπαράγεται σήμερα από τους πολιτικούς εκπροσώπους του συστήματος και από ένα ρεύμα δημοσιολογούντων εμπεριέχει μια αντίφαση που δύσκολα μασκαρεύεται. Η βασική κατεύθυνση των αλλαγών που πρότεινε ο Γιαννίτσης όχι μόνο δεν εξαφανίστηκε μετά το 2001, αλλά οξύνθηκε με δεκάδες παρεμβάσεις οι οποίες αύξησαν τα όρια ηλικίας, μείωσαν συντάξεις και περιόρισαν παροχές. Αν λοιπόν το πρόβλημα οφείλονταν στο ότι δεν εφαρμόστηκαν όσα εισήγαγε το νομοσχέδιο Γιαννίτση, γιατί άραγε το ασφαλιστικό εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως πρόβλημα ύστερα από δεκαετίες συνεχών αλλαγών προς την ίδια κατεύθυνση;

Ισχυρή αντίφαση εμπεριέχεται και στη συσχέτιση σύνταξης και δημογραφικού προβλήματος. Όσοι την πραγματοποιούν «ξεχνούν» ότι η σύνταξη δεν εξαφανίζεται άμα τη λήψει της, αλλά επανεντάσσεται στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Στις περισσότερες περιπτώσεις μάλιστα συμβάλλοντας, άμεσα ή έμμεσα, στην ανατροφή εγγονιών. Αποτελεί λοιπόν παράμετρο ενίσχυσης της κοινωνικής αναπαραγωγής και όχι μείωσής της.

Η αύξηση άλλωστε του προσδόκιμου ζωής, η βελτίωση της Υγείας και η ανάπτυξη της Επιστήμης, η ύπαρξη συνταξιοδότησης. δεν αποτελούν πρόβλημα, αλλά ανθρώπινες κατακτήσεις που δημιουργήθηκαν από την εργασία και τους ταξικούς αγώνες. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι εργάζονται σήμερα περισσότερα χρόνια και συχνά περισσότερες ώρες από ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν αποτελεί οπισθοδρόμηση!

Άλλωστε μια ακόμα «τρύπα» στη συστημική λογική είναι πως «ξεχνά» ότι η κοινωνική ασφάλιση δεν υπήρχε πάντα, αλλά κατακτήθηκε σχετικά πρόσφατα και αποτελεί προϊόν κοινωνικών αγώνων*. Η αλήθεια άλλωστε είναι πως για τους αστούς η σύνταξη αποτελεί «ανορθογραφία» και «σοβιετικό κατάλοιπο» που πρέπει να χτυπηθεί και αν είναι εφικτό να καταργηθεί πλήρως.

Παραγωγικές Δυνάμεις – Παραγωγικές Σχέσεις – Κοινωνικές Ανάγκες – Διανομή του Πλούτου

Η αύξηση των παραγωγικών δυνατοτήτων σηματοδοτεί αύξηση των κοινωνικών αναγκών. Το προς εξέταση ζήτημα λοιπόν αφορά το ποσοστό του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου που επιστρέφει σε αυτούς που τον παράγουν και ο βαθμός κάλυψης των σημερινών κοινωνικών τους αναγκών. Όταν παραγόμενος πλούτος επιστρέφει στην κοινωνία, ενισχύει την τάση διεύρυνσης των παραγωγικών δυνατοτήτων σε μια διαδικασία που ταυτοχρόνως δρα ως διαδικασία αποκάλυψης των ιστορικών ορίων των υφιστάμενων παραγωγικών σχέσεων. Η διαρκής συσσώρευση του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου ως ιδιοκτησία του Κεφαλαίου εμποδίζει την περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και αναστέλλει τον μετασχηματισμό των παραγωγικών σχέσεων. Αποτελεί τη βάση των οικονομικών κρίσεων και συνιστά τμήμα ενός ενιαίου προτσές, το οποίο περιλαμβάνει την περιοδική καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, είτε με οικονομικούς όρους είτε μέσω πολεμικών επιχειρήσεων.

Μέρος Β. Όταν η οργή προσανατολίζεται στρεβλά

Η τοποθέτηση που επικρίνεται στο παρόν άρθρο εντάσσεται σε ένα πολυποίκιλο πολιτικό ρεύμα το οποίο παίρνει μορφές πολιτικών σχηματισμών, εκφράζεται από πρόσωπα που εμφανίζονται ως μονάδες (συνήθως δημοσιογράφοι) που καταγγέλλουν τη διαφθορά, τη διαπλοκή ή συγκεκριμένες κυβερνήσεις. Όλοι/ες οι προαναφερθέντες/θείσες έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Δεν στρέφουν τα πυρά τους στην κοινωνική σχέση που γεννά τα προβλήματα, και αν συγκυριακά εξαναγκάζονται σε κάτι τέτοιο, το πραγματοποιούν μερικώς και στρεψοδικώντας. Έτσι η αγανάκτηση βρίσκει έναν διάδρομο εκτόνωσης, χωρίς να βρίσκει στόχο. Η λύση του όποιου προβλήματος αναζητείται σε έναν «καλύτερο πρωθυπουργό», μια «πιο πατριωτική» κυβέρνηση, έναν «πιο τίμιο» διαχειριστή (που ίσως διακατέχεται από σύνδρομο αυταπατών), έναν ισχυρό προστάτη. Ποτέ όμως στην οργανωμένη δύναμη των ανθρώπων που παράγουν τον κοινωνικό πλούτο. Τέτοιες αντιλήψεις λειτουργούν ως συμπλήρωμα της κυρίαρχης πολιτικής ή ως ακροδεξιοί λαγοί που μετατοπίζουν την ατζέντα προς φασίζουσες ή φασιστικές κατευθύνσεις (μέσω «ερωτημάτων» περί του αν πρέπει να απαγορευτούν οι αμβλώσεις ή να βυθιστούν βάρκες με πρόσφυγες κ.λπ.). Χαρακτηριστικό  γνώρισμα τους αποτελεί η συχνή αναφορά στον ελληνικό λαό η οποία όμως γίνεται με τρόπο που επίμονα αποφεύγει οποιαδήποτε αναφορά στις πραγματικές διαχωριστικές γραμμές που υπάρχουν στην κοινωνία. Η κοινωνική πραγματικότητα αντικαθίσταται από μια υποτιθέμενη κοινότητα εθνικών συμφερόντων και στόχων που αγκαλιάζουν όλους τους Έλληνες. Τόσο αυτούς που δολοφονούνται στις σκαλωσιές, όσο και αυτούς που τις έχουν ιδιοποιηθεί. Τόσο αυτούς που θα σκοτωθούν σε έναν πόλεμο, όσο και αυτούς που θα έχουν αυτοεξοριστεί στο Παρίσι ή στο Κάιρο. Ένα ενιαίο «εμείς»*. Έτσι ώστε η οργή να εκφράζεται ανώδυνα ή και επωφελώς τόσο για τις σχέσεις που γεννούν τα προβλήματα όσο και τους φορείς τους.

Β’. Το ζήτημα της εργατικής τάξης είναι ζήτημα όλου του λαού

Η σημασία της εργατικής τάξης απορρέει από την ιδιαίτερη θέση της στην παραγωγική διαδικασία. Πρόκειται για την τάξη που διαθέτει μόνο την εργατική της δύναμη και είναι υποχρεωμένη δια βίου να την πουλά προκειμένου να αναπαράγει την ύπαρξή της. Βρίσκεται στον πυρήνα της παραγωγής του πλούτου, αποτελεί το μόνο κοινωνικό τμήμα που παράγει αξία και το μόνο που μπορεί να μπλοκάρει ή να μετασχηματίσει ολόκληρη την οικονομική ζωή. Γι’ αυτό ιστορικά αποτέλεσε τον μοναδικό αντίπαλο της αστικής τάξης που μπορούσε να την ανατρέψει και τον μοναδικό που το πραγματοποίησε. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η ύπαρξή της ως αυτοτελούς οντότητας, ως τάξης για τον εαυτό της, έπρεπε να αποτραπεί από εχθρούς και πρώην φίλους της, από παλιά και νέα αστικά στρώματα και διάφορους ακολούθους τους. Έτσι, άλλοτε την παρουσιάζουν ως ξεπερασμένη και άλλοτε ως ενσωματωμένη. Έτσι ώστε τελικά να χωρούν μέσα σε αυτή, ο εργάτης στο εργοστάσιο, η πόρνη στη Συγγρού, και το μεγαλοστέλεχος της τάδε πολυεθνικής. Το πολύμορφο κρύψιμό / εξαφάνισή της αποσκοπεί στην παρεμπόδιση της ενοποίησής της.

Η πραγματική απειλή για το σύστημα της εκμετάλλευσης, την αστική τάξη, τη δεξιά, την ακροδεξιά αλλά κάθε μικροαστική κυβερνώσα (ή want to be κυβερνώσα) κοινωνική ή πολιτική συσσώρευση «αριστερού» ή δεξιού πρόσημου, δεν είναι η γενική αγανάκτηση, αλλά η οργάνωση της εργατικής τάξης, η συγκρότηση της ως δύναμη με δικά της συμφέροντα, στόχους και πολιτική κατεύθυνση, η δημιουργία κοινωνικού – πολιτικού ρεύματος σε μια τέτοια κατεύθυνση. Ο οργανωμένος και συνειδητός εργάτης άλλωστε μαθαίνει να βλέπει πίσω από συνθήματα που ορίζουν ύπαρξη πανεθνικών στόχων, να διακρίνει ποιος ωφελείται και ποιος πληρώνει τις συνέπειες τους, ότι ο φυσικός του σύμμαχος δεν καθορίζεται από χρώμα, θρησκεία ή εθνικότητα, αλλά από τη θέση του στην παραγωγική διαδικασία και στην κοινωνία. Να αναγνωρίζουν ο Έλληνας και ο αλλοεθνής εργάτη ο ένας στον άλλο τον εαυτό του, τον άνθρωπο που αντιμετωπίζει αντίστοιχα προβλήματα και υφίσταται παρόμοιες μορφές εκμετάλλευσης. Μια τέτοια εξέλιξη την τρέμουν το Κεφάλαιο και κάθε εθνικιστική και ακροδεξιά συσπείρωση. Γιατί η ισχύς τους δεν βρίσκεται στην ενότητα των εργαζομένων αλλά στον διαχωρισμό τους. Άλλωστε φασισμός, εθνικισμός και λαϊκίστικη δεξιά υπηρετούν (εξ αντικειμένου) το Κεφάλαιο (και καθόλου δεν τους ενοχλεί αν φέρει την ελληνική ή τη σημαία του Μάλι στα πλοία του, αν αποδίδει φόρους ή όχι…).

Αν βέβαια η αδυναμία συγκρότησης της εργατικής τάξης αποτελούσε μονοσήμαντα αποτέλεσμα της ισχύος του Κεφαλαίου, της δράσης της δεξιάς, του λαϊκίστικου τμήματός της, και της ακροδεξιάς, το πρόβλημα θα ήταν απλούστερο από ότι είναι…

 

Β’’. Η Αριστερά χωρίς εργατική βάση και κομμουνιστικό όραμα γέρνει επικίνδυνα δεξιά

Η ιστορικών διαστάσεων ήττα και η μακρόχρονη υποχώρηση του εργατικού, επαναστατικού, κομμουνιστικού κινήματος (ΕΕΚΚ), παράλληλα η αποδυνάμωση της συγκρότησης της εργατικής τάξης και η κυριαρχία μικροαστικών αντιλήψεων στην αριστερά αποτελούν αλληλοτροφοδοτούμενες πλευρές της ίδιας ιστορικής διαδικασίας.

Η εργατική τάξη βέβαια κάθε άλλο παρά εξαφανίστηκε. Αντίθετα αυξήθηκε σε απόλυτα μεγέθη και ποσοστιαία σε παγκόσμια κλίμακα, ενισχύοντας τις αντικειμενικές δυνατότητές της να υλοποιήσει τον ιστορικό της ρόλο.* «Η εργατική τάξη από την ίδια της τη θέση στην παραγωγή και την κοινωνία είναι φύσει ανταγωνιστική με την αστική τάξη και το καπιταλιστικό σύστημα, συνεπώς η εργατική τάξη δεν δύναται να αφομοιωθεί.»5. Έπαψε όμως να εμφανίζεται ως αυτοτελές πολιτικό υποκείμενο. Στην πολιτική συζήτηση καταλαμβάνουν όλο και περισσότερο χώρο γενικές και θολές κοινωνικές κατηγορίες, πολίτες, μη προνομιούχοι, εργαζόμενοι, λαός ως ενιαίο σώμα χωρίς ταξικές διαφοροποιήσεις («πρωτοπόροι» σε αυτή τη διαδικασία οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές με το «Παλλαϊκό Κράτος»**). Υποχώρησε έτσι η δυνατότητα ερμηνείας των κοινωνικών προβλημάτων από τη σκοπιά εκείνων που βρίσκονται στον πυρήνα της παραγωγής. Και μαζί της η δυνατότητα ερμηνείας κατανόησης των κοινωνικοπολιτικών ζητημάτων. Έτσι, πολλοί κάτοχοι μικροφώνων μπορούν χωρίς αντίλογο να προσεγγίζουν την πραγματικότητα μέσα από σχήματα και παραδοχές που έχουν διαμορφωθεί από τους αντιπάλους της εργατικής τάξης και του λαού.

Μεγάλα τμήματα της αριστεράς συζητούν συχνά στο πλαίσιο που θέτει ο αντίπαλος. Διαφωνούν στις απαντήσεις μα αποδέχονται τις ερωτήσεις. Έτσι καταλήγουν συνήθως να υιοθετούν βασικές πλευρές της κυρίαρχης ιδεολογίας. Το φαινόμενο παρατηρείται και σε πολλά άλλα ζητήματα. Προεξάρχον παράδειγμα τα ελληνοτουρκικά: η  αποδοχή του σχήματος της «εκ φύσεως επιτιθέμενης Τουρκίας – μόνιμα αμυνόμενης Ελλάδας» και η παράβλεψη πως δομικό χαρακτηριστικό κάθε αστικής τάξης αποτελεί η διαρκής απόπειρα διεύρυνσης των πεδίων κερδοφορίας της έναντι των ανταγωνιστικών προς αυτήν αστικών τάξεων, έχουν ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της δικής «μας» αστικής τάξης απέναντί στον δικό μας λαό. Έτσι καθίσταται ιδεολογικά άοπλος απέναντι στο ενδεχόμενο πολεμικής αναμέτρησης και αδύναμος να οικοδομεί όρους αποτροπής της (είτε προκύψει ως έκφραση του ανταγωνισμού των δύο αστικών τάξεων, είτε ως αποτέλεσμα ευρύτερων στοχεύσεων και αδιεξόδων των ιμπεριαλιστών προστατών τους). Το μέγα ζήτημα είναι ότι ΜΟΝΙΜΑ η “πρώτη ύλη κάθε μετώπου”, οι νεκροί, δεν ανήκουν στην αστική τάξη αλλά στον λαό. Η επιδίωξη εξοικείωσης του λαού στην εικόνα των φέρετρων που θα είναι γεμάτα με τα πτώματα των παιδιών του κάθε άλλο παρά τυχαία επιλέγεται (Βλ. σχετικές δηλώσεις Δένδια8).

Σε όσα γεννά η παραδοχή του προαναφερθέντος δόγματος αναπτύσσεται ευκολότερα και το  «ο εχθρός του εχθρού μου – φίλος μου», η περάτωση της καθολικής στήριξης της ελληνικής αστικής τάξης στο σιωνιστικό, ναζιστικό μόρφωμα του Ισραήλ. Ταυτόχρονα ανοίγει δρόμος στην ακροδεξιά (η οποία περνά από τον αντισημιτισμό στην «λατρεία» στο Ισραήλ πιο εύκολα από όσο βάζετε ένα ποτήρι νερό). Έτσι, η αναπαραγωγή του εν λόγω σχήματος από σχηματισμούς και ανθρώπους που αυτοτοποθετούνται στην αριστερά, έχει συνέπειες βαθύτερες από όσο αντιλαμβάνονται.

Μέρος Γ. Η ανασυγκρότηση της εργατικής πολιτικής και της κομμουνιστικής προοπτικής

Το βάθος, η έκταση, εν ολίγοις η σημασία, της αποσυγκρότησης είναι δύσκολο να κατανοηθεί. Εκφράζεται σε πολλά που αναφέρθηκαν, σε άλλα που «δεν χώρεσαν», και σε πολλά που δεν μπορώ να συλλάβω. Το ιστορικών διαστάσεων χτύπημα που έχει επιφέρει στη συνείδηση των λαϊκών μαζών η ανατροπή της πορείας σοσιαλιστικής οικοδόμησης. που επισφραγίστηκε στο 20ο συνέδριο του κομμουνιστικού κόμματος της Ε.Σ.Σ.Δ. (1956) και της κατάρρευσης της Ε.Σ.Σ.Δ. 35 χρόνια μετά, η ήττα της Μεγάλης Πολιτιστικής Προλεταριακής Επανάστασης και η καπιταλιστικοποίηση της Κίνας που την ακολούθησε, καθώς και οι ανεπαρκείς σχετικές επεξηγήσεις από τους φορείς που αναφέρονται στην κομμουνιστική προοπτική, συνθέτουν ένα τοπίο αντικειμενικής ανυπαρξίας έτοιμων και εύκολων λύσεων.

Για δεκαετίες μαζί με το εργατικό εισόδημα υποχωρεί και η δυνατότητα των εργατών να βλέπουν τον εαυτό τους ως ξεχωριστή κοινωνική δύναμη, η εμπιστοσύνη ότι οι άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν τη ζωή τους μέσα από τη δική τους δράση γενικεύεται σε όλα τα λαϊκά στρώματα. Γι’ αυτό και η αναζήτηση μιας έτοιμης λύσης αποτελεί βαλβίδα εκτόνωσης της λαϊκής αγανάκτησης, οδό καθυστέρησης της συνειδητοποίησης της ανάγκης οργανωμένης αμφισβήτησης των δομικών χαρακτηριστικών λειτουργίας του συστήματος της εκμετάλλευσης.

Αναγκαίο τμήμα της απάντησης σε αυτά αποτελεί η διαδικασία πολύμορφης ανασυγκρότησης του λαϊκού παράγοντα. Εδώ και χρόνια, η κρίση, η διάψευση προσδοκιών δεκαετιών και η συνεχής επιδείνωση της ζωής μεγάλων τμημάτων του γεννούν εστίες προβληματισμού. Η κίνηση μαζών ενάντια στο θάψιμο της υπόθεσης των Τεμπών αποτελεί μία ακόμα απόδειξη πως είναι αδύνατο ο κόσμος να ερωτευτεί το κελί του. Πολλές απολήξεις της βέβαια αποτελούν ενδείξεις του πόσο δύσκολη είναι η κατάσταση … Το ζήτημα επομένως δεν είναι αν ο κόσμος αναζητά απαντήσεις, αλλά αν η αναζήτησή του θα μπορέσει να προσανατολιστεί σε κατεύθυνση τέτοια που στο βάθος της να βρίσκονται απαντήσεις που έχει ανάγκη.

Σε αυτήν τη διαδικασία δρουν και συγκρούονται διαφορετικές δυνάμεις. Άλλες εκφράζουν υπαρκτές λαϊκές αγωνίες έχοντας εξ αρχής στόχο να ανακυκλώσουν τον θυμό. Είναι όλες αυτές που αναζητούν διεξόδους στον εθνικισμό, στη συνωμοσιολογία ή σε κάθε λογής «σωτήρες». Άλλες πάλι αναγνωρίζουν πραγματικές πλευρές του προβλήματος, αλλά αδυνατούν να τις συνδέσουν με μια συνολική κατεύθυνση πάλης. Έτσι δημιουργείται ένα σύνθετο και αντιφατικό τοπίο το οποίο για όσο χρονικό διάστημα οι λαϊκές δυνάμεις δεν κατορθώνουν να συγκροτήσουν δικούς τους όρους παρέμβασης, θα γεμίζει από κάθε λογής ερμηνείες, προτάσεις και «διεξόδους».

Ο δεξιός και ακροδεξιός λαϊκισμός αποτελεί οργανικό στοιχείο της αναπαραγωγής του υπάρχοντος συστήματος. Οι συγχύσεις που παράγει συνιστούν κατ’ εξοχήν έκφρασή του. Οι συγχύσεις που εμφανίζονται στο εσωτερικό της αριστεράς έχουν διαφορετική σημασία επειδή αναπτύσσονται σε πολιτικό πλαίσιο που συγκροτείται μέσα από την αμφισβήτηση του υπάρχοντος συστήματος. Αυτό δεν αναιρείται και δεν αναιρεί ότι τα επιμέρους ρεύματά της έχουν διαφορετικές ταξικές συνθέσεις και αναφορές, ότι ακολουθούν έτσι διαφορετικές στρατηγικές και πολιτικές στοχεύσεις, ούτε από το ότι αναφέρονται σε διαφορετικές κοινωνικές προοπτικές.

Οι παθογένειες της αριστεράς, ο ρεφορμισμός, χρόνια παθολογία που αναπαράγεται στο εσωτερικό του λαϊκού κινήματος εδραζόμενη σε ταξικούς και υποκειμενικούς όρους, και ο ρεβιζιονισμός*1, εμπόδισαν τη σύλληψη της αναγκαιότητας της Κ.Δ.*2, στη συνέχεια τη χλεύασαν, έπειτα τη δοκίμασαν σαν ένα πιάτο αμφίβολων θρεπτικών συστατικών και, όταν και όποιον βαθμό, το κατανάλωσαν, διαπίστωσαν ότι για να το μεταβολίσουν έπρεπε να κινηθούν σε κατευθύνσεις πραγματικής αντιπαράθεσης με το καπιταλιστικό σύστημα, διαταράσσοντας την αίσθηση αυτάρκειας και πολιτικής ασφάλειάς τους. Έτσι το απέρριψαν.

Η υπέρβασή παραλυτικών φαινομένων στα πλαίσια της αριστεράς απαιτεί διαμόρφωση μορφών δράσης που να απαντούν στα προβλήματα από τα οποία γεννιούνται. Σε αυτό το πλαίσιο αναδεικνύεται η αναγκαιότητα της Κ.Δ. Η ανάπτυξή της μπορεί να δημιουργήσει όρους ευρύτερων συσπειρώσεων και μέτωπα πάλης και Αντίστασης στην επίθεση που δέχονται οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα.

Όμως η χρόνια ακινησία επιφέρει συρρίκνωση μυών και δυνατοτήτων. Έτσι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια νέα έκφραση παλιών παθογενειών. Μια «προσομοίωση Κ.Δ.». Πραγματοποιούνται διαδικασίες στις οποίες οργανώσεις της αριστεράς συνευρίσκονται και συναποφασίζουν κάποια δραστηριότητα. Το πρόβλημα είναι πως η διαδικασία δεν περιλαμβάνει ανοιχτή αντιπαράθεση θέσεων και η προπαγάνδιση και υλοποίησή της όποιας απόφασης λαμβάνει χώρα κατά μονάδες. Δεν πρόκειται για διαδικασία που προκύπτει λόγω κατανόησης της αναγκαιότητας της Κ.Δ., αλλά ως αποτέλεσμα της αποδυνάμωσης οργανωτικών δυνατοτήτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις επιτρέπει την πραγματοποίηση αναγκαίων κινηματικών παρεμβάσεων. Ωστόσο επί της ουσίας αποτελεί προσπάθεια αντιμετώπισης των αιτιών της αναγκαιότητας της Κ.Δ. χωρίς την υιοθέτηση στοιχείων ικανών να την καταστήσουν πραγματικά Κοινή και πραγματικά Δράση. Διότι δεν λειτουργεί ως πεδίο δημιουργίας όρων συγκρότησης της πάλης γύρω από κατευθύνσεις οι οποίες δοκιμάζονται, αντιπαρατίθενται, εκτίθενται στη δοκιμασία της πράξης, της λαϊκής συμμετοχής και των αποτελεσμάτων που παράγουν. Έτσι η Κ.Δ. αντικαθίσταται από μία κοινή συγκέντρωση, και η κοινή πάλη από κοινές παρουσίες. Η δοκιμασία των γραμμών από τη συνύπαρξή τους σε έναν κόσμο παράλληλων συμπάντων. Το θεωρητικό σχήμα της προαναφερθείσας κατάστασης υποστηρίζει πως καθένας/μία μπορεί να έχει ταυτόχρονα πολλές ιδεολογικές ταυτότητες. Εμφανίζεται ως υπέρβαση ή σύνθεση αντιθέσεων ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί άρνηση αντιμετώπισής τους. Διότι όταν οι γραμμές δεν αντιπαρατίθενται κάνει την εμφάνισή της η ψευδαίσθηση ότι μπορούν να συλλειτουργούν. Αυτό αποτελεί αντιφατικό σχήμα καθώς η συλλειτουργία προϋποθέτει κοινή στοχοθεσία.

Ξανά για την Κοινή Δράση

Η διαφορετική στρατηγική κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων δεν σημαίνει ότι έχουν διαφορετικούς τακτικούς στόχους. Η ύπαρξη κοινού πεδίου τακτικών στόχων γεννά την αναγκαιότητα και τη δυνατότητα ανάπτυξης Κ.Δ. Ο καπιταλισμός επιτίθεται και τσακίζει τα δημοκρατικά δικαιώματα των μικροαστών και υποβαθμίζει την οικονομική τους δυνατότητα. Ταυτόχρονα συντρίβει τους όρους ζωής της εργατικής τάξης. Τα προαναφερθέντα κοινωνικά στρώματα έχουν συμφέρον και ανάγκη αντίστοιχα να δράσουν κοινά απέναντί της. Αυτή η διαπίστωση, αν είναι σωστή, είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Έτσι, μια πολιτική δύναμη που θέλει να εκφράζει την εργατική τάξη και τα συμφέροντά της έχει κάθε λόγο να επιχειρεί σταθερά και επίμονα να «σύρει» σε Κ.Δ. δυνάμεις που εκπροσωπούν μικροαστικά στρώματα.

Ας κοιτάξουμε μπροστά ρίχνοντας μια προσεκτική ματιά πίσω

Η Αντίσταση που προκάλεσε το νομοσχέδιό Γιαννίτση ήταν μέρος της διαδικασίας οικοδόμησης λύσης. Το πρόβλημα βρισκόταν στο ότι δεν κατάφερε να μετασχηματιστεί σε παρατεταμένη διαδικασία λαϊκής κινητοποίησης και συγκρότησης. Η αποτροπή μιας σημαντικής συγκεκριμένης έκφρασης της επίθεσης είναι πάντα σημαντική, αλλά ποτέ αρκετή έτσι ώστε να ανατραπεί ο συνολικός συσχετισμός δύναμης. Διότι καμία κοινωνική αντιπαράθεση τέτοιων στοιχείων δεν μπορεί να  έχει χαρακτηριστικά «τελικής μάχης» (τουλάχιστον σε μη προεπαναστατική περίοδο). Αυτό κάθε άλλο παρά αναιρεί ότι κάθε μάχη που δίνει ο λαός είναι αναγκαία και πως κάθε προοδευτικός σχηματισμός οφείλει να τη στηρίζει άνευ αστερίσκων κατά τη διάρκεια διεξαγωγής της. Οι τρόποι με τους οποίους μπορεί να μετατρέπεται σε βήμα συσσώρευσης δύναμης, συνειδητής εμπειρίας και οικοδόμησης πλατιάς ταξικής συνείδησης, να συμβάλλει στη συνολική αμφισβήτηση των όρων που γεννούν την επίθεση, είναι ένα δεύτερο προς επίτευξη ζήτημα. Το μόνο που θα αναφέρω για αυτό είναι ότι βασικός παράγοντας για κάθε τέτοια επίτευξη αποτελεί η νίκη στην κάθε φορά συγκεκριμένη μάχη. Η βελτίωση ή η μη χειροτέρευση των υλικών όρων ζωής.

Η απόπειρα επερχόμενης συνταγματικής αναθεώρησης και η αναγκαιότητα να καταπέσει

Το πραγματικό επίδικο της συζήτησης όπως ανοίγει σε σχέση με παρελθοντικά πεπραγμένα αφορά το τι θα γίνει τα επόμενα χρόνια. Κορυφαίος σταθμός θα αποτελέσει  η επερχόμενη απόπειρα συνταγματικής αναθεώρησης και η έκβασή της. Διότι η προαναγγελία της* δείχνει πως δεν πρόκειται για «μια ακόμη» κυβερνητική πρωτοβουλία, μια παρέμβαση τεχνικού χαρακτήρα σε ορισμένα άρθρα του Συντάγματος, αλλά για προσπάθεια να αποκτήσει θεσμικά κατοχυρωμένο και συνταγματικά προστατευμένο χαρακτήρα μια ολόκληρη στρατηγική που εφαρμόζεται εδώ και δεκαετίες και εμφανίζει κάθε κοινωνική ανάγκη ως δημοσιονομικό κίνδυνο.

Γι’ αυτό η δημοσιονομική σταθερότητα έχει τόσο μεγάλη σημασία. Επειδή λειτουργεί ως αρχή που οργανώνει τις υπόλοιπες συστημικές στοχεύσεις. Αν η δημοσιονομική πειθαρχία αναγορευτεί σε υπέρτατη συνταγματική αρχή, όσα φέρει μαζί της αποκτούν διαφορετικό περιεχόμενο. Η μονιμότητα εμφανίζεται ως πρόβλημα. Η αξιολόγηση ως αναγκαιότητα. Το άρθρο 16 ως εμπόδιο. Οι κοινωνικές δαπάνες ως πολυτέλεια. Οι μισθοί ως βάρος. Οι συντάξεις ως απειλή.

Γι’ αυτό η απάντηση στο ερώτημα «τι κάνουμε σήμερα» πρέπει να αφορά την υπεράσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων απέναντι στη συνταγματική θωράκιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, την υπεράσπιση:

α. του δημόσιου χαρακτήρα της εκπαίδευσης απέναντι στην αναθεώρηση του άρθρου 16

β.  της μονιμότητας απέναντι στις λογικές πειθάρχησης και αυταρχικού ελέγχου

γ. του, όποιου, κοινωνικού χαρακτήρα του κράτους

Αυτά αποτελούν διαφορετικές πλευρές της ίδιας αναμέτρησης. Και γι’ αυτό οφείλουμε να τις αντιμετωπίσουμε ως τέτοιες. Γιατί είναι πολύ πιθανό η συγκεκριμένη αντιπαράθεση να αποτελέσει το κεντρικό πολιτικό πεδίο πάνω στο οποίο θα κριθούν σημαντικές πλευρές της επόμενης περιόδου. Πολύτιμο βοήθημα στην επερχόμενη μάχη μπορεί και πρέπει να αποτελέσει «το βιβλίο» που έγραψαν η νεολαία και ο λαός της χώρας στην αναμέτρηση του 2006-2007. Τότε το αστικό πολιτικό σύστημα επιχείρησε να επιβάλει αντιδραστικές τομές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, και αμέσως μετά αναθεωρήσει το Σύνταγμα με αιχμή την κατάργηση του Άρθρου 16. Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες πολιτικές εμπειρίες του λαϊκού κινήματος των τελευταίων δεκαετιών. Κατέδειξε ότι οι νίκες δεν προκύπτουν από γενικές διακηρύξεις και από παράθεση εναλλακτικών σχεδίων διαχείρισης, αλλά από τη συγκέντρωση δυνάμεων γύρω από έναν σαφή, ευρέως κατανοητό και αποδεκτό και πολιτικά κρίσιμο στόχο.

Η σπουδάζουσα νεολαία ξεκίνησε τη μάχη τον Μάη – Ιούνη του 2006 απέναντι στο σχέδιο νόμου που αργότερα ψηφίστηκε ως Ν. 3549/2007. Στην πορεία των γεγονότων, Φεβρουάριος 2007, επέλεξε ως κεντρικό στόχο την αποτροπή της αναθεώρησης του Άρθρου 16. Η μετατόπιση στόχου υπήρξε μια βαθιά πολιτική και εξαιρετικά εύστοχη τακτική επιλογή. Εξέφραζε πολιτικά την αντίληψη ότι το λαϊκό κίνημα δεν έχει να συνδιαμορφώσει ή να βελτιώσει το πλαίσιο της επίθεσης που δέχεται, αλλά να το μπλοκάρει και να το ανατρέψει. Τακτικά εντόπιζε τον στόχο στον οποίο μπορούσαν να συσπειρωθούν όσο το δυνατόν περισσότερες δυνάμεις. Ακριβώς γι’ αυτό η γραμμή αυτή συγκρούστηκε στα πλαίσια του κινήματος με αντιλήψεις που πρότειναν μια γενικευμένη αντιπαράθεση με το σύνολο της συνταγματικής αναθεώρησης ή «προχωρούσαν περισσότερο» (ανα)ζητώντας ένα «άλλο Σύνταγμα» μέσω μιας «άλλης αναθεώρησης». Στην πράξη τέτοιες κατευθύνσεις αποδυναμώνουν πολιτικά το κίνημα καθιστώντας το έρμαιο ερμηνειών που δίδονται από συστημικές προελεύσεις και διασπούν τις δυνάμεις του σε πολλαπλές κατευθύνσεις. Η στοχοπροσήλωση στο «Όχι στην αναθεώρηση του Άρθρου 16» λειτούργησε ως σημείο συμπύκνωσης μιας ευρύτερης κοινωνικής δυσαρέσκειας και όταν η άμυνα του αντιπάλου σε αυτό το σημείο διαρρήχθηκε, μαζί του κατέρρευσε ολόκληρος ο σχεδιασμός αναθεώρησης.

Η εμπειρία εκείνη διέψευσε επίσης μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη που εμφανίζεται σε μεγάλα τμήματα της Αριστεράς και θεωρεί κάθε μάχη ανάσχεσης ή αποτροπής ως «αμυντική», ρηχή, ανεπαρκή, κατώτερη πολιτικά από κάποια πιο «προωθημένα» σχέδια που έχουν επεξεργαστεί διάφορα πολιτικά επιτελεία. Σχέδια που, ακριβώς επειδή κατατίθενται ως πολιτικές προτάσεις, προϋποθέτουν αντικειμενικά ως φορέα υλοποίησής τους τον σημερινό κάτοχο της κρατικής εξουσίας. Δηλαδή την αστική τάξη. Εμφανίζονται ως προοδευτικές υπερβάσεις των ορίων του υπάρχοντος συστήματος ενώ στην πραγματικότητα απευθύνονται στο ίδιο ζητώντας του να εφαρμόσει προτάσεις που, κατά τους συντάκτες τους τουλάχιστον, το υπερβαίνουν. Βέβαια ήταν η «αμυντική» μάχη υπεράσπισης του Άρθρου 16 αυτή που  μετατράπηκε σε συνολικότερη πολιτική αναμέτρηση, απέκτησε χαρακτηριστικά παρατεταμένης μαζικής πάλης, αναχαίτισε την επίθεση στα λαϊκά δικαιώματα, άνοιξε τον δρόμο για τον Δεκέμβρη του 2008 και άφησε σημαντική πολιτική παρακαταθήκη.

Αυτή είναι η πιο χρήσιμη υπενθύμιση για τις μάχες που βρίσκονται μπροστά μας. Οι μεγάλες κοινωνικές αναμετρήσεις δίνονται από τη μεριά του λαού και κερδίζονται όταν οι δυνάμεις του κινήματος δεν διαπραγματεύονται με όρους του αντιπάλου, δεν ανταπαντούν στις ερωτήσεις του με αντιπροτάσεις φιλολαϊκών (ή και «σοσιαλιστικών») σχεδίων νόμου ή αναθεωρημένων αστικών συνταγμάτων και δεν διασκορπίζονται σε πολλαπλά μέτωπα και στοχοθεσίες. Κερδίζονται όταν εντοπίζεται ο κρίκος που συμπυκνώνει την αντίθεση, όταν συγκεντρώνονται σε αυτόν οι κινηματικές και λαϊκές δυνάμεις, και όταν η πάλη αποκτά πολιτική επιμονή, ώστε το μερικό να αναβαθμίζεται από την ίδια την ανάπτυξη της πάλης, και το ειδικό να μετατρέπεται σε υπόθεση του λαού.

Η εμπειρία του 2006-2007 έδειξε και κάτι ακόμη. Κάθε νίκη αποτελεί παραγωγό νέας πραγματικότητας στο πεδίο της οποίας θα δοθούν οι επόμενες μάχες της ταξικής πάλης.

Από πού να αρχίσω; Νιώθω πιο ευάλωτος από ποτέ (ἓν οἶδα, ὅτι «ἓν» οἶδα)

Μπορεί λοιπόν να μην έχουμε όλες τις απαντήσεις και να μην ξέρουμε ακριβώς πώς θα χτιστεί κάτι καλύτερο. Ξέρουμε όμως ορισμένα πράγματα: όσοι αναπαράγουν βασικές παραδοχές του συστήματος της εκμετάλλευσης δεν αποτελούν λύση, φανεροί και «κρυφοί» λαϊκιστές της ακροδεξιάς δεν αποτελούν συμμάχους του λαού, η πολιτική που βλέπει σωτήρες σε αστικές κυβερνήσεις, σε εθνικούς προστάτες ή σε ισχυρά κράτη δεν οδηγεί σε χειραφέτηση αλλά σε νέα αδιέξοδα. Ότι το πρόβλημα δεν είναι ο κόσμος που αντιστέκεται χωρίς να έχει έτοιμο ένα «πρόγραμμα συνολικών λύσεων», η σύνταξη δεν είναι χάρη, ο πλούτος παράγεται από την εργασία, όποιος/α ζητά συνεχώς νέες θυσίες από τον λαό δεν είναι με το μέρος του.

Από εκεί και πέρα, ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του. Για μένα, η απαρχή της απάντησης βρίσκεται στους ανθρώπους που παράγουν και αποτελούν τη βάση της κοινωνίας. Γι’ αυτό το ερώτημα δεν είναι αν η «κάθε Γκάτσου» έκανε την «α» ή τη «β» τοποθέτηση, αλλά το αν θα επιτρέψουμε να μετατραπούν σε κοινή λογική οι αντιλήψεις που εδώ και δεκαετίες δικαιολογούν κάθε νέα υποχώρηση. Και αν υπάρχει κάτι που αξίζει να υπερασπιστούμε στη μάχη για να μην αναθεωρηθεί το Σύνταγμα, είναι ακριβώς το δικαίωμα να συνεχίζουμε να διεκδικούμε σε έναν κόσμο μη θεσμοθετημένων μικρότερων δικαιωμάτων και μεγαλύτερων υποχρεώσεων.

Όπως αποδίδεται στον Μαξίμ Γκόρκι: «Την ηθική των αφεντικών την αντιπάθησα όσο και την ηθική των δούλων. Μια τρίτη ηθική έβλεπα να διαμορφώνεται μέσα μου: Δίνε το χέρι σου σε όποιον σηκώνεται»10

  1. Duck test
  2. Τοποθέτηση Λουκίας Γκάτσου για το ασφαλιστικό
  3. Catalyst Collections List (Charlie Burke) Air India Staff Magazine (Sohan Jalian) · The Lufkin Roundup, February 1972 (Houston Trailer Branch)
  4. Adolf Hitler, Speech of April 12, 1921
  5. Δημοκρατία και Αριστερά (Θεσσαλονίκη)
  6. Παγκόσμια Τράπεζα, Συνολικό Εργατικό Δυναμικό (Total Labor Force Database) και Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (ILO), Βάση Εκτιμήσεων της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO modelled estimates database), ILOSTAT
  7. Για τις θέσεις του ΚΚΕ στο θέμα της παλινόρθωσης και του σοσιαλισμού. Α. ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΛΙΝΟΡΘΩΣΗΣ και Β. Για τα ζητήματα σοσιαλιστικής οικοδόμησης
  8. Τα φέρετρά τους δεν αφορούν μόνο τους μελλοντικούς νεκρούς, αλλά και τους ζωντανούς του σήμερα και Ο Δένδιας μας ζητάει «πνεύμα αυτοθυσίας» και να μας πάνε «με φέρετρο με Ευρωπαϊκή σημαία»
  9. Ποιος θυμάται την Κοινή Δράση Μέρος α’, Μέρος β’
  10. Τα 30 προτεινόμενα προς αναθεώρηση άρθρα του Συντάγματος
  11. Φράση που αποδίδεται στον Μαξίμ Γκόργκι

 

*Η καταγραφή εργαζομένων ως “the first man to retire” σε αρχεία και εταιρικές εκδόσεις του 20ού αιώνα υπενθυμίζει ότι η “κανονική συνταξιοδότηση” δεν υπήρξε ιστορικά αυτονόητη κατάληξη του εργασιακού βίου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν ο Charlie Burke στη British Industrial Plastics, ο Sohan Jalian στην Air India και ο πρώτος εργαζόμενος που συνταξιοδοτήθηκε σε ηλικία 65 ετών στη Houston Trailer Branch. Catalyst Collections List (Charlie Burke) · Air India Staff Magazine (Sohan Jalian) · The Lufkin Roundup, February 1972 (Houston Trailer Branch)3

*Η αντίληψη αυτή ιστορικά βρήκε την πιο ολοκληρωμένη της έκφραση στη ναζιστική θεωρία της Volksgemeinschaft («λαϊκής/εθνικής κοινότητας»), σύμφωνα με την οποία οι ταξικές αντιθέσεις υποτίθεται ότι υπερβαίνονται μέσα σε μια ενιαία εθνική κοινότητα συμφερόντων. Ο Χίτλερ υποστήριζε ότι «το εθνικό και το κοινωνικό είναι δύο ταυτόσημες έννοιες» (Adolf\ Hitler Speech of April 12, 19214)».

*

Έτος       Παγκόσμιος    

        Πληθυσμός

Εκτίμηση μεγέθους εργατικής τάξηςΠοσοστό επί του παγκόσμιου πληθυσμού
1875        ~1,3 δισ.~40 εκατ.               ~3%
1925        ~2 δισ.~150 εκατ.               ~7,5%
1975        ~4 δισ.~600 εκατ.               ~15%
2005        ~6,5 δισ.~1 δισ.                ~15%
2024        ~8 δισ.~1,5–1,8 δισ.               ~20–22%

Οι αριθμοί αποτελούν θεωρητικές εκτιμήσεις της εξέλιξης της εργατικής τάξης και βασίζονται σε επεξεργασίες της σχετικής μαρξιστικής βιβλιογραφίας (π.χ. Samir Amin, Giovanni Arrighi, John Smith), σε συνδυασμό με διεθνή στατιστικά στοιχεία για την εξέλιξη του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού και της βιομηχανικής απασχόλησης.

Βασικές στατιστικές πηγές:

α. Παγκόσμια Τράπεζα, Συνολικό Εργατικό Δυναμικό (Total Labor Force Database): https://data.worldbank.org/indicator/SL.TLF.TOTL.IN6

β. Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (ILO), Βάση Εκτιμήσεων της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO modelled estimates database), ILOSTAT: https://ilostat.ilo.org/data/?cat_mode=subject6

** Η θεωρία του «παλλαϊκού κράτους» και του «κόμματος όλου του λαού» αποτέλεσε ιδεολογική έκφραση της πολιτικής κυριαρχίας της νέας αστικής τάξης που είχε αναπτυχθεί στο εσωτερικό της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Αυτής που στη μετεξέλιξή της αποποιήθηκε τα κομμουνιστικά άμφια για να ολοκληρώσει την παλινόρθωση του καπιταλισμού στην Ε.Σ.Σ.Δ. Βλ. Β. Σαμαράς, «Για τις θέσεις του ΚΚΕ στο θέμα της παλινόρθωσης και του σοσιαλισμού», Αντίθεση, τ. 5, 20107

*1 Ο ρεβιζιονισμός, αποτελεί ειδική μορφή του ρεφορμισμού. Αναπτύχθηκε στις συνθήκες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Δεν εξαφανίστηκε μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» καθώς μηχανισμοί, πολιτικές κουλτούρες και στρατηγικές αντιλήψεις που ιστορικά συγκρότησε συνέχισαν να αναπαράγονται, ενώ παράλληλα νέες δεδομένα που γέννησε η κρίση του καπιταλιστικού – ιμπεριαλιστικού συστήματος συνέβαλλαν στη δημιουργία καινούργιων μορφών και λειτουργιών του. Ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός δεν αποτελεί λοιπόν αποκλειστικά ιστορικό κατάλοιπο, αλλά μια ανανεούμενη μορφή του ρεφορμισμού, η οποία, όπως και ο τελευταίος, συνεχίζει να πατά σε δύο βάρκες: στον λαό και στο αστικό σύστημα.

*2 Ποιος θυμάται την Κοινή Δράση9 Μέρος α’, Μέρος β’

*Τα 30 προτεινόμενα προς αναθεώρηση άρθρα του Συντάγματος10

Δημοσιεύστε το στα:

Διαβάστε επίσης:

30 Ιούν 2026

Η αιτία του κυβερνητικού θράσους

Άλλη μια κυβερνητική σύσκεψη, τάχα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, έγινε πρώτη είδηση, με το Μητσοτάκη και τους υπουργούς να υποτιμούν για άλλη μια φορά την νοημοσύνη όλων των ανθρώπων της δουλειάς. Το πλαφόν στις τιμές των 2000 προϊόντων, που κάθε άλλο παρά απέκρουσε τις τρελές ανατιμήσεις, τώρα καταργείται. Η κυβέρνηση καλεί τις επιχειρήσεις να μη κάνουν ανατιμήσεις και μετά

Διαβάστε περισότερα

20 Ιούν 2026

Posokanei…. η ζωή και η νοημοσύνη των εργαζομένων

Ο ασυγκράτητος πληθωρισμός, ανεξάρτητα από που προέρχεται, είναι μια πραγματικότητα που υφίστανται οι εργαζόμενοι που  περιορίζει ακόμη και στερεί βασικές ανάγκες της ζωής τους.  Ξεκάθαρα όπως δείχνουν τα στοιχεία,  αλλά  κύρια η ίδια  η ζωή, πρόκειται για τον πληθωρισμό των φτωχών.

Οι ραγδαίες ανατιμήσεις αφορούν  τρόφιμα, ηλεκτρικό, δαπάνες περίθαλψης, ένδυσης και γενικά δαπάνες όπου οι εργαζόμενοι ανελαστικά καταναλώνουν το σύνολο

Διαβάστε περισότερα

20 Ιούν 2026

Η τεχνητή “νοημοσύνη” από μια ταξική σκοπιά

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι αργά για ένα τέτοιο κείμενο καθώς αυτό που ονομάζουμε τεχνητή νοημοσύνη υπάρχει ήδη στις ζωές μας αρκετά χρόνια. Και αρκετοί που δουλεύουν ως προγραμματιστές ή ασχολούνται με τον τομέα της τεχνολογίας, γνωρίζουν ότι η έννοια της τεχνητής νοημοσύνης δεν ξεκίνησε το 2023 αλλά αρκετά χρόνια πριν. Από το 1956 που πρωτοειπώθηκε αυτή η

Διαβάστε περισότερα

11 Ιούν 2026

Ο Βελόπουλος δεν είναι ο μόνος….

Το σύστημα της εκμετάλλευσης και του πολέμου αποκαλύπτεται μέρα με τη μέρα. Όσο μάλιστα, στην ανελέητη ακρίβεια, που οδηγεί σε φτώχεια και ανέχεια το λαό, δε δίνεται απάντηση με αγώνες για αυξήσεις στους μισθούς και όσο συνολικότερα οι αντιστάσεις καθυστερούν, τόσο περισσότερο αυτό αποθρασύνεται.

Ο Βορίδης ρωτάει πονηρά στη Βουλή αν πρέπει να βουλιάζουν τις βάρκες των μεταναστών και προσφύγων

Διαβάστε περισότερα

08 Ιούν 2026

Ο δρόμος της ελπίδας

Για ενότητα σε αριστερή κατεύθυνση απαιτείται ισχυρή επαναστατική αριστερά  μέσα από βήματα εργατικής συγκρότησης

Το «η ισχύς εν τη ενώσει» ισχύει σ’ όλες τις δράσεις του ανθρώπου, μα και σ’ όλη τη φύση. Δεν ανακαλύπτουν την Αμερική επομένως αυτοί που κάθε τόσο διαλαλούν την ανάγκη της ενότητας, ενώ συχνά ο στόχος τους είναι το εμπόριο ενότητας. Αυτή η δυνατότητα

Διαβάστε περισότερα

03 Ιούν 2026

Νέα και παλιά κόμματα θέλουν το λαό στο περιθώριο

Είναι γεγονός πως το σύστημα στη χώρα μας έκανε την κρίση της χρεοκοπίας του 2010-2012 ευκαιρία και κατάφερε συντριπτικά χτυπήματα στις εργατικές και λαϊκές κατακτήσεις. Το πιο σημαντικό, ότι εξουδετέρωσε τις σφοδρές λαϊκές αντιστάσεις στα αντιλαϊκά  μνημόνια αξιοποιώντας το κόμμα των ρεφορμιστικών αυταπατών, το ΣΥΡΙΖΑ εκείνης της εποχής, ο οποίος αντί να σκίσει τα μνημόνια (όπως υπόσχονταν) έφερε ένα τρίτο,

Διαβάστε περισότερα